::: ΠΟΛΥΧΡΩΜΟΣ ΠΛΑΝΗΤΗΣ - COLOURFUL PLANET - ΕΚΔΟΣΕΙΣ - ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ::::::....
 
 
 
Εκδόσεις Πολύχρωμος Πλανήτης- Οι εκδόσεις μας
Gay Λογοτεχνία
Λεσβιακή Λογοτεχνία - Ποίηση
Τρανς Λογοτεχνία
LGBT Θέατρο - Κινηματογράφος - Τέχνες
LGBT Μελέτες- Δοκίμια
Λογοτεχνικά Χρονικά
Ποίηση
Αστυνομική λογοτεχνία
Photobooks
Κόμικ
Ημερολόγια
Περιοδικά
Οι Σελιδοδείκτες μας
Υπό Έκδοση
Βιβλιοπωλείο Πολύχρωμος Πλανήτης
Gay Λογοτεχνία
Gay Ποίηση
Gay Σεξουαλικότητα
Λεσβιακή Λογοτεχνία - Ποίηση
Transsexual Λογοτεχνία - Ποίηση
LGBT Θέατρο - Κινηματογράφος - Τέχνες
LGBT Δοκίμια - Βιογραφίες - Μαρτυρίες
Σεξουαλικότητα
BDSM Λογοτεχνία
Γενική Λογοτεχνία
Γκραβούρες
Παιδική λογοτεχνία
Συγγραφείς
Έλληνες Συγγραφείς
Ξένοι Συγγραφείς
Ξενόγλωσσα Βιβλία
Lesbian books
Gay Books
Transsexual Books
LGBT Books
Ταξιδιωτικοί Οδηγοί - Gay & Lesbian Guides
Spartacus Guides
Damron Guides(NEW)
Photobooks - Comics
Gmunder Gay Photobooks
Goliath Gay Photobooks
Art Books - Λευκώματα Τέχνης
Taschen Books
FotoFactory Gay Photobooks
Other Gay Photobooks
Lesbian Photobooks
Bel Ami Productions
Comic Gay Photobooks
Ralf Koenig Comics
Transsexual Photobooks
BDSM PHOTOBOOKS
Postcards
Ημερολόγια - Calendars 2011
Lesbian Calendars 2011
DVD
Gay DVD
Lesbian DVD
Transsexual DVD
Queer as Folk USA Series
Μουσικά DVD
Queer as Folk British Series
Six feet under - Γραφείο κηδειών Φίσερ
The L-Word
DVD Γενικού Ενδιαφέροντος
Comic DVD's
Gay Τηλεοπτικές Σειρές
Erotic Gay DVD
Bel Ami DVD's
K. Bjorn DVD's
RASCAL DVD's
Μουσικά CD
Ελληνική Μουσική
Soundtrack Ταινιών
Rainbow Είδη Δώρων
Σημαίες
Lesbian T-shirts
Βραχιόλια
Καρφίτσες
Mousepad
Αυτοκόλλητα
Πετσέτες
Ποτήρια - Κούπες
Βεντάλιες
Πορτοφόλια
Καπέλα
Ανοιχτήρια- Μπρελόκ
Rainbow κουκλάκια
ΛΕΣΒΙΑΚΕΣ ΚΑΡΤΕΣ
GAY ΚΑΡΤΕΣ
Φωτιστικά
Κηροπήγια
Άλατα-Καλλυντικά
ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ - ΤΥΠΟΣ
Λογοτεχνικά Περιοδικά
Ελληνικός LGBT Tύπος - Περιοδικά
Ξενόγλωσσος LGBT Tύπος - Περιοδικά
Ερωτικά Gay Περιοδικά
Πίνακες Ζωγραφικής
Gay Πίνακες
Λεσβιακοί Πίνακες
Αφιερώματα σε Gay, Λεσβίες, Transsexual Συγραφείς - Ποιητές - Καλλιτέχνες
Άλαν Χόλινγκχερστ
Πατρίτσια Χάισμιθ
Γουίλιαμ Μπάροουζ
R.W. Fassbinder
Λογοτεχνικός Διαγωνισμός
Διαγωνισμός Ποίησης 06-07
Διαγωνισμός Διηγήματος 2005
Λογοτεχνικές Εκδηλώσεις
Φωτογραφίες Εκδηλώσεων Πολύχρωμου Πλανήτη
Λογοτεχνικές Βραδιές
Συζητήσεις - Ομιλίες
Παρουσιάσεις νέων βιβλίων
LGBT Ειδήσεις - Δελτία Τύπου - Άρθρα
***HEADLINE NEWS***
Πολύχρωμες Ειδήσεις
LGBT ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΝΕΑ - ΤΕΧΝΕΣ
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
Δελτία Τύπου
Άρθρα
Τι έγραψε ο Τύπος για μας
Το σκίτσο της εβδομάδας
Clips - videos
Athens Pride 2007-Photos
Athens Pride 2008 - Videos
Τα LGBT σύμβολα
*** Σαν Σήμερα ***
LGBT People in History
Ιανουάριος
Φεβρουάριος
Μάρτιος
Απρίλιος
Μάιος
Ιούνιος
Ιούλιος
Αύγουστος
Σεπτέμβριος
Οκτώβριος
Νοέμβριος
Δεκέμβριος
Banners
Banners
 
Newsletter
Παρακαλούμε εισάγετε το e-mail σας αν θέλετε να καταχωρηθείτε στην λίστα αλληλογραφίας για να ενημερώνεστε μέσω e-mail για τις δραστηριότητές μας.
 
*** Σαν ΞžΒ£ΞžοΏ½ΞžΞŒΞžΞ…ΞŸΒΞžΒ± ***
LGBT People in History >> ΞžΒŸΞžΞŠΞŸΒ„ΞŸΒŽΞžΒ²ΞŸΒΞžΞ‰ΞžΞΞŸΒ‚
 
22 Οκτωβρίου
Σάρα Μπερνάρ

Γεννημένη στο Παρίσι στις 22 Οκτωβρίου του 1844 από μητέρα ολλανδικής καταγωγής και άγνωστο πατέρα η Σάρα Μπερνάρ κατάλαβε από πολύ νωρίς χάρη στην τυχοδιώκτρια μητέρα της ότι η ζωή είναι γεμάτη περιπέτειες.

Η εκπληκτικά μακρόχρονη καριέρα της, από την πρώτη της εμφάνιση στην Comedie-Francaise το 1861 ως τον θάνατό της το 1923, την έχει εγκαταστήσει στη σφαίρα του θρύλου.

Ο Ζαν Κοκτώ την ονόμασε «ιερό τέρας» και τα εκατομμύρια των θαυμαστών της μαγεύονταν από τη φωνή της που αντηχούσε σαν «χρυσή καμπάνα» ή σαν «κελάρυσμα τρεχούμενου νερού».

Οι μεγαλύτεροι συγγραφείς της εποχής της (όχι μόνο Γάλλοι) έγραψαν έργα ειδικά για αυτήν, όπως ο Οσκαρ Γουάιλντ τη Σαλώμη, την οποία έγραψε στα γαλλικά. Σε γελοιογραφία του ο Ομπρεϊ Μπίρντσλεϊ παρουσιάζει μια αιμοδιψή Σάρα Μπερνάρ να κρατάει την κεφαλή του Ιωάννη του Βαπτιστή.

Εκτός όμως όλων αυτών η Σάρα Μπερνάρ ήταν ζωγράφος, γλύπτρια, συγγραφέας, αλλά και θεατρική παραγωγός. Εμβληματική φιγούρα στην εποχή της δεν δίστασε να σκανδαλίσει, να κυκλοφορήσει μόνο με τα εσώρουχα, να παίξει ρόλους αντρών στο θέατρο και να έχει μια πολύ ελεύθερη σεξουαλική ζωή με άτομα και των δύο φύλων.

Το πλήρες της όνομα ήταν Henriette Rosine Bernard και γεννήθηκε στο Παρίσι, κόρη δανοεβραίας, ενώ ο πατέρας της ήταν καθολικός.

Μόλις σε ηλικία δεκατριών ετών εμφανίζεται στο θέατρο και κατακτά τους πάντες στο Odeon Theater και αργότερα στη Comédie Française το 1872.

Το 1880 ταξιδεύει δίνοντας παραστάσεις σε όλη την ευρώπη και τις ηνωμένες πολιτείες. Το 1893 διευθύνει για πρώτη φορά στην ζωή της θεατρική επιχείρηση, το Théâtre de la Renaissanc, το οποίο αργότερα παίρνει το όνομά της. Εκεί ανεβάζει την Φαίδρα του Ρακίνα, αλλά και δικά της έργα όπως τα L'Aveu (1888) και Un Coeur d'homme (1909). Σ’ αυτά τα έργα παίζει η ίδια αντρικούς ρόλους, ενώ ιστορικός έχει μείνει ο ρόλος της ως γιος του Ναπολέοντα.

Το 1882 παντρεύεται τον έλληνα ηθοποιό Ζακ Δαμαλά, διατηρεί όμως και άλλες σχέσεις με άντρες και αρκετές με γυναίκες. Το 1905 κτυπά το δεξί της πόδι, και το τραύμα εξελίσσεται άσχημα με αποτέλεσμα το 1915 να αναγκαστεί να το ακρωτηριάσει. Συνεχίζει ωστόσο να παίζει στο θέατρο διαλέγοντας κατάλληλους ρόλους μέχρι το θάνατό της το 1923 από νεφρική ανεπάρκεια.

Πηγή : Glbtq.Com
   
 
εισάγετε την κριτική σας
21 Οκτωβρίου
Maureen Duffy

Η Maureen Duffy είναι συγγραφέας πλήθους νουβελών, στις οποίες πρωταγωνιστούν, τόσο ομοφυλόφιλες γυναίκες, όσο και ομοφυλόφιλοι άντρες. Οι ιστορίες της αναδεικνύουν τα κοινωνικό και πολιτικό φάσμα της εποχής.

Γεννήθηκε στις 21 Οκτωβρίου του 1933 στο Worthing του Sussex, κόρη των Grace Wright και Cahia Duffy, σε εργατική οικογένεια. Ο πατέρας εγκαταλείπει την οικογενειακή εστία λίγο μετά τη γέννηση της Maureen. Μέχρι το τέλος του Β’ παγκοσμίου πολέμου ζουν σε ασφαλές καταφύγιο στην πόλη Wiltshire και στη συνέχεια μετακομίζουν στο Λονδίνο.

Η Duffy γράφει ποίηση και μικρές ιστορίες από πολλή μικρή ηλικία και θεωρείται χαρισματικό παιδί στο σχολείο. Χάνει αρκετά μέλη του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος από φυματίωση. Ενθαρρύνεται από τη μητέρα της να συνεχίσει την ενασχόλησή της με την λογοτεχνία και παίρνει βραβεία στο σχολείο.

Το 1956 παίρνει πτυχίο από την σχολή τεχνών του King's College, του πανεπιστημίου του Λονδίνου. Κατά τη διάρκεια αυτών των χρόνων εξακολουθεί να γράφει ποίηση και θεατρικά έργα που προορίζονται για την σκηνή, αλλά και την τηλεόραση.

Το πρώτο της έργο που θα δει δημοσιευμένο είναι το That's How It Was, σχεδόν αυτοβιογραφικό, το 1962. Ακολουθούν τα A Single Eye (1964), The Microcosm (1966), The Love Child (1971), νουβέλες. Ακολουθεί η γνωστή της τριλογία, που περιγράφει την ζωή της στο Λονδίνο (Wounds [1969], Capital [1975], και Londoners: An Elegy [1983]), ενώ αργότερα εκδίδει το Illuminations (1992), όπου εμφανίζονται με εντελώς επενοχοποιημένη ματιά λεσβιακοί, γκέι και κροσ-ντρέσσερ χαρακτήρες.

Ωστόσο έχουν μεσολαβήσει τα I Want to Go to Moscow (1973) και Gor Saga (1981). Εκτός από τις νουβέλες της εξέδωσε και ποιητικές συλλογές και θεατρικά, ενώ υπήρξε ακούραστη ακτιβίστρια του λεσβιακού φεμινισμού και ηγετικό μέλος σε οργανώσεις συγγραφέων

Πηγή : Glbtq.Com
   
 
εισάγετε την κριτική σας
20 Οκτωβρίου
Αρθούρος Ρεμπώ

O Αρθούρος Ρεμπώ (Arthur Rimbaud, πλήρες όνομα Ζαν-Νικολά-Αρτύρ Ρεμπώ, 20 Οκτωβρίου 1854 - 10 Νοεμβρίου 1891) ήταν Γάλλος ποιητής. Θεωρείται ένας από τους μείζονες εκπροσώπους του συμβολισμού, με σημαντική επίδραση στη μοντέρνα ποίηση, παρά το γεγονός πως εγκατέλειψε οριστικά τη λογοτεχνία στην ηλικία των είκοσι ετών. Από το σύνολο του έργου του ξεχωρίζουν οι ποιητικές συλλογές Εκλάμψεις και Μια Εποχή στην Κόλαση. Η τελευταία υπήρξε το μοναδικό βιβλίο του Ρεμπώ που δημοσιεύτηκε κατόπιν επιθυμίας και ενεργειών του ίδιου, ενώ σημαντικό μέρος των ποιημάτων του δημοσιεύτηκαν ενόσω ήταν εν ζωή αλλά χωρίς τη συγκατάθεσή του ή εν αγνοία του.

Γεννήθηκε στη Γαλλική αγροτική πόλη Σαρλβίλ των Αρδεννών, όπου έζησε τα νεανικά του χρόνια, πριν ξεκινήσει η πολύχρονη περιπλάνηση του σε πολυάριθμες πόλεις της Ευρώπης. Στη διάρκεια του πολυτάραχου βίου του ταξίδεψε σε δεκατρείς διαφορετικές χώρες και έζησε ως επαίτης, μισθοφόρος, εργάτης, παιδαγωγός και ναυτικός, παράλληλα με τη συγγραφική δραστηριότητα. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, έχοντας ήδη εγκαταλείψει την ποίηση, περιπλανήθηκε στην βορειοανατολική Αφρική όπου εργάστηκε ως έμπορος και εξερευνητής, την ίδια περίοδο που άρχισε να αναγνωρίζεται το ποιητικό έργο του μεταξύ των λογοτεχνικών κύκλων του Παρισιού.

Ο Ρεμπώ γεννήθηκε στην αγροτική περιοχή Σαρλβίλ (Charleville) των Αρδεννών στη βορειοανατολική Γαλλία, κοντά στα σύνορα με το Βέλγιο. Ο πατέρας του, Φρεντερίκ Ρεμπώ, ήταν στρατιωτικός και η μητέρα του, Βιταλί Κυίφ, κόρη εύπορου αγρότη από την περιοχή Ρος (Roche), κοντά στη Σαρλβίλ. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής του ηλικίας στο αγρόκτημα της οικογένειας της μητέρας του, στη Ρος, μαζί με τον μεγαλύτερο αδελφό του Φρέντερικ και τις νεότερες αδελφές του, Βιταλί και Ιζαμπέλ. Όταν ο Ρεμπώ ήταν έξι ετών, ο πατέρας του εγκατέλειψε την οικογένεια χωρίς να γυρίσει ποτέ πίσω. Για τη ρήξη που προκλήθηκε μεταξύ των γονέων του, έχουν υποστηριχθεί αρκετές εκδοχές, χωρίς κάποια από αυτές να μπορεί να αποδειχθεί. Ο Φρεντερίκ Ρεμπώ έλειπε συχνά από το σπίτι, εξαιτίας του επαγγέλματός του, ενώ κατά τις λίγες επισκέψεις του, ανάλωνε τον ελεύθερο χρόνο του στη συγγραφή. Από την άλλη πλευρά, η μητέρα του Ρεμπώ θεωρούσε κάθε λογοτεχνικό έργο ανώφελο, ενώ ο δύσκολος χαρακτήρας της ενδεχομένως να συντέλεσε στο χωρισμό του ζευγαριού. Ένα δείγμα του σκληρού χαρακτήρα της περιέγραψε ο ίδιος ο Ρεμπώ στο ποίημά του Les Poètes de Sept Ans (Ο επτάχρονος ποιητής), στο οποίο περιγράφει τον ποιητή με «μέτωπο γεμάτο εξογκώματα»

Μετά τη φυγή του πατέρα του, ο Ρεμπώ και τα τέσσερα αδέλφια του αναγκάστηκαν να ζήσουν φτωχικά και δύσκολα χρόνια, υπό την αυστηρή παρουσία της μητέρας τους, η οποία φρόντισε με επιμέλεια για τη μόρφωσή τους. Τον Οκτώβριο του 1861, ο Ρεμπώ εισήχθη μαζί με τον αδελφό του στο Ινστιτούτο Ροσσά, όπου φοίτησε για περίπου τρία χρόνια. Στο διάστημα αυτό, διακρίθηκε κερδίζοντας πολυάριθμα αριστεία και επαίνους, στα λατινικά, στη γραμματική, στην ιστορία, στη γεωγραφία, αλλά και στην αριθμητική. Στερημένος από παιδικές παρέες, λόγω της αυστηρής επαγρύπνησης της μητέρας του, ασχολήθηκε σχεδόν αποκλειστικά με το διάβασμα και τη μελέτη. Τον Απρίλιο του 1865, μετά από απόφαση της μητέρας του, μεταφέρθηκε στο Κολέγιο της Σαρλβίλ, όπου σύντομα διακρίθηκε εκ νέου στα μαθήματα και οι ικανότητες του προκάλεσαν μεγάλη εντύπωση, μεταπηδώντας από την πέμπτη τάξη του δημοτικού στην πρώτη τάξη του γυμνασίου. Μεταξύ των διακρίσεών του, ξεχωρίζουν επίσης οι δημοσιεύσεις εργασιών του στην εφημερίδα της εκπαιδευτικής κοινότητας Moniteur de l'Enseignement Superieur καθώς και πολυάριθμα βραβεία που κέρδιζε σε διαγωνισμούς των σχολείων της περιφέρειας. Στις αρχές του επόμενου χρόνου, το ποίημά του με τίτλο Les Étrennes des ophelins, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα La Revue pour Tous και αποτελεί πιθανότατα ένα από τα καλύτερα δείγματα των πρώιμων έργων του.

Λίγες ημέρες μετά τη δημοσίευση του ποιήματος, το Κολέγιο της Σαρλβίλ υποδέχτηκε ένα νέο δάσκαλο, τον Ζορζ Ιζαμπάρ (Georges Izambard), ο οποίος εξελίχθηκε σε ένα είδος λογοτεχνικού συμβούλου του Ρεμπώ. Εκείνος, με τη σειρά του, συνέχιζε να γράφει ποίηση και να παρουσιάζει αντίγραφα των έργων του στον Ιζαμπάρ, ο οποίος με τη σειρά του δάνειζε βιβλία από την προσωπική του συλλογή στον μαθητή του. Στις πρώιμες λογοτεχνικές του συνθέσεις, ο Ρεμπώ άντλησε στοιχεία από την ανθολογία Le Parnasse contemporain των παρνασσιστών, αποστέλλοντας μάλιστα ένα δικό του ποίημα προς δημοσίευση, με αποδέκτη τον Τεοντόρ ντε Μπανβίλ, το οποίο όμως δεν έγινε τελικά δεκτό. Στις 19 Ιουλίου 1870, κηρύχθηκε ο Γαλλογερμανικός πόλεμος, με αποτέλεσμα ο Ιζαμπάρ να εγκαταλείψει τη Σαρλεβίλ. Το Κολέγιο της πόλης έπαψε να λειτουργεί κατά τη διάρκεια του πολέμου, γεγονός που θα έδινε και ένα οριστικό τέλος στην επίσημη σχολική εκπαίδευση του Ρεμπώ. Οι πολιτικές εξελίξεις σε συνδυασμό με τη φυγή του Ιζαμπάρ, τού προκάλεσαν μελαγχολία και τάσεις φυγής, σημειώνοντας σε μία επιστολή προς τον δάσκαλό του: «Η πατρίδα μου ξεσηκώνεται. Προσωπικά θα προτιμούσα να τη δω να ξανακάθεται.». Στις 31 Αυγούστου εγκατέλειψε το σπίτι του και επιβιβάστηκε στο τρένο, με προορισμό το Παρίσι. Εξαιτίας της αδυναμίας του να καλύψει οικονομικά το αντίτιμο του εισιτηρίου, είχε προμηθευτεί ένα για τη συντομότερη διαδρομή μέχρι το Σαιν Κεντέν, ταξιδεύοντας στο υπόλοιπο της διαδρομής κρυφά. Κατά την άφιξή του στο Παρίσι, έγινε αντιληπτός από την αστυνομία, με αποτέλεσμα να συλληφθεί και να φυλακιστεί.

Χάρη σε ένα γράμμα που απέστειλε στον Ιζαμπάρ, ζητώντας τη βοήθειά του, οι αρχές τον έστειλαν σε εκείνον και φιλοξενήθηκε στο σπίτι της οικογένειάς του στο Ντουαί. Παρέμεινε εκεί για περίπου τρεις εβδομάδες, εργαζόμενος ως δημοσιογράφος της εφημερίδας Liberal du Nord, της οποίας ήταν εκδότης ο Ιζαμπάρ. Αρνούμενος αρχικά να επιστρέψει στη μητέρα του, η οποία σε αλληλογραφία με τον Ιζαμπάρ τον κατηγορούσε για τη φυγή του γιου της, επέστρεψε τελικά στη Σαρλβίλ, στις 27 Σεπτεμβρίου, με συνοδό τον Ιζαμπάρ. Τα καινούργια του ποιήματα ήταν εμπνευσμένα από τις πρόσφατες εμπειρίες του και επιθυμούσε να εκδοθούν με τη βοήθεια του Πωλ Ντεμενύ, τον οποίο είχε γνωρίσει στο Ντουαί και ήταν συνιδιοκτήτης εκδοτικού οίκου στο Παρίσι. Μία εβδομάδα μετά την επιστροφή του, ο Ρεμπώ εγκατέλειψε ξανά τη Σαρλβίλ με προορισμό αυτή τη φορά τη βελγική πόλη Σαρλρουά, όπου αναζήτησε εργασία στην εφημερίδα Journal de Charleroi, χωρίς όμως επιτυχία. Επόμενοι σταθμοί της περιπλάνησής του υπήρξαν το Φυμέ, το Βιρέ, οι Βρυξέλλες και τέλος το Ντουαί, όπου επισκέφτηκε εκ νέου το σπίτι του Ιζαμπάρ.

O Ρεμπώ επέστρεψε στο Παρίσι και θεωρείται πιθανό πως βρέθηκε εκεί στο αποκορύφωμα των γεγονότων της Κομμούνας, στα τέλη Απριλίου του 1871. Η σχέση του με την παρισινή Κομμούνα είναι εν γένει αμφιλεγόμενη, όπως και το αν βρισκόταν στην πόλη κατά τη διάρκειά της, ωστόσο κάτι τέτοιο φαίνεται να βεβαιώνεται από ισχυρισμούς του Βερλαίν, καθώς και από μία αστυνομική έκθεση του 1873, σύμφωνα με την οποία ήταν «μέλος των ατάκτων της Κομμούνας»[5]. Τρία ποιήματά του θεωρούνται επηρεασμένα από την Κομμούνα και πρόκειται για τα L’Orgie parisienne, Les Mains de Jeanne-Marie και Chant de guerre parisien. Πιθανώς απογοητευμένος από τις αντίξοες εμπειρίες του, ο Ρεμπώ έστειλε στις 13 Μαΐου του 1871, από τη Σαρλβίλ, μία επιστολή στον Ιζαμπάρ που περιείχε επίσης το ποίημα Le Cœur volé («Κλεμμένη καρδιά»). Το γράμμα προκάλεσε την αντιπάθεια του πρώην δασκάλου του, που θα το χαρακτήριζε αργότερα ως «κακόηθες» στα απομνημονεύματά του. Δύο ημέρες αργότερα, έγραψε μία δεύτερη σημαντική μακροσκελή επιστολή στον Πωλ Ντεμενύ, γνωστή ως η «Επιστολή του προφήτη» (Lettre du voyant), μέσα στην οποία εξέθετε το ποιητικό του όραμα και τις αισθητικές του θεωρίες, αναφερόμενος στο ρόλο του ποιητή ως «προφήτη» και της ίδιας της ποίησης ως ένα μέσο που θα έπαυε να συμβαδίζει με την πραγματικότητα αλλά θα την ξεπερνούσε.

Κάτω από την πίεση της μητέρας του να βρει μία εργασία, ο Ρεμπώ προσπάθησε να ανακτήσει την επαφή του με το λογοτεχνικό κόσμο του Παρισιού, ελπίζοντας στην βοήθεια των παρνασσιστών. Την ίδια περίοδο, καθοριστική υπήρξε η γνωριμία του με τον Σαρλ Μπρετάν, ο οποίος είχε γνωρίσει παλαιότερα τον Πωλ Βερλαίν και προσφέρθηκε να του συστήσει τον νεαρό ποιητή. Ο Ρεμπώ, με τη σειρά του, έγραψε ένα οικείο και αυτοβιογραφικό γράμμα στον Βερλαίν, δηλώνοντας ένθερμος θαυμαστής του και τονίζοντας την επιθυμία του να εγκατασταθεί στο Παρίσι, εσωκλείοντας επίσης μερικά από τα ποιήματά του.

Ο Βερλαίν, εξίσου γοητευμένος από το έργο του Ρεμπώ, φρόντισε για την εγκατάσταση του στο σπίτι του ίδιου, συγκεντρώνοντας επίσης ένα χρηματικό ποσό για την κάλυψη των εξόδων του ταξιδιού του. Ο Ρεμπώ ενσωματώθηκε για ένα διάστημα στον κύκλο των παρνασσιστών, ενώ σε ολόκληρο το διάστημα της διαμονής του στο Παρίσι, προκαλούσε με τη συμπεριφορά του την λογοτεχνική ελίτ της εποχής, διάγοντας έκλυτο βίο. Ο ποιητής Λεόν Βαλάντ περιέγραψε την παρουσία του Ρεμπώ σε μία επιστολή του, στις 5 Οκτωβρίου του 1871, γράφοντας:

«Μεγάλα χέρια, μεγάλα πόδια, αληθινά παιδικό πρόσωπο που θα μπορούσε κάλλιστα να ανήκει σε δεκατριάχρονο, βαθυγάλανα μάτια, μάλλον άγρια παρά συνεσταλμένα – αυτός είναι ο νεαρός που με τη φαντασία του, τις εκπληκτικές δυνατότητες και την αχρειότητά του έχει συναρπάσει ή φοβίσει όλους τους φίλους μας.»

Η ένδοξη πορεία του Ρεμπώ δεν είχε ωστόσο μεγάλη διάρκεια, κυρίως εξαιτίας της αντικοινωνικής και προκλητικής συμπεριφοράς του, που συνδύαζε δύο διαφορετικούς χαρακτήρες, του ομοφυλόφιλου και του αναρχικού, και οι δύο ιδιαίτερα απωθητικοί στη δεκαετία του 1870. Το Μάρτιο του 1872, εγκαταστάθηκε για ένα διάστημα στο σπίτι της μητέρας του στη Σαρλβίλ, μετά από παρότρυνση του Βερλαίν που επιθυμούσε να σώσει τον γάμο του, ο οποίος είχε οδηγηθεί σε διάλυση εξαιτίας της ερωτικής σχέσης του με τον Ρεμπώ. Τον Ιούλιο του ίδιου έτους, ο Βερλαίν εγκατέλειψε τη σύζυγο και το γιο του, ταξιδεύοντας μαζί με τον Ρεμπώ, αρχικά στο Βέλγιο και κατόπιν στο Λονδίνο. Στην αγγλική πόλη, ο Ρεμπώ συνέθεσε μία σειρά πεζών ποιημάτων που αργότερα συγκρότησαν τη συλλογή Εκλάμψεις (Les Illuminations), η οποία ανήκει στα σημαντικότερα έργα του. Τον Απρίλιο του 1873, επισκέφτηκε την οικογένειά του στη Σαρλβίλ. Στο αγρόκτημα της Ρος, ο Ρεμπώ ξεκίνησε να επιμελείται το πρώτο σχεδίασμα για το Μια εποχή στην κόλαση, το μοναδικό έργο που εξέδωσε ο ίδιος και το βιβλίο που επρόκειτο να του χαρίσει την αναγνώριση.

Το επόμενο διάστημα, ο Ρεμπώ επέστρεψε στο Λονδίνο και στην κοινή ζωή με τον Βερλαίν. Η προβληματική συμβίωση των δύο ποιητών οδήγησε σύντομα στη φυγή του Βερλαίν, για να συναντηθούν ξανά στις Βρυξέλλες, όπου μετά από έντονη διαφωνία, ο Βερλαίν σε κατάσταση μέθης, πυροβόλησε και τραυμάτισε τον Ρεμπώ στο αριστερό του χέρι, πάνω από τον καρπό. Για την πράξη του καταδικάστηκε σε δύο χρόνια φυλάκιση και πρόστιμο 200 φράγκων, που αποτελούσε τη μέγιστη δυνατή ποινή. Ο Ρεμπώ νοσηλεύτηκε για λίγες ημέρες στο νοσοκομείο Σαιν Ζαν των Βρυξελλών και αργότερα εγκαταστάθηκε εκ νέου στη Ρος, όπου ολοκλήρωσε το Μια εποχή στην κόλαση, έργο σε μεγάλο βαθμό εξομολογητικό. Το βιβλίο τυπώθηκε με χρηματοδότηση της μητέρας του, σε τυπογραφείο των Βρυξελλών, αν και ελάχιστα αντίτυπα κυκλοφόρησαν αρχικά. Ο Ρεμπώ παρέλαβε περίπου δέκα αντίτυπα, από τα συνολικά 500 που είχε παραγγείλει, τα οποία μοίρασε σε οικεία πρόσωπα και άλλους λογοτέχνες, ωστόσο δεν πλήρωσε για τα υπόλοιπα. Μέχρι το 1884, έτος δημοσίευσης του Les Poètes maudits (Οι καταραμένοι ποιητές) του Βερλαίν, δεν είχαν καταγραφεί αντιδράσεις ή κριτικές απέναντι στο βιβλίο, το οποίο παρέμενε στην αφάνεια.

Tους μήνες που ακολούθησαν την εκτύπωση του Μια Εποχή στην Κόλαση o Ρεμπώ έζησε στο Λονδίνο, όπου για ένα διάστημα συγκατοίκησε με τον ποιητή Ζερμαίν Νουβώ, ενώ κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών του 1874, δέχθηκε την επίσκεψη της μητέρας του και της αδελφής του, Βιταλί. Tην ίδια περίοδο αναζήτησε επίμονα εργασία ως δάσκαλος γαλλικών. Σύμφωνα με μία αγγελία στους Times, βεβαιώνεται πως ο Ρεμπώ εργάστηκε για ένα διάστημα ως δάσκαλος στη βιομηχανική πόλη του Ρήντιγκ, όπου θεωρείται επίσης πιθανό πως επεξεργάστηκε μέρος των Εκλάμψεων. Παρέμεινε εκεί για περίπου τρεις μήνες, πριν επιστρέψει στο σπίτι της μητέρας του, στις 29 Δεκεμβρίου 1874.

Ο Ρεμπώ αναζητούσε να ασχοληθεί με μία πρακτική εργασία, όπως το εμπόριο ή τη μηχανολογία. Παράλληλα, πίστευε πως η εκμάθηση χρήσιμων γλωσσών θα ήταν ένα επιπλέον εφόδιο και για το σκοπό αυτό ταξίδεψε στη Στουτγκάρδη, προκειμένου να εξοικειωθεί με τη γερμανική γλώσσα. Θεωρείται πιθανό πως φοίτησε σε κάποια σχολή της πόλης ή παρέδιδε μαθήματα γαλλικών κατ' οίκον. Στη Στουτγκάρδη, ο Ρεμπώ συνάντησε για τελευταία φορά τον Βερλαίν, στον οποίο παρέδωσε τα ποιήματα που συγκρότησαν αργότερα τις Εκλάμψεις. Στα τέλη Απριλίου, εγκατέλειψε τη Γερμανία και ξεκίνησε μία νέα περίοδος περιπλάνησης, κατά την οποία ταξίδεψε στο Μιλάνο, στο Λιβόρνο (όπου εργάστηκε ως λιμενεργάτης) και στη Μασσαλία, όπου δηλώνοντας υποστηρικτής του Δον Κάρλος, έλαβε χρήματα από ένα στρατολογικό γραφείο των Καρλιστών και οδηγίες για να μεταβεί και να ενταχθεί στον αντάρτικο ισπανικό στρατό. Με τα χρήματα αυτά, ο Ρεμπώ επέστρεψε τελικά στο Παρίσι και αργότερα στη Σαρλβίλ, όπου συνέχισε να μελετά ξένες γλώσσες.

Τον Μάιο του 1875, σε ένα καθοριστικό για το υπόλοιπο της ζωής του ταξίδι στο Βέλγιο, ο Ρεμπώ ήρθε σε επαφή με έναν στρατολόγο του ολλανδικού αποικιακού στρατού. Με βασικό κίνητρο τις οικονομικές απολαβές, δήλωσε συμμετοχή, και στο διάστημα από τις 18 Μαΐου έως τις 10 Ιουνίου ακολούθησε τη βασική εκπαίδευση στο λιμάνι του Χάρντερβεϊκ, μαζί με περίπου 200 στρατιώτες, στην πλειοψηφία τους μισθοφόροι. Μετά από ένα πολυήμερο ταξίδι με το ατμόπλοιο Prins van Oranje, το τάγμα στο οποίο ανήκε ο Ρεμπώ, προσάραξε στη Μπατάβια (Τζακάρτα). Στις 15 Αυγούστου, ο Ρεμπώ λιποτάκτησε και παρά την καταδίωξή του από ένα απόσπασμα του ολλανδικού στρατού κατάφερε να ξεφύγει. Οι διηγήσεις του Ρεμπώ ταιριάζουν σε μεγάλο βαθμό με τις ημερομηνίες του ημερολογίου καταστρώματος του πλοίου The Wandering Chief, τόσο ώστε να θεωρείται πολύ πιθανό πως τελικά έφυγε από την Ιάβα με αυτό, χρησιμοποιώντας το πλαστό όνομα Έντουιν Χολμς. Στις 9 Δεκεμβρίου του 1875, επέστρεψε στο σπίτι της μητέρας του. Αν και δεν είναι εξακριβωμένη η πορεία που ακολούθησε κατά την επιστροφή του, ο φίλος του Ντελαέ ανέφερε σε ένα γράμμα στις 28 Ιανουαρίου 1877, πως ταξίδεψε «[...] από τις Βρυξέλλες στο Κορκ (Ιρλανδία), μέσω Ιάβας, ύστερα στο Λίβερπουλ, τη Χάβρη, το Παρίσι, για να καταλήξει όπως πάντα στην Πόλη του Καρόλου». Η περίοδος από τις αρχές του 1876 μέχρι την άνοιξη του 1877, υπήρξε μάλλον απόλυτα αδρανής για τον Ρεμπώ, καθώς ελάχιστα στοιχεία είναι γνωστά για τις δραστηριότητές του.

Από το Μάιο του 1877, ξεκίνησε μία νέα περιπλάνηση με σταθμούς όπως η βόρεια Γερμανία, η Βρέμη, το Αμβούργο, η Κοπεγχάγη, η Στοκχόλμη και πιθανά το Παρίσι. Το Δεκέμβριο του 1878 προσελήφθη ως διερμηνέας για μία γαλλική κατασκευαστική εταιρεία με επιχειρηματική δραστηριότητα στην Κύπρο. Ο Ρεμπώ ταξίδεψε στην Κύπρο το Δεκέμβριο του 1878 και ανέλαβε τελικά επικεφαλής ενός λατομείου στην τοποθεσία Ποταμός, εργασία που εκτέλεσε με επιτυχία, σύμφωνα με την συστατική επιστολή που έλαβε από την εταιρεία την άνοιξη του 1879. Ο Ρεμπώ επέστρεψε στην Κύπρο στα τέλη Απριλίου του 1880 για να αναχωρήσει ξαφνικά από το νησί το καλοκαίρι του ίδιου έτους. Η αλληλογραφία του, περιέχει αντιφατικές εξηγήσεις σχετικά με τα αίτια της αναχώρησής του, ενώ θεωρείται πιθανό πως προκλήθηκε από ένα «παράπτωμα» στο οποίο είχε υποπέσει. Ειδικότερα, σύμφωνα με μαρτυρία του Ιταλού εμπόρου Οττορίνο Ρόζα (που είχε συνοδεύσει τον Ρεμπώ σε αποστολές), ο λόγος της φυγής του ήταν ένα εργατικό ατύχημα, κατά το οποίο είχε σκοτώσει από αμέλεια έναν ντόπιο εργάτη, πετώντας μία πέτρα

Τo επόμενο διάστημα κατέφυγε στην Αφρική, περιπλανώμενος προς αναζήτηση εργασίας. Στο Άντεν της Υεμένης, προσελήφθη στο πρακτορείο του Αλφρέντ Μπαρντέ, από τον συνταγματάρχη Ντυμπάρ, μέλος του συνδέσμου εξαγωγέων καφέ, προκειμένου να επιβλέπει τη διαλογή και τη συσκευασία του. Το Νοέμβριο του 1880, υπέγραψε νέο συμβόλαιο με σημαντικά αυξημένες αποδοχές, αυτή τη φορά για να εργαστεί σε εμπορευματικό σταθμό του Χαράρ. Παράλληλα οργάνωσε εξερευνητικές αποστολές και περιοδείες, με στόχο την χαρτογράφηση άγνωστων περιοχών, στα πλαίσια των οποίων έφθασε μέχρι την περιοχή Ογκαντέν της Αιθιοπίας, το νοτιότερο σημείο που είχε επισκεφθεί ποτέ Ευρωπαίος και μία από τις μεγαλύτερες ανεξερεύνητες περιοχές του κόσμου εκείνη την εποχή. Μία λεπτομερής αναφορά του Ρεμπώ για το Ογκαντέν δημοσιεύτηκε αργότερα από τη Γαλλική Γεωγραφική Εταιρεία, αποτελώντας την πρώτη αξιόπιστη περιγραφή της περιοχής αλλά και το δεύτερο έργο που εξέδωσε ο ίδιος, μετά το Μια Εποχή στην Κόλαση. Όταν το εμπορικό πρακτορείο του Χαράρ έκλεισε, ο Ρεμπώ εγκαταστάθηκε εκ νέου στο Άντεν. Λίγους μήνες αργότερα διέκοψε τη συνεργασία του με τον Μπαρντέ, προκειμένου να συνεργαστεί με τον έναν άλλο Γάλλο έμπορο, τον Πιερ Λαμπατύ, στο εμπόριο όπλων, αποβλέποντας σε γρήγορο πλουτισμό. Η αποστολή του στη Σόα και η συνεργασία του με τον βασιλιά Μενελίκ, αποδείχθηκε εξαιρετικά επικερδής, μετά το πέρας των οποίων έμεινε επτά εβδομάδες στο Κάιρο, αναρρώνοντας από τις κακουχίες και την επιβάρυνση της υγείας του. Από τα τέλη του 1888, το μεγαλύτερο ποσοστό του ξένου εμπορίου στη νότια Αβησσυνία διεξαγόταν με επίκεντρο τον Αρθούρο Ρεμπώ, ο οποίος είχε ανελιχθεί σε κορυφαίο επιχειρηματία και έμπορο της περιοχής, ικανό να διαμορφώνει τις τιμές σημαντικών εμπορευμάτων

Στις 7 Απριλίου του 1891 ο Ρεμπώ εγκατέλειψε το Χαράρ με την υγεία του σε κακή κατάσταση και την δεξιά κνήμη του πρησμένη. Στο νοσοκομείο του Άντεν, διαγνώστηκε λανθασμένα αρθροορογονίτιδα σε προχωρημένο στάδιο. Στις 20 Μαΐου μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Κονσεψιόν της Μασσαλίας όπου η αρχική διάγνωση έκανε λόγο για «νεόπλασμα στο γοφό», ενώ οι επόμενες ιατρικές αναφορές παραπέμπουν σε ένα είδος καρκίνου στα οστά. Μία εβδομάδα αργότερα, οι γιατροί του νοσοκομείου ακρωτηρίασαν το δεξί του πόδι. O Ρεμπώ παρέμεινε στο νοσοκομείο για τους επόμενους δύο μήνες και στη συνέχεια επέστρεψε στο οικογενειακό αγρόκτημα της Ρος, όπου λάμβανε τη φροντίδα της αδελφής του Ιζαμπέλ. Στις 23 Αυγούστου αναχώρησε ξανά για τη Μασσαλία, καθώς μία δεύτερη επέμβαση ήταν επιβεβλημένη. Η κατάστασή του επιδεινώθηκε και σύντομα παρέλυσε το αριστερό χέρι του κατά τα τρία τέταρτα.

Πέθανε στις 10 Νοεμβρίου του 1891 σε ηλικία τριάντα επτά ετών. Η σορός του μεταφέρθηκε στο Παρίσι και στη συνέχεια στη Σαρλβίλ. Στην επιτύμβια πλάκα του τάφου του αναγράφεται εκτός από το όνομα, την ηλικία του και την ημερομηνία θανάτου του, η φράση «Προσευχηθείτε για αυτόν» (γαλλ. «Priez pour lui»). Δέκα χρόνια αργότερα, στην πλατεία de la Gare της Σαρλβίλ στήθηκε μνημείο προς τιμή του, όπως και το 1984 στο Παρίσι, στην Πλας Ντε λ' Αρσενάλ. Στην πόλη της Σαρλβίλ λειτουργεί επίσης το Μουσείο Αρθούρου Ρεμπώ, το οποίο φιλοξενεί χειρόγραφα έργα του καθώς και προσωπικά αντικείμενα.

Η επιστολή του Ρεμπώ προς τον Πωλ Ντεμενύ, στις 15 Οκτωβρίου του 1871, συνιστά ένα από τα σημαντικότερα κείμενά του, με αντικείμενο το ρόλο της ποίησης, όπως τον αντιλαμβανόταν ο ίδιος. Σύμφωνα με τον Ρεμπώ, ο αληθινός ποιητής αποτελούσε ένα είδος προφήτη, ικανό να διαμορφώσει μία νέα πραγματικότητα, εφευρίσκοντας το άγνωστο. Ως χρέος του, αντιλαμβανόταν τη γνωριμία με τον εαυτό του, την καλλιέργεια του μυαλού και της ψυχής του, ώστε τελικά να δημιουργήσει μία «οικουμενική γλώσσα». Ο ποιητής, κατά τον Ρεμπώ, θα γινόταν «προφήτης» μέσω μίας «μακράς, απέραντης και λελογισμένης απορρύθμισης όλων των αισθήσεων», υπονομεύοντας συστηματικά την καθιερωμένη και συμβατική λειτουργία τους. Η διαδικασία αυτή συνδέθηκε στην περίπτωσή του, με τον τρόπο ζωής του και ειδικότερα με την μετέπειτα χρήση ψυχοτρόπων ουσιών, που πιθανώς συνέβαλαν στο παραισθησιακό ή παραληρηματικό ύφος ορισμένων ποιημάτων του. Στο ίδιο γράμμα, αναφερόταν συνοπτικά στην ιστορία της ποίησης, απορρίπτοντας μεγάλο μέρος της αλλά αναγνωρίζοντας τη συνεισφορά ποιητών όπως ο Κάρολος Μπωντλαίρ, ο παρνασσιστής Αλμπέρ Μερά καθώς και ο Βερλαίν.

Υπήρξε ένας από τους πρώτους μοντέρνους ποιητές που επιδίωξαν να εγκαταλείψουν τους περιορισμούς του κλασικού μέτρου, που κυριαρχούσε στη γαλλική ποίηση, προτείνοντας την κατάργηση του αλεξανδρινού στίχου και αφήνοντας τα «οράματά» του να διαμορφώσουν τις νέες ελεύθερες φόρμες που θα ακολουθούσε. Επιχείρησε να απαλλάξει την ποίησή από τους περιορισμούς της πραγματικότητας, συνδέοντας συχνά στον ποιητικό του λόγο αντίθετα ή απομακρυσμένα στοιχεία και χρησιμοποιώντας ελεύθερους συνειρμούς, στοιχεία που υπήρξαν αργότερα σημεία επαφής του με τον υπερρεαλισμό.

Το 1870 δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά ποιήματα του Ρεμπώ, με τη συγκατάθεσή του. Επρόκειτο για τα Les Étrennes des orphelins και Trois baisers (ή Première soirée) που παρουσιάστηκαν στα περιοδικά La Revue pour tous και La Charge αντίστοιχα. Το Μια Εποχή στην Κόλαση υπήρξε το μοναδικό του βιβλίο που εκδόθηκε κατόπιν επιθυμίας και ενεργειών του ίδιου, γραμμένο από τον Απρίλιο μέχρι τον Αύγουστο του 1873. Η εκτύπωση του χρηματοδοτήθηκε από τη μητέρα του και ολοκληρώθηκε περίπου στα τέλη Οκτωβρίου του ίδιου έτους, στο τυπογραφείο της επιχείρησης του Ζακ Πόουτ, στις Βρυξέλλες. Ο Ρεμπώ παρήγγειλε συνολικά 500 αντίτυπα, αριθμός ιδιαίτερα υψηλός για τα δεδομένα της εποχής, από τα οποία παρέλαβε ο ίδιος περίπου δέκα, υποσχόμενος να πληρώσει εν καιρώ για τα υπόλοιπα. Για αρκετά χρόνια, το ποσό που οφειλόταν δεν πληρώθηκε, με αποτέλεσμα τα λιγοστά αντίτυπα που είχε παραλάβει ο Ρεμπώ να αποτελούν τα μοναδικά που είχαν διαρρεύσει σε έναν πολύ περιορισμένο κύκλο. Σύμφωνα με έναν ισχυρισμό της αδελφής του, Ιζαμπέλ, τα υπόλοιπα αντίτυπα του βιβλίου κάηκαν από τον ίδιο τον Ρεμπώ, ωστόσο η ανακάλυψη των απλήρωτων αντιτύπων διαψεύδει αυτό το ενδεχόμενο

Σημαντικό μέρος των ποιημάτων του δημοσιεύτηκε ενόσω ήταν εν ζωή, ωστόσο χωρίς να έχει δώσει ο ίδιος τη συγκατάθεσή του. Το έργο του ξεκίνησε να αναγνωρίζεται και να εκδίδεται την περίοδο που ο Ρεμπώ είχε ήδη εγκαταλείψει τη λογοτεχνία και ειδικότερα στο διάστημα της παραμονής του στην Αφρική. Από το Νοέμβριο του 1886, ποιήματά του άρχισαν να εμφανίζονται σε περιοδικές εκδόσεις, ενώ για ένα διάστημα αποδόθηκαν στον Ρεμπώ και αρκετά πλαστά έργα. Οι Εκλάμψεις εκδόθηκαν για πρώτη φορά τον ίδιο χρόνο, στην επιθεώρηση La Vogue, χάρη σε ενέργειες του Βερλαίν και του Νουβώ. Δεν είναι γνωστό αν ο ίδιος επιθυμούσε τη δημοσίευσή τους, ούτε ακόμα αν τα ποιήματα που εκδόθηκαν συγκροτούσαν το πλήρες έργο, ωστόσο θεωρείται πως αυτά που περιέχονταν στη συλλογή είχαν γραφτεί πράγματι ως ένα ενιαίο σύνολο. Το 1892, επανεκδόθηκαν τα δύο κυριότερα έργα του, Μια Εποχή στην Κόλαση και Εκλάμψεις, ενώ το 1895 ακολούθησε η έκδοση της συλλογής Poésies Complètes που περιείχε ποιήματα του Ρεμπώ γραμμένα μέχρι το 1873. Σχεδόν το σύνολο του έργου του εκδόθηκε πριν τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, με λίγες εξαιρέσεις. Δεν είναι γνωστό αν ο Ρεμπώ προμηθεύτηκε κάποιες από τις εκδόσεις των έργων του αλλά βεβαιωμένα γνώριζε για την ολοένα μεγαλύτερη αναγνώρισή του, καθώς το 1885 έλαβε μία επιστολή από τον εκδότη του λογοτεχνικού περιοδικού La France moderne, ο οποίος ζητούσε τη συνεργασία του με το περιοδικό, χαρακτηρίζοντας τον Ρεμπώ «ηγέτη της σχολής της παρακμής».

Η σειρά με την οποία γράφτηκαν οι Εκλάμψεις και το Μια Εποχή στην Κόλαση αποτελεί αντικείμενο διαφωνιών, καθώς οι μελετητές του έργου του Ρεμπώ δεν έχουν καταλήξει αν τα ποιήματα των Εκλάμψεων, ή μέρος τους, ολοκληρώθηκαν μετά το Μια Εποχή στην Κόλαση. Τα πρώτα πεζά ποιήματα του Ρεμπώ χρονολογούνται το 1871-72, γεγονός που καθιστά, με μεγάλη πιθανότητα, τα πρώτα σχεδιάσματα για τις Εκλάμψεις προγενέστερα. Επιπλέον, το τελευταίο μέρος του Μια Εποχή στην Κόλαση, με τίτλο Αποχαιρετισμός (γαλλ. Adieu), ερμηνεύεται από ορισμένους μελετητές ως ο τελικός αποχαιρετισμός του συγγραφέα στην ίδια την ποίηση. Σύμφωνα ωστόσο με το εισαγωγικό σημείωμα του Πωλ Βερλαίν για την πρώτη έκδοσή τους του 1886, οι Εκλάμψεις γράφτηκαν την περίοδο 1873-75, κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του Ρεμπώ στο Βέλγιο, την Αγγλία και τη Γερμανία. Επιπλέον, γραφολογική μελέτη των χειρογράφων από τον Ανρί ντε Μπουγιάν ντε Λακόστ, έδειξε ότι τμήμα των Εκλάμψεων φέρει το γραφικό χαρακτήρα του ποιητή Ζερμαίν Νουβώ, με τον οποίο όμως έζησε ο Ρεμπώ μετά το 1874. Αν και γενικά υπάρχει συμφωνία πως τα χειρόγραφα των Εκλάμψεων είναι μεταγενέστερα, δεν είναι από όλους παραδεκτό πως πράγματι η σύνθεσή τους χρονολογείται επίσης μετά το Μια Εποχή στην Κόλαση. Από την άλλη πλευρά, δεν θεωρείται πιθανό πως ο Ρεμπώ θα αφιέρωνε χρόνο στην αντιγραφή και πιθανά στη βελτίωση των ποιημάτων, ενώ είχε ήδη εγκαταλείψει την ποίηση.

Πηγή : Wikipedia
   
 
εισάγετε την κριτική σας
19 Οκτωβρίου
Divine

Ο λόγος σήμερα για την «θεϊκή» Divine, την «μούσα» του θρυλικού John Waters. H Divine υπήρξε ηθοποιός ντραγκ κουήν, τραγουδίστρια, η οποία έγινε γνωστή κατά τις δεκαετίες του εξήντα και του εβδομήντα μέσα από τις ταινίες του Waters.

Το πραγματικό της όνομα ήταν Harris Glenn Milstead και γεννήθηκε στις 19 Οκτωβρίου του 1945 στην πόλη Towson του Maryland και μεγάλωσε στα προάστια της Βαλιτμόρης σε μια αρκετά γενναιόδωρη και ανεκτική οικογένεια, καθώς ο μικρός Glenn ήταν από πολύ μικρός θηλυπρεπής.

Στην ηλικία των δώδεκα ετών μετακομίζει με την οικογένεια στο Lutherville κοντά στην Βαλτιμόρη, όπου αλλάζει έξι σπίτια. Στην τελευταία μετακόμιση, αγαπημένος γείτονας ήταν ο John Waters με τον οποίο γίνονται πολύ φίλοι. Έτσι ξεκινά η «θεϊκή» καριέρα και ο Glenn μεταμορφώνεται σε Divine.

Ταινίες όπως το Pink Flamingos (1972), In Female Trouble (1975), Polyester (1981) και Hairspray (1988) κάνουν την Divine και τον John Waters παγκοσμίως γνωστούς και οι ταινίες γίνονται κάλτ.

Ακολουθούν τα Lust in the Dust (1984) σε σκηνοθεσία του Paul Bartel και το Trouble in Mind (1985) σε σκηνοθεσία του Alan Rudolph. Η Divine όμως δεν περιορίζεται στον κινηματογράφο. Συμμετέχει στην ντίσκο σκηνή του Σαν Φρανσίσκο κατά τη δεκαετία του 70, και στις αρχές της δεκαετίας του 80, κάνοντας περιοδείες σε όλο τον κόσμο.

Οι πιο γνωστές της επιτυχίες ήταν τα "Walk Like a Man" και βέβαια το "I'm So Beautiful." Στις 7 Μαρτίου του 1988 πεθαίνει στον ύπνο της από καρδιακή προσβολή λίγο μετά τα γυρίσματα του Hairspray.

Πηγή :Wikipedia, Glbtq.Com

Ένα μικρό βίντεο απόσπασμα από το Pink Flamingos:

   
 
εισάγετε την κριτική σας
18 Οκτωβρίου
Kleist, Heinrich von

Τα θεατρικά και οι νουβέλες του Heinrich von Kleist εξερευνούν τις κοινωνικές διακλαδώσεις «της αγάπης που δεν τολμά να πει τ’ όνομά της» και της σεξουαλικής καταπίεσης της εποχής που προέκυπτε από το παράνομο της «παραβατικής», έκνομης, ομοφυλοφιλίας.

Οι βιογράφοι και οι κριτικοί του Kleist, τον περιγράφουν ως μία δυναμική και περίπλοκη φιγούρα, ρομαντικό, ρεαλιστή κάποιες στιγμές, πρώσο εθνικιστή, κοινωνικό κριτικό, υπαρξιστή και στα τελευταία του χρόνια, μοντερνιστή.

Γεννήθηκε στη Φρανκφούρτη στις 18 Οκτωβρίου του 1777 και ήταν ο μεγαλύτερος γιος πρώσου στρατιωτικού διοικητή. Έχασε την μητέρα και τον πατέρα του πολύ σύντομα (1788 τον πατέρα, 1793 την μητέρα) και κατετάγη στον στρατό του Potsdam σε ηλικία μόλις δεκαπέντε ετών, ακολουθώντας την οικογενειακή παράδοση. Πήρε μέρος στην μάχη κατά του γαλλικού στρατού στον Ρήνο.

Οι βιογράφοι του αναφέρουν ότι τις πρώτες του ομοφυλοφιλικές εμπειρίες τις είχε νεαρός ων στον στρατό, κάνοντας μακρόχρονες σχέσεις με τους Ernst von Pfuel και Rühle von Lilienstern.

Το 1799 εγκαταλείπει τον στρατό για να σπουδάσει στο πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης. Αραβωνιάζεται την Wilhelmine von Zenge, αλλά πολύ σύντομα διαλύεται ο αρραβώνας και καταφεύγει στο θεραπευτήριο Würzburg, για «σεξουαλικές διαταραχές». Γρήγορα καταλαβαίνει ότι όλα αυτά δεν μπορούσαν να έχουν κανέναν αποτέλεσμα και περνά ένα χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών στην απομονωμένος.

Γράφει τα πρώτα του θεατρικά, Robert Guiskard (1803), και Die Familie Schroffenstein (1804), ενώ βρίσκεται σε βαριά κατάθλιψη με έντονη τη σκέψη του θανάτου.

Συνεχίζει το συγγραφικό του έργο με τα Der Zebrochne Krug (1806), Amphitryon and Penthesilea (1807), ενώ παράλληλα εργάζεται σε κάποιες νουβέλες και γράφει στα περιοδικά Phobus και Berliner Abendblätter.

Τον Νοέμβριο του 1811 αυτοκτονεί μαζί με την Henriette Vogel. Την πυροβολεί και στην συνέχεια στρέφει την κάνη εναντίον του.

Πηγή : Glbtq.Com
   
 
εισάγετε την κριτική σας
17 Οκτωβρίου
Μοντγκόμερυ Κλιφτ

Μελαγχολικός, αλλά ταυτόχρονα έντονη προσωπικότητα, ο Μοντγκόμερυ Κλίφτ ανήκε στην γενιά των νέων ηθοποιών της δεκαετίας του πενήντα που μαζί με άλλους σημαντικούς ηθοποιούς προσωποποίησαν την λεγόμενη γενιά της «χαμένης αθωότητας» μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Αφοσιωμένος στην ηθοποιία και συχνά απομωνομένος, ο Clift έζησε μια ζωή όπως αναφέρουν άνθρωποι που ήρθαν κοντά του, βασανισμένος κρύβοντας την ομοφυλοφιλία του βρίσκοντας παρηγοριά στο αλκοόλ και τα ναρκωτικά.

Υπήρξε φίλος με τους Marlon Brando και James Dean, αλλά συχνά ένιωθε ότι ζούσε πίσω απ’ τη σκιά τους, ότι ποτέ δεν κατάφερε αυτό που πραγματικά άξιζε.

Γεννήθηκε στην πόλη Omaha της Nebraska στις 17 Οκτωβρίου του 1920 και ήταν γιός χρηματιστή. Ο πατέρας του ζούσε το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στην Νέα Υόρκη, αφήνοντας τον ίδιο και τα δύο αδέρφια του στην φροντίδα της πολύ αυστηρής συζύγου του. Μετά το μεγάλο χρηματιστηριακό κραχ του 1929, παθαίνουν οικονομική ζημιά και μετακομίζουν στην Sarasota της Florida.

Εκεί ο Clift ανακαλύπτει το θέατρο σε μια τοπική ομάδα της πόλης. Η μητέρα του ενθαρρύνει τις φιλοδοξίες του και όταν η οικογένεια επιστρέφει στην Νέα Υόρκη το 1935, ο Clift κάνει οντισιόν στο Μπρόντγουεϊ για την παράσταση Fly Away Home.

Σε ηλικία δεκαεπτά ετών, το 1938 συμμετέχει στην πρώτη του παράσταση, στο Dame Nature. Ξεκινά η λαμπρή καριέρα του, κατά την οποία είναι πολύ εκλεκτικός καθώς είχε απορρίψει πολλά σενάρια που του είχαν προτείνει. Το ντεμπούτο του είναι το 1948 στην ταινία του Howard Hawks, Red River. Ακολουθεί το φιλμ του Fred Zinneman, The Search (1948, εδώ κερδίζει το πρώτο του βραβείο), του George Stevens, A Place in the Sun (1951) και πολλές ακόμη επιτυχημένες ταινίες.

Υπήρξε στενός φίλος της Elizabeth Taylor την οποία συχνά χρησιμοποίησε για να καλύπτει τις ομοφυλοφιλικές του σχέσεις. Φήμες ακολουθούσαν το πρόσωπό του για το σπίτι που είχε νοικιάσει στο γκέι θέρετρο Ogunquit στο Maine όπου συμμετείχε σε SM πάρτυ.

. Στις 12 Μάιου του 1956 αφότου είχε αποχωρήσει από πάρτυ της Τέϊλορ, μεθυσμένος τρακάρει με το αυτοκίνητό του. Το ατύχημα του προκαλεί μερική παράλυση στο πρόσωπο. Πεθαίνει στις 23 Ιουλίου του 1966 με επίσημη αιτία θανάτου έμφραγμα.

Πηγή : Glbtq.Com
   
 
εισάγετε την κριτική σας
16 Οκτωβρίου
Όσκαρ Ουάιλντ

Ο Όσκαρ Ουάιλντ (πλήρες όνομα Όσκαρ Φίνγκαρ Ο'Φλάχερτι Γουίλ Ουάιλντ, 16 Οκτωβρίου 1854 - 30 Νοεμβρίου 1900) ήταν Ιρλανδός λογοτέχνης, μυθιστοριογράφος, ποιητής, κριτικός και θεατρικός συγγραφέας που έζησε στο τέλος της Βικτωριανής Εποχής. Ανάμεσα στα πιο γνωστά έργα του συγκαταλέγονται το μυθιστόρημα Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκραίη και το τελευταίο του έργο-επιστολή De Profundis.

Ο Όσκαρ Ουάιλντ γεννήθηκε στο Δουβλίνο και ανατράφηκε στους κόλπους μιας Προτεσταντικής οικογένειας. Η μητέρα του, Τζέην Φραντσέσκα Έλτζι (Jane Francesca Elgee), ήταν επιτυχημένη συγγραφέας (γνωστή και με το ψευδώνυμο Speranza) ενώ ο πατέρας του, Σερ Ουίλλιαμ Ουάιλντ, ήταν επιτυχημένος ιατρός και χειρούργος. Μέχρι την ηλικία των εννέα ετών, λάμβανε μαθήματα κατ' οίκον ενώ την περίοδο 1864-1871 φοίτησε στο Portora Royal School, 160 χιλιόμετρα έξω από την πόλη του Δουβλίνου.

Μετά την αποφοίτησή του, σπούδασε στο Trinity College μέχρι το 1874, όπου διακρίθηκε ως εξαιρετικός φοιτητής, κερδίζοντας για τις επιδόσεις του, το Χρυσό Μετάλιο Μπέρκλεϊ, το οποίο αποτελούσε την μεγαλύτερη τιμητική διάκριση για φοιτητή του κολεγίου. Του χορηγήθηκε επιπλέον υποτροφία για το Magdalen College της Οξφόρδης, όπου και συνέχισε τις σπουδές του μέχρι το 1878, λαμβάνοντας το βραβείο Newdigate για την ποιητική του σύνθεση με τίτλο Ραβέννα (Ravenna) και αποφοιτώντας με άριστα. Την ίδια περίοδο πρέπει να επηρεάστηκε από το ρεύμα του αισθητισμού και τις θεωρίες των John Ruskin και Walter Pater, οι οποίοι δίδασκαν στην Οξφόρδη κατά τη διάρκεια των σπουδών του Ουάιλντ.

Μετά την αποφοίτησή του από το κολέγιο, ο Ουάιλντ εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο μαζί με τον φίλο του Φρανκ Μάιλς, γνωστό ζωγράφο της εποχής. Νωρίτερα είχε γνωρίσει στο Δουβλίνο την Florence Balcome, την οποία και ερωτεύτηκε. Εκείνη συνδέθηκε τελικά με τον συγγραφέα Μπραμ Στόκερ, γεγονός που φαίνεται πως αποτέλεσε τον λόγο για τον οποίο ο Ουάιλντ εγκατέλειψε την Ιρλανδία. Το 1881 δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική συλλογή (Poems), η οποία έλαβε και θετικές κριτικές, ενώ το Δεκέμβριο του ίδιου έτους ταξίδεψε στη Νέα Υόρκη για μία σειρά θεωρητικών διαλέξεων που έδωσε για το αισθητικό κίνημα στη Βρετανία. Ο Ουάιλντ είχε προγραμματίσει αρχικά να παραδώσει πενήντα διαλέξεις σε διάστημα τεσσάρων μηνών, ωστόσο τελικά η παραμονή του στις Ηνωμένες Πολιτείες διήρκησε περίπου ένα χρόνο δίνοντας στο διάστημα αυτό συνολικά 140 διαλέξεις.

Επιστρέφοντας από την Αμερική, ο Ουάιλντ επισκέφτηκε το Παρίσι όπου ολοκλήρωσε το δεύτερο θεατρικό του έργο The Dutchess of Padua που δεν σημείωσε αξιοσημείωτη επιτυχία. Αργότερα πραγματοποίησε διαλέξεις στη Βρετανία και την Ιρλανδία. Κατά την παραμονή του στο Δουβλίνο, γνώρισε το καλοκαίρι του 1884, την Κόνστανς Λόυντ, κόρη εύπορης Ιρλανδικής οικογένειας, την οποία παντρεύτηκε και μαζί απέκτησαν δύο γιούς ονόματι Cyril και Vyvyan, το 1885 και 1886 αντίστοιχα. Προκειμένου να συντηρήσει οικονομικά την οικογένειά του, ο Ουάιλντ εργάστηκε σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες της εποχής, μεταξύ αυτών η Paul Mall Gazette και η επιθεώρηση Dramatic Review, παρέχοντας δημοσιογραφικά κείμενα και κριτικές. Την περίοδο 1887-1889 ανέλαβε την έκδοση του μηνιαίου περιοδικού The Lady's World, το οποίο μετονόμασε σε The Woman's World και προέβει σε αλλαγές με στόχο την αλλαγή του ύφους του. Ειδικότερα, προέβαλε καλλιτεχνικά και πολιτικά θέματα, αποσκοπώντας στην καλλιέργεια ενός ευρύτερα ευαισθητοποιημένου - κυρίως γυναικείου - αναγνωστικού κοινού. Εγκατέλειψε το εγχείρημά του δύο χρόνια αργότερα.

Τα επόμενα χρόνια αποτέλεσαν μία ιδιαίτερα παραγωγική περίοδο σε ότι αφορά το λογοτεχνικό έργο του Όσκαρ Ουάιλντ. Το 1888 εκδόθηκε ένα από τα πιο γνωστά έργα του, Ο ευτυχισμένος πρίγκιπας και άλλα παραμύθια (The Happy Prince and Other Tales). Το μοναδικό μυθιστόρημα του, Το Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέη, εκδόθηκε στην τελική του μορφή το 1891, ενώ από το 1890 είχε παρουσιαστεί στο περιοδικό Lippincott's Magazine. Αρκετοί κριτικοί αναγνωρίζουν σε αυτό, αυτοβιογραφικά στοιχεία και παραλληλισμούς ανάμεσα στον κεντρικό ήρωα και τον συγγραφέα. Το ίδιο βιβλίο χρησιμοποιήθηκε εναντίον του κατά την διάρκεια της μεταγενέστερης δίκης του, κατηγορούμενος για ομοφυλοφιλία. Το Δεκέμβριο του 1892 παρουσιάστηκε η θεατρική του κωμωδία Η Βεντάλια της λαίδης Ουίντερμηρ (Lady's Windermere's Fan), η οποία έτυχε θερμής υποδοχής, γεγονός που πιθανά να παρακίνησε τον Ουάιλντ να συνεχίσει να γράφει για το θέατρο. Μεταξύ των μεταγενέστερων θεατρικών του έργων συγκαταλέγονται τα Μία γυναίκα χωρίς σημασία (A Woman of No Importance, 1893), Ένας ιδανικός σύζυγος (An Ideal Husband, 1895) και The Importance of Being Earnest (1895).

Οι ερωτικές επιλογές του Όσκαρ Ουάιλντ και ειδικότερα η – απαγορευμένη στη Βρετανία εκείνη την εποχή – ομοφυλοφιλία του, προκάλεσαν ιδιαίτερη αίσθηση στην εποχή του. Οι βιογράφοι του αναφέρουν πως πιθανότατα να ανέπτυξε για πρώτη φορά ομοφυλοφιλική ερωτική σχέση με τον Ρόμπερτ Μπάλντουϊν Ρος (Robert Baldwin Ross), περίπου το 1887, ενώ άλλοι υποστηρίζουν πως ο Ουάιλντ είχε νωρίτερα συνειδητοποιήσει την ομοφυλοφιλική του φύση, κατά τη διάρκεια των σπουδών του, αναφέροντας πιθανή σχέση του με τον Φρανκ Μάιλς[1]. Αργότερα, το 1891, συνδέθηκε με τον ποιητή Λόρδο Άλφρεντ Ντάγκλας, γνωστό και με το ψευδώνυμο Bosie. Πατέρας του, ήταν ο 9ος Μαρκήσιος του Κουίνσμπερυ, τον οποίο ο Ουάιλντ μήνυσε τον Απρίλιο του 1895, μετά από προσωπικές επιθέσεις του μαρκήσιου και κατηγορίες περί ομοφυλοφιλίας του. Η πράξη του Ουάιλντ να κινηθεί νομικά κατά του μαρκήσιου, στράφηκε τελικά εναντίον του, καθώς βρέθηκε ο ίδιος κατηγορούμενος για ομοφυλοφιλία και τελικά καταδικάστηκε στις 25 Μαΐου του 1895 σε καταναγκαστικά έργα δύο ετών, αφού είχε νωρίτερα συλληφθεί, στις 6 Απριλίου.

Η περίοδος της φυλάκισης επέδρασε στην υγεία του Όσκαρ Ουάιλντ, ο οποίος μετά την αποφυλάκισή του στις 19 Μαΐου του 1897, πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του απομονωμένος από τον κοινωνικό του περίγυρο. Οι εμπειρίες του στη φυλακή καταγράφτηκαν στο ποίημα Η Μπαλάντα της φυλακής του Ρήντιγκ (The Ballad of Reading Gaol). Στη φυλακή, ο Ουάιλντ έγραψε επίσης ένα γράμμα προς τον Άλφρεντ Ντάγκλας, το οποίο παρέδωσε αργότερα στον Γκρος. Εκείνος δημοσίευσε ένα μέρος του (περίπου το 30% του περιεχομένου του) το 1905, μετά το θάνατο του Όσκαρ Ουάιλντ, υπό τον τίτλο De Profundis (Εκ βαθέων). Το 1908, αποτέλεσε τμήμα μιας συλλεκτικής έκδοσης έργων του Ουάιλντ και στη συνέχεια παραχωρήθηκε στο Βρετανικό Μουσείο με την συμφωνία να μην δημοσιοποιηθεί στο σύνολό του πριν το 1960. Το 1949, ο γιος του Ουάιλντ, Vyvyan Holland, δημοσίευσε εκ νέου το κείμενο, περιέχοντας και αποσπάσματα που δεν είχαν δημοσιευτεί παλαιότερα. Το βιβλίο εκδόθηκε τελικά στην πλήρη του μορφή το 1962.

Ο Όσκαρ Ουάιλντ πέθανε στις 30 Νοεμβρίου του 1900 από μηνιγγίτιδα και πριν το θάνατό του ασπάστηκε τον Καθολικισμό. Σχετικά με τα αίτια του θανάτου του, έχουν δοθεί διαφορετικές ερμηνείες. Ο βιογράφος του Richard Ellmann, υποστήριξε πως οφειλόταν σε σύφιλη, ωστόσο ο Μέρλιν Χόλαντ, επίσης βιογράφος και εγγονός του Ουάιλντ, θεωρεί πως η ερμηνεία αυτή αποτελεί παρανόηση συνδέοντας τη μηνιγγίτιδα που τον προσέβαλε με μία χειρουργική επέμβαση που είχε προηγηθεί. Σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη, όπως αυτή επιβεβαιώνεται και από αναφορές των ιατρών του Ουάιλντ, τα αίτια του θανάτου του δεν σχετίζονται με πιθανή σύφιλη. Ο τάφος του βρίσκεται σήμερα στο Παρίσι.

Ο Ουάιλντ θεωρείται ένας από τους κύριους εκπροσώπους του ρεύματος του αισθητισμού, το οποίο αναπτύχθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα στη Βρετανία και αποτέλεσε σε ένα βαθμό προέκταση του συμβολισμού στη Γαλλία. Επηρεάστηκε ιδιαίτερα από το έργο των John Ruskin και Walter Pater και υπερασπίστηκε το δόγμα της τέχνης για την τέχνη, αρνούμενος την αναγκαιότητα ύπαρξης μιας ηθικής παραμέτρου στην τέχνη. Ως προβεβλημένος εκπρόσωπος του αισθητισμού, ο Ουάιλντ απέκτησε σημαντική φήμη και αναγνωρισιμότητα. Οι διαλέξεις που έδωσε στην Αμερική ήταν αφιερωμένες στο αισθητικό βρετανικό κίνημα, αν και δεν είχαν σημαντική απήχηση.

Πηγή :Wikipedia
   
 
εισάγετε την κριτική σας
15 Οκτωβρίου
Μισέλ Φουκό

Ένας από τους πιο σπουδαίους φιλόσοφος το 20ου αιώνα που είχε τεράστια επιρροή στους μεταγενέστερούς του. Θεωρείται ο «πατέρας» αυτού που σήμερα ονομάζουμε queer theory, ενώ βοήθησε στην κατανόηση της γκέι και λεσβιακής λογοτεχνίας και κληρονομιάς. Γεννήθηκε στις 15 Οκτωβρίου του 1926 στην πόλη Poitiers της Γαλλίας σε μία αρκετά ελιτίστικη οικογένεια.

Αναδημοσιεύουμε από τα Νέα της 1ης Σεπτεμβρίου 2007, σχετικό άρθρο αφιερωμένο στον Μισέλ Φουκό.

Ο Μισέλ Φουκό (1926-1984) διετέλεσε καθηγητής στο College de France. Στο συγγραφικό του έργο διερεύνησε σε βάθος τον ρόλο των θεσμών στην κοινωνία μας. Έδειξε ότι οι ουδέτεροι περιγραφικοί όροι που χρησιμοποιούν οι επιστήμονες είναι στην πραγματικότητα όπλα στην αδιάκοπη σύγκρουση ανάμεσα στην επιθυμία και την εξουσία.

Είναι μάλλον βέβαιο ότι ο Μισέλ Φουκό δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις στον έλληνα αναγνώστη. Από το 1978 που κυκλοφόρησε ο πρώτος τόμος από την Ιστορία της Σεξουαλικότητας, ως σήμερα το μεγαλύτερο μέρος του έργου του έχει μεταφραστεί στη γλώσσα μας.

Ούτως ή άλλως το άκουσμα του ονόματός του και μόνον αρκεί για να διεγείρει μια ολόκληρη πνευματική ατμόσφαιρα. Είναι η ατμόσφαιρα των δεκαετιών εκείνων κατά τις οποίες, το πιο δυναμικό, αν μη τι άλλο το πιο μαχητικό, τμήμα της ευρωπαϊκής διανόησης είχε βαλθεί να ανατρέψει τον τρόπο σκέψης της Δύσης.

Με έδρα το Παρίσι, όπως είχε αναδυθεί από τον Μάη του 68, παρατάσσοντας σε πλήρη ανάπτυξη το οπλοστάσιο του μαρξισμού, της ψυχανάλυσης και της δομικής ανάλυσης, φιλοδοξούσαν να απεγκλωβίσουν τις επιστήμες του Ανθρώπου από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό με ορισμένους κοινούς τόπους της οργάνωσής τους.

«Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός είναι χωρίς αμφιβολία ο μόνος στον κόσμο που ισχυρίσθηκε ότι το ανθρώπινο ον μπορεί να γίνει αντικείμενο της γνώσης και ο ανθρωπισμός η επαναλαμβανόμενη μορφή της αιτιολόγησής του. (...) Ο άνθρωπος - τον οποίο η αφελής ματιά θεωρεί ως το αρχαιότερο αντικείμενο έρευνας από την εποχή του Σωκράτη- δεν είναι τίποτε παραπάνω από ένα είδος ρωγμής στην τάξη των πραγμάτων... Τι ανακούφιση όμως,και τι βαθιά παρηγοριά αισθάνεσαι όταν σκέφτεσαι ότι ο άνθρωπος είναι μια πρόσφατη εφεύρεση,ένα σχήμα που έχει δύο αιώνες ζωής,μια απλή πτυχή της γνώσης,και ότι θα εξαφανιστεί από τη στιγμή που θα βρεθεί ένα καινούργιο σχήμα...». Αυτά έγραφε ο Μισέλ Φουκώ το 1966, στην εισαγωγή ενός από τα κορυφαία του έργα, του «Οι λέξεις και τα πράγματα».

Στόχος ο άνθρωπος λοιπόν, ως φορέας του Ορθού Λόγου και υποκείμενο που μπορεί να σκέφτεται και να οργανώνει τον κόσμο, και μαζί του όλα τα παραφερνάλια που σέρνει πίσω του, η δημιουργία, η συνείδηση, η αλήθεια. Την θέση του υπέροχου πτώματος, θέση που παλιότερα κατείχε ο Θεός, την κατέλαβαν οι αφηγήσεις και οι ιστορίες, αυτές που διαπλέκονταν και συναλλάσσονταν μεταξύ τους για να φτιάξουν και τον άνθρωπο και την αλήθεια και την ψευδαίσθηση της συνείδησής του. Τα αποτελέσματα είναι λίγο ώς πολύ γνωστά. Οι παλιοί τομείς της γνώσης έμπλεξαν ο ένας με τον άλλον σ΄ ένα γενικευμένο και θεσμοθετημένο όργιο που γρήγορα κούρασε, όπως όλα τα όργια που γίνονται κανόνας, η λογοτεχνία δύσκολα μπορούσε να διακριθεί από το οποιοδήποτε παραλήρημα και η αναζήτηση της αλήθειας απλώθηκε σαν λεκές στην σχετικιστική κουρελού των αφηγήσεων. Αφήγηση ο Θεός, αφήγηση η θεωρία της σχετικότητας, αφήγηση η Ιστορία, αφήγηση η ζωή, αφήγηση κι ο θάνατος- εδώ τα πράγματα δυσκόλευαν λίγο αλλά ευτυχώς υπήρχε η ψυχανάλυση που βοηθούσε.

Καταπονημένες από την γενικευμένη επίθεση στα Πανεπιστήμια οι Επιστήμες του Ανθρώπου άρχισαν να χάνουν έδαφος, οι πάντα πρακτικοί Αγγλοσάξονες ίδρυσαν καινούργιους τομείς γνώσης, όπως τις gender studies- μου διαφεύγει ο ελληνικός όρος- και το Παρίσι συνεχίζοντας να αφηγείται έχανε συνεχώς έδαφος απέναντι στην πραγματικότητα η οποία, δυστυχώς, εξακολουθούσε να παραμένει εντός των ορίων της. Ας θυμηθούμε την περίφημη ρήση του Μποντριγιάρ, αν δεν κάνω λάθος, ενός εκ των πρωθιερέων της νέας γνώσης ότι «ο πόλεμος δεν υπάρχει». Ας θυμηθούμε ακόμη το έργο των Σόκαλ και Μπρικμόν «Διανοητικές Αγυρτείες» όπου, αν μη τι άλλο, υπενθύμιζαν ότι η αφήγηση έχει ανάγκη και από κάποια πραγματικότητα και ότι οι επιστημονικές έννοιες, εκτός από την αφηγηματική τους γοητεία, διατηρούν και κάποια σχέση με την αλήθεια.

Αυτά τα ολίγα, και μάλλον σχηματικά, για την ιστορία. Κι αυτά γιατί όσο διάβαζα το βιβλίο του Φρεντερίκ Γκρο για τον Φουκό αναρωτιόμουν τι έχει απομείνει σήμερα από όλη αυτή την ιστορία που πριν από είκοσι χρόνια διατηρούσε τον κόσμο της διανόησης σε μόνιμη υπερδιέγερση. Αν έστω έχει απομείνει κάτι σαν αυτό που κάποτε είχε πει ο Σαρλ Πεγκί, ότι η φιλοσοφία δεν κρίνεται τόσο από τα ευρήματά της όσο από το θάρρος της.

Πολιτικό θάρρος; Σίγουρα ο Φουκό το διέθετε. Απεσταλμένος στο Ιράν όπου κατέρρεε το καθεστώς του Σάχη είχε πλέξει το εγκώμιο ενός λαού σε αναβρασμό. Κι ήταν ο μόνος, αν δεν κάνω λάθος, Γάλλος διανοούμενος ο οποίος τόλμησε να πει πως έκανε λάθος όταν οι αγιατολάδες είχαν ήδη εγκαταστήσει την εξουσία τους.

Πνευματικό θάρρος; Σήμερα πια δεν νομίζω ότι μπορεί να το εντοπίσει κανείς στις απόπειρές του να οικοδομήσει έναν μεγάλο καθεδρικό ναό της νέας θεωρητικής σκέψης. Το όραμά του να κατασκευάσει ένα οικοδόμημα που θα αντικαθιστούσε το οικοδόμημα του ορθολογισμού μοιάζει με την τελευταία πράξη σαιξπηρικής τραγωδίας. Η σκηνή είναι γεμάτη πτώματα και αδιέξοδες σχέσεις που θα αντικατασταθούν από άλλες σχέσεις, εξίσου αδιέξοδες, που θα βγάλει το «ασυνείδητο της τρέχουσας ζωής».

Το πνευματικό θάρρος του Φουκό μπορεί όμως να εντοπισθεί στις διαδρομές που ανοίγει μέσα στα αρχεία της Ιστορίας, στον τρόπο με τον οποίον η σκέψη του συγκροτεί μια «Αρχαιολογία της Γνώσης». Κι αν βλέπαμε τη δική μας Ιστορία με το βλέμμα του ανθρωπολόγου που προσπαθεί να ανασυνθέσει την Ιστορία κάποιας άγνωστης μέχρι χθες φυλής της Κεντρικής Αφρικής; Κι αν βλέπαμε την Ιστορία της Δυτικής Κοινωνίας σαν να μην υπήρχε Ιστορία, μια κεντρική αφήγηση, αφού το υποκείμενο που κατασκεύασε αυτήν την αφήγηση που έχουμε παραλάβει είναι κι αυτό κομμάτι της Αφήγησης;
   
 
εισάγετε την κριτική σας
14 Οκτωβρίου
Φρειδερίκος Νίτσε

Ο Φρειδερίκος Βίλχελμ Νίτσε (γερμ. Friedrich Wilhelm Nietzsche) (15 Οκτωβρίου 1844 - 25 Αυγούστου 1900) ήταν σημαντικός Γερμανός φιλόσοφος και φιλόλογος. Αναφέρεται συχνά ως ένας από τους πρώτους «υπαρξιστές» φιλοσόφους. Μεγάλωσε στα πρώτα εφηβικά του χρόνια καταπιεσμένος σε μια πολύ «σκληρή» οικογένεια. Παρ’ ότι είχε σεξουαλικές επαφές με άλλους άνδρες, δεν μπόρεσε ποτέ να το εκφράσει αυτό ανοικτά, ενώ ιστορικοί αναφέρουν ότι πέθανε από προχωρημένη σύφιλη την οποία κόλλησε από πληρωμένο έρωτα με άλλους άνδρες. Σπούδασε κλασική φιλολογία στη Βόννη και τη Λειψία.

Καταγόταν από βαθιά θρησκευόμενη οικογένεια και προοριζόταν για την επιστήμη της Θεολογίας, ωστόσο η πορεία του άλλαξε κατά τα μετεφηβικά του χρόνια με αποτέλεσμα να στραφεί στο χώρο της φιλοσοφίας. Μόλις στα 25 του χρόνια διορίστηκε καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Βασιλείας, στην Ελβετία και από τότε ξεκίνησε το πολύμορφο συγγραφικό του έργο. Ο Νίτσε υπήρξε δριμύτατος επικριτής των κατεστημένων σκέψεων και τάξεων, ιδιαίτερα του Χριστιανισμού. Πληθώρα συγγραμμάτων του γράφτηκαν με οξύ και επιθετικό ύφος, χρησιμοποιώντας ευρέως αφορισμούς. Το φιλοσοφικό του έργο εκτιμήθηκε ιδιαίτερα κατά το πρώτο μισό του 20ου αιώνα, περίοδο κατά την οποία εδραιώθηκε η θέση του και αναγνωρίστηκε ως ένας από τους μείζονες φιλοσόφους.

Ο Νίτσε γεννήθηκε στις 15 Οκτωβρίου 1844 και μεγάλωσε στην πόλη Ραίκεν (Röcken), κοντά στη Λειψία και στην ευρύτερη πρωσική επαρχία της Σαξονίας. Η ημερομηνία γέννησής του συνέπεσε χρονικά με τα 49α γενέθλια του βασιλιά της Πρωσίας, Φρειδερίκου Βίλχελμ Δ', προς τιμή του οποίου έλαβε και το όνομά του (αργότερα ο ίδιος έπαψε να χρησιμοποιεί το όνομα Βίλχελμ[1]). Ο πατέρας του, Καρλ Λούντβιχ Νίτσε (1813-1849), ήταν λουθηρανός πάστορας ενώ η μητέρα του, Φραντσίσκα Αίλερ (1826-1897) ήταν κόρη του πάστορα Ντάβιντ Φρήντριχ Αίλερ. Ο Νίτσε ήταν το νεότερο από τα παιδιά της οικογένειας. Η αδελφή του Ελίζαμπεθ Τερέζα Αλεξάνδρα Νίτσε γεννήθηκε το 1846 παίρνοντας τα ονόματα τριών πριγκιπισσών και μαθητριών του πατέρα της, ενώ ακολούθησε η γέννηση του αδελφού του Λούντβιχ Ιωσήφ το 1848. Μετά τον πρόωρο θάνατο του πατέρα του από εγκεφαλική ασθένεια το 1849 αλλά και τον χαμό του αδελφού του τον επόμενο χρόνο, η οικογένεια μετακόμισε στο Νάουμπουργκ, διαμένοντας μαζί με την γιαγιά του, καθώς η μητέρα του δεν είχε τη δυνατότητα να συντηρήσει ένα δικό της σπίτι.

Ο Νίτσε φοίτησε σε ένα δημοτικό σχολείο της πόλης μέχρι το 1854. Το σχολικό του πρόγραμμα περιλάμβανε κυρίως θρησκευτική αγωγή, ενώ παράλληλα ξεκίνησε μαθήματα λατινικών και αρχαίων ελληνικών, γλώσσες στις οποίες δεν εμφάνισε ιδιαίτερη κλίση. Το 1854, ξεκίνησε να φοιτά στο Dom Gymnasium, όπου αφού εξετάστηκε από το διευθυντή του γυμνασίου, μεταπήδησε αμέσως στη δεύτερη τάξη. Ήδη από τα παιδικά του χρόνια, έγραφε ποιήματα και μικρά θεατρικά έργα, μέρος των οποίων φρόντιζε να φυλάσσει η αδελφή του. Αφιέρωνε μεγάλο μέρος του χρόνου του στο γράψιμο, επιδεικνύοντας μία πλούσια λογοτεχνική παραγωγή, ενώ ήδη σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών ταξινόμησε τα ποιήματα του σε περιόδους. Στις 5 Οκτωβρίου του 1858 εισήχθη στο Πφόρτα (Pforta ή Schulpforta), ένα από τα πιο φημισμένα σχολεία κλασικών σπουδών της Γερμανίας, θέση που του προσφέρθηκε έπειτα από εξέταση σχολικού επιθεωρητή στο Dom Gymnasium, ο οποίος επέλεξε τον νεαρό Νίτσε ανάμεσα σε άλλους μαθητές της σχολής. Το εκπαιδευτικό πρόγραμμα του Πφόρτα παρουσίαζε ομοιότητες με εκείνο των Ιησουιτών, αν και αποτελούσε λουθηρανικό ίδρυμα, δίνοντας έμφαση στην πειθαρχία των μαθητών. Κατά τη διάρκεια της φοίτησής του στο Πφόρτα, είχε πολύ καλές επιδόσεις στα μαθήματα ενώ συνέχισε να γράφει ποιήματα στον προσωπικό του χρόνο, ασχολούμενος παράλληλα με τη μουσική, συμμετέχοντας στην σχολική χορωδία και γράφοντας δικές του μουσικές συνθέσεις. Μαζί με τον φίλο του Γκούσταφ Κρουγκ, ίδρυσε το σύλλογο «Germania», ένα είδος λογοτεχνικής, μουσικής και επιστημονικής λέσχης, όπου το κάθε μέλος υπέβαλε απαραιτήτως ένα έργο τον μήνα, ποίημα, δοκίμιο, σχέδιο ή ακόμα και μία μουσική σύνθεση. Την ίδια περίοδο, ο Νίτσε ήρθε σε στενή επαφή με τη λογοτεχνία, εκτιμώντας ιδιαίτερα το έργο του Χαίλντερλιν, του Ανακρέοντα και του Σαίξπηρ. Αν και από νωρίς υπήρχε η γενικευμένη πεποίθηση πως επρόκειτο να γίνει κληρικός, ο Νίτσε σταδιακά άρχισε να αμφισβητεί το χριστιανισμό και περίπου το φθινόπωρο του 1862 είχε απορρίψει οριστικά ένα τέτοιο ενδεχόμενο, σκεπτόμενος να ασχοληθεί επαγγελματικά με τη μουσική.

Στις 7 Σεπτεμβρίου του 1864 αποφοίτησε από το Πφόρτα και ξεκίνησε σπουδές κλασικής φιλολογίας στο πανεπιστήμιο της Βόννης. Παράλληλα, γράφτηκε στο θεολογικό τμήμα του πανεπιστημίου με διάθεση να ασχοληθεί περισσότερο με την φιλολογική κριτική του Ευαγγελίου και τις πηγές της Καινής Διαθήκης, γεγονός που είναι μάλλον ενδεικτικό των θρησκευτικών αμφιβολιών του αλλά και της αδυναμίας του να ομολογήσει στην οικογένειά του πως δεν επιθυμούσε να γίνει ιερέας. Στη Βόννη, ο Νίτσε προσχώρησε στη φοιτητική αδελφότητα «Franconia» που αποτελούσε ένα είδος συνάθροισης φιλολόγων. Συνέχισε τις θεολογικές του σπουδές μέχρι το Πάσχα του 1865, περίοδο κατά την οποία απέρριψε οριστικά τη θρησκευτική πίστη, με επιχειρήματα που αποτυπώνονται και σε επιστολή του προς την αδελφή του, στην οποία ανέφερε χαρακτηριστικά:

«Κάθε αληθινή πίστη είναι αδιάψευστη, εκπληρώνει αυτό που ο πιστός ελπίζει να βρει σ' αυτήν, δεν προσφέρει όμως ούτε το ελάχιστο έρεισμα για τη θεμελίωση μιας αντικειμενικής αλήθειας [...] Θέλεις να επιδιώξεις ψυχική ηρεμία και ευτυχία, τότε πίστευε, θέλεις να είσαι ένας απόστολος της αλήθειας, τότε αναζήτησέ την.»

Σημαντική επιρροή στο Νίτσε, πάνω στα ζητήματα της πίστης, φαίνεται πως άσκησε επίσης το έργο του Ντάβιντ Στράους, Η ζωή του Χριστού κριτικά επεξεργασμένη και η μεταγενέστερη έκδοση του έργου που εκδόθηκε το 1864 υπό τον τίτλο Η ζωή του Χριστού διασκευασμένη για το γερμανικό λαό

Το επόμενο διάστημα αφοσιώθηκε στις φιλολογικές του σπουδές υπό την καθοδήγηση του καθηγητή Φρήντριχ Βίλχελμ Ριτσλ, τον οποίο ακολούθησε το φθινόπωρο του 1865 στο πανεπιστήμιο της Λειψίας. Στα τέλη Οκτωβρίου του 1865, ήρθε σε επαφή με το έργο του Σοπενχάουερ το οποίο τον επηρέασε καθοριστικά. Εξίσου μεγάλη επίδραση στη φιλοσοφική του σκέψη είχε το έργο του Φρήντριχ Άλμπερτ Λάνγκε, Ιστορία του υλισμού (Geschichte des Materialismus), το οποίο ο Νίτσε θεωρούσε ως το σημαντικότερο φιλοσοφικό έργο των τελευταίων ετών. Τους επόμενους μήνες αφοσιώθηκε στις πανεπιστημιακές του μελέτες, αναλαμβάνοντας να ολοκληρώσει μία φιλολογική κριτική έκδοση πάνω στο έργο του Θέογνη. Παράλληλα ήταν μέλος του φιλολογικού συλλόγου του Ριτσλ και παρέδιδε διαλέξεις στη φοιτητική λέσχη. Το 1867 κατατάχθηκε στο πυροβολικό σώμα του Νάουμπουργκ όπου διακρίθηκε και πιθανόν να αποκτούσε το βαθμό του λοχαγού αν δεν είχε υποστεί ένα σοβαρό τραυματισμό που τον κατέστησε «προσωρινά ανίκανο υπηρεσίας», θέτοντας ένα τέλος στην στρατιωτική του σταδιοδρομία. Επέστρεψε στο πανεπιστήμιο της Λειψίας, όπου παρέμεινε ως επί πληρωμή φιλοξενούμενος του καθηγητή Μπήντερμαν και εκδότη της εφημερίδας Deutsche Allgemeine όπου εργάστηκε και ο Νίτσε ως κριτικός όπερας. Παράλληλα προσελήφθη ως βιβλιοκριτικός του περιοδικού Literarisches Zentralblatt. Κατά τη δεύτερη παραμονή του στη Λειψία, συναντήθηκε επίσης για πρώτη φορά με το Ρίχαρντ Βάγκνερ, γνωριμία που διατηρήθηκε τα επόμενα χρόνια και τον επηρέασε σημαντικά, καθώς ο Βάγκνερ, του οποίου το έργο εκτιμούσε ιδιαίτερα ο Νίτσε, αποτέλεσε ένα είδος πατρικής φιγούρας για εκείνον.

Πριν ακόμα αποκτήσει τον διδακτορικό του τίτλο, ο Νίτσε επιλέχθηκε για να καταλάβει την έδρα της κλασικής φιλολογίας στο πανεπιστήμιο της Βασιλείας, έχοντας την υποστήριξη του Ριτσλ. Ως καθηγητής παρέδιδε αρχικά διαλέξεις για την ιστορία της αρχαίας ελληνικής ποίησης και για τις Χοηφόρες του Αισχύλου, ωστόσο αργότερα καταπιάστηκε και με θέματα που άπτονταν των προσωπικών του ενδιαφερόντων. Κατά τη διάρκεια του Γαλλοπρωσικού πολέμου (1870-71) υπηρέτησε εθελοντικά στο πλευρό της Πρωσίας, ως βοηθός νοσοκόμος, καθώς η διοίκηση του πανεπιστημίου δεν του επέτρεπε να γίνει στρατιώτης, όπως ο ίδιος επιθυμούσε. Κατά τη διάρκεια της σύντομης θητείας του, ήρθε σε επαφή με την σκληρότητα του πολέμου, ενώ προσβλήθηκε και από αρκετές ασθένειες επιβαρύνοντας ακόμα περισσότερο την ανέκαθεν ασθενική του υγεία.

Μετά την επιστροφή του στη Βασιλεία, ο αμείωτος ενθουσιασμός του για τον Σοπενχάουερ, ο θαυμασμός του στο έργο του Βάγκνερ και οι φιλολογικές σπουδές και μελέτες του συνδυάστηκαν για την έκδοση του πρώτου βιβλίου του, με τίτλο Η Γέννηση της Τραγωδίας (1872). Ο Βάγκνερ εκθείασε το έργο του Νίτσε, όπως και ο φίλος του (λίγο αργότερα καθηγητής φιλολογίας στο Κίελο) Έρβιν Ρόντε. Ωστόσο, η εχθρική κριτική του φιλόλογου Ούλριχ φον Βιλαμόβιτς-Μέλεντορφ που επεσήμανε ανακρίβειες και παραλείψεις, καθώς και του καθηγητή φιλολογίας του πανεπιστημίου της Βόννης Ούζενερ, που αποκάλεσε το βιβλίο «απόλυτη ανοησία», μετρίασαν το βαθμό αποδοχής του στον ακαδημαϊκό κόσμο.

Κατά την παραμονή του στην Ελβετία μέχρι το 1879, ο Νίτσε επισκεπτόταν συχνά τον Βάγκνερ στο Μπαϊρόιτ όπου διέμενε. Την περίοδο 1873-1876, ολοκλήρωσε μία σειρά τεσσάρων δοκιμίων που εκδόθηκαν αργότερα σε μία συλλογή με το γενικό τίτλο Ανεπίκαιροι Στοχασμοί. Τα δοκίμια αυτά πραγματεύονταν γενικότερα τον σύγχρονο γερμανικό πολιτισμό, εστιάζοντας στο έργο του Νταβίντ Στράους (Νταβίντ Στράους:Ο ομολογητής και ο συγγραφέας), στην κοινωνική αξία της ιστοριογραφίας (Για τα οφέλη και τα μειονεκτήματα της ιστορίας για τη ζωή), στον Σοπενχάουερ (Ο Σοπενχάουερ ως παιδαγωγός) και τέλος στον Βάγκνερ (Ο Ρίχαρντ Βάγκνερ στο Μπαϊρόιτ). Για τον Νίτσε, ο Σοπενχάουερ και ο Βάγκνερ αποτελούσαν φωτεινά παραδείγματα προς την ανάπτυξη ενός νέου πολιτισμικού κινήματος που συνέδεε τη μουσική, τη φιλοσοφία και την κλασική φιλολογία. Αργότερα, μετά την απογοητευτική παραγωγή του φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ το 1876, όπου παρουσιάστηκε το Δαχτυλίδι, άρχισε να επέρχεται ρήξη στη σχέση του με τον Βάγκνερ. Το 1878, κατά την τελευταία περίοδο της πανεπιστημιακής του σταδιοδρομίας, ο Νίτσε ολοκλήρωσε το βιβλίο με τίτλο Ανθρώπινο, υπερβολικά ανθρώπινο (Menschliches, Allzumenschliches), έργο που επισημοποιούσε τη ρήξη αυτή[4], σηματοδοτώντας συγχρόνως μία μεταστροφή και διαφοροποίηση των φιλοσοφικών του ιδεών. Το επόμενο διάστημα, η υγεία του κλονίστηκε σοβαρά, υποφέροντας από ημικρανίες που οφείλονταν σε βλάβη του αμφιβληστροειδούς και στα δύο μάτια του, γεγονός που τον ανάγκασε τελικά να υποβάλλει την παραίτηση από το πανεπιστήμιο, στις 2 Μαΐου του 1879, αδυνατώντας να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις του.

Απελευθερωμένος από τις ακαδημαϊκές υποχρεώσεις, ο Νίτσε πέρασε τα επόμενα χρόνια ταξιδεύοντας συχνά σε πόλεις της Ελβετίας, της Γερμανίας ή της Ιταλίας και αναζητώντας κάθε φορά ένα αναζωογονητικό κλίμα που θα βοηθούσε να βελτιωθεί η κατάσταση της υγείας του. Σημαντική βοήθεια του προσέφερε ο πρώην μαθητής του, Πέτερ Γκαστ, ο οποίος είχε εξελιχθεί σε ένα είδος προσωπικού γραμματέα του Νίτσε, καθώς και ο καθηγητής θεολογίας Φραντς Όβερμπεκ μαζί με την Μαλβίντα φον Μέυζενμπουργκ, γνώριμη του από την περίοδο φιλίας του με τον Βάγκνερ. Τις καλοκαιρινές περιόδους θα επισκεπτόταν συχνά τα ορεινά θέρετρα του Sils-Maria ή του Σαίν Μόριτς, ενώ τους χειμώνες κύριοι σταθμοί στις μετακινήσεις του υπήρξαν οι ιταλικές πόλεις της Γένοβας, του Τορίνο, του Ράπαλο, καθώς και η γαλλική Νις. Κατά διαστήματα επέστρεφε στο Νάουμπουργκ όπου επισκεπτόταν την οικογένειά του. Η περίοδος αυτή υπήρξε ιδιαίτερη παραγωγική για τον Νίτσε, παρά τις κρίσεις της ασθένειάς του και τα διαστήματα βαριάς κατάθλιψης στα οποία υπέκυπτε. Από το 1881, δημοσίευε ένα ολοκληρωμένο βιβλίο ή σημαντικό μέρος του, ανά έτος, μέχρι το 1888. Στο διάστημα αυτό ολοκλήρωσε μερικά από τα σημαντικότερα έργα του, όπως η Αυγή (1881), η Χαρούμενη επιστήμη (1882), Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα (1883-85), Πέρα από το καλό και το κακό (1886) και Η Γενεαλογία της Ηθικής (1887). Τα τελευταία δημιουργικά του χρόνια συνέπεσαν με την ολοκλήρωση και έκδοση των έργων Το Λυκόφως των Ειδώλων (Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1888), Αντίχριστος (Σεπτέμβριος 1888), Ίδε ο άνθρωπος (Οκτώβριος-Νοέμβριος 1888) και Νίτσε εναντίον Βάγκνερ (Δεκέμβριος 1888).

Στις 3 Ιανουαρίου του 1889 υπέστη νευρική κατάρρευση ενώ βρισκόταν στην πλατεία Κάρλο Αλμπέρτο του Τορίνο. Αν και τα γεγονότα εκείνης της ημέρας δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένα, σύμφωνα με μία διαδεδομένη εκδοχή, ο Νίτσε είδε έναν αμαξά να μαστιγώνει το άλογό του και τότε με δάκρυα στα μάτια τύλιξε τα χέρια του γύρω από το λαιμό του αλόγου για να καταρρεύσει αμέσως μετά[5][6]. Τις επόμενες ημέρες, απέστειλε πολυάριθμες επιστολές σε οικεία πρόσωπα, που φανέρωναν επίσης την ψυχική διαταραχή του, υπογράφοντας άλλοτε ως «ο Εσταυρωμένος» και άλλοτε ως «Διόνυσος». Στις 10 Ιανουαρίου μεταφέρθηκε σε ψυχιατρική κλινική της Βασιλείας και λίγες ημέρες αργότερα σε κλινική της Ιένας, κατόπιν επιθυμίας της μητέρας του, όπου οι γιατροί διέγνωσαν «παραλυτική ψυχική διαταραχή». Ο λόγος του ήταν παραληρηματικός και τον διακατείχαν παραισθήσεις μεγαλείου κατά τις οποίες αυτοαποκαλούνταν δούκας του Κάμπερλαντ, Κάιζερ ή Φρειδερίκος Γουλιέλμος Δ', συνοδευόμενες συχνά από βίαιες συμπεριφορές. Στις 24 Μαρτίου του 1890 πήρε εξιτήριο από την κλινική και λίγο αργότερα αναχώρησε μαζί με τη μητέρα του για το Νάουμπουργκ.

Την ίδια περίοδο η ζήτηση για τα βιβλία του αυξήθηκε σημαντικά. Η αδελφή του Ελίζαμπετ, ματαίωσε τα σχέδια για μία έκδοση με τα άπαντα του Νίτσε σε επιμέλεια του Πέτερ Γκαστ, επιθυμώντας να είναι εκείνη η βιογράφος του αδελφού της. Οργάνωσε παράλληλα ένα αρχείο με όλα τα χειρόγραφά και το μεγαλύτερο μέρος της αλληλογραφίας του, ενώ όρισε ως επιμελητή τον Φριτς Καίγκελ αντί του Γκαστ. Το Δεκέμβριο του 1895 εξασφάλισε επίσης όλα τα δικαιώματα των έργων του Νίτσε, που μέχρι πρότινος κατείχε η μητέρα του.

Μετά το θάνατό της μητέρας του το 1897, ο Νίτσε έζησε στη Βαϊμάρη μαζί με την αδελφή του. Το καλοκαίρι του 1898 υπέστη ελαφρύ εγκεφαλικό που οδήγησε στην επιδείνωση της κατάστασής του. Τον επόμενο χρόνο ακολούθησε ένα ακόμα σοβαρότερο εγκεφαλικό επεισόδιο και στις 25 Αυγούστου 1900 πέθανε έχοντας προσβληθεί από πνευμονία. Τα συμπτώματα του οδήγησαν στο συμπέρασμα πως η ασθένειά του ήταν συφιλιδική (αυτή ήταν η αρχική διάγνωση στις κλινικές της Βασιλείας και της Ιένας), ωστόσο παραμένουν αδιευκρίνιστα τα ακριβή αίτια της διαταραχής του. Η ταφή του έγινε στο κοιμητήριο του Ραίκεν, ακολουθώντας την παραδοσιακή λουθηρανική τελετουργία, σύμφωνα με επιθυμία της αδελφής του

Πηγή :Wikipedia, Glbtq.Com
   
 
εισάγετε την κριτική σας
13 Οκτωβρίου
Reed Erickson

Ο Reed Erickson υπήρξε μία αινιγματική φιγούρα, συχνά αντικείμενο εικασιών για τη ζωή του. Ήταν από τους πρώτους ίσως τρανσέξουαλ άντρες (από γυναίκα προς άντρα), γνωστός για την φιλανθρωπική του δραστηριότητα. Ακόμη δε υπάρχει και το ίδρυμα Erickson Educational Foundation που ίδρυσε ο ίδιος.

Ο Erickson γεννήθηκε ως Rita Alma Erickson στο El Paso του Τέξας στις 13 Οκτωβρίου του 1917. Μεγάλωσε στην Philadelphia και πήρε μαθήματα γραμματέως στο Temple University, δεν έδειξε όμως ενδιαφέρον για το επάγγελμα.

Στην συνέχεια μετακόμισε με την οικογένειά της στο Baton Rouge της Louisiana, όπου σπούδασε μηχανικός στο Louisiana State University. Αποφοιτά το 1946, όντας η πρώτη γυναίκα με τέτοιο πτυχίο.

Στην αρχή εργάστηκε στην οικογενειακή επιχείρηση, ενώ αργότερα άνοιξε δική της, με αντικείμενο τη κατασκευή κερκίδων και σταδίων. Βοήθησε ωστόσο τον πατέρα της έως τον θάνατό του το 1962.

Η Erickson έζησε ως λεσβία έως τη δεκαετία του 50 κατά την οποία ήταν υπό επιτήρηση από το FBI καθώς ήταν μέλος σε αριστερίστικες οργανώσεις. Το 1963 σε ηλικία 46 ετών αποφασίζει υπό την επίβλεψη του γιατρού Dr. Harry Benjamin να παίρνει ορμόνες για να γίνει άντρας και αλλάζει το όνομά της σε Reed.

Το 1964 ιδρύει το ίδρυμα Erickson Educational Foundation, το οποίο θα αφιερωνόταν στην έρευνα περιοχών της ψυχιατρικής που έως τότε δεν τις εξέταζε η κλασσική έρευνα. Το ίδρυμα αυτό υποστήριξε σε πολλές περιπτώσεις οικονομικά τις τρανσέξουαλ οργανώσεις αλλά όχι μόνο. Υποστήριξε το νεότευκτο γκέι περιοδικό ONE με το συνολικό ποσόν των εκατομμυρίων δολαρίων στις δεκαετίες του 60 και του 70. Υποστηρίχτηκαν επίσης έρευνες στην ομοιοπαθητική, την βελονοθεραπεία, έρευνα πάνω στα όνειρα, καθώς επίσης και στην επικοινωνία των δελφινιών. Πολλοί συνεργάτες του ιδρύματος, όπως ο John Money έδωσαν την πολύτιμη γνώση τους σε συνέδρια πάνω στον τρανσεξουαλισμό, ενώ έγιναν επίσης πλήθος δωρεών προς την έρευνα.

Ως άνδρας πλέον, παντρεύτηκε τρεις φορές και έγινε πατέρας δύο παιδιών. Έζησε ως το 1992 και πέθανε στο Μεξικό στις 3 Ιανουαρίου.

Πηγή : Glbtq.Com
   
 
εισάγετε την κριτική σας
 
 
ΠΟΛΥΧΡΩΜΟΣ ΠΛΑΝΗΤΗΣ - COLOURFUL PLANET: Ε. Αντωνιάδου 6, Πεδίον Άρεως ΑΘΗΝΑ Τ.Κ. 10434 - Τηλ. 210 8826600, 8826605 Fax 210 8826898
Πίσω Πάνω

powered by Marinet
copyright © 2004
Marinet Web design and development