::: ΠΟΛΥΧΡΩΜΟΣ ΠΛΑΝΗΤΗΣ - COLOURFUL PLANET - ΕΚΔΟΣΕΙΣ - ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ::::::....
 
 
 
Εκδόσεις Πολύχρωμος Πλανήτης- Οι εκδόσεις μας
Gay Λογοτεχνία
Λεσβιακή Λογοτεχνία - Ποίηση
Τρανς Λογοτεχνία
LGBT Θέατρο - Κινηματογράφος - Τέχνες
LGBT Μελέτες- Δοκίμια
Λογοτεχνικά Χρονικά
Ποίηση
Αστυνομική λογοτεχνία
Photobooks
Κόμικ
Ημερολόγια
Περιοδικά
Οι Σελιδοδείκτες μας
Υπό Έκδοση
Βιβλιοπωλείο Πολύχρωμος Πλανήτης
Gay Λογοτεχνία
Gay Ποίηση
Gay Σεξουαλικότητα
Λεσβιακή Λογοτεχνία - Ποίηση
Transsexual Λογοτεχνία - Ποίηση
LGBT Θέατρο - Κινηματογράφος - Τέχνες
LGBT Δοκίμια - Βιογραφίες - Μαρτυρίες
Σεξουαλικότητα
BDSM Λογοτεχνία
Γενική Λογοτεχνία
Γκραβούρες
Παιδική λογοτεχνία
Ξενόγλωσσα Βιβλία
Lesbian books
Gay Books
Transsexual Books
LGBT Books
Συγγραφείς
Έλληνες Συγγραφείς
Ξένοι Συγγραφείς
Ταξιδιωτικοί Οδηγοί - Gay & Lesbian Guides
Spartacus Guides
Damron Guides(NEW)
Photobooks - Comics
Gmunder Gay Photobooks
Goliath Gay Photobooks
Art Books - Λευκώματα Τέχνης
FotoFactory Gay Photobooks
Taschen Books
Other Gay Photobooks
Lesbian Photobooks
Bel Ami Productions
Comic Gay Photobooks
Ralf Koenig Comics
BDSM PHOTOBOOKS
Transsexual Photobooks
Postcards
Ημερολόγια - Calendars 2011
Lesbian Calendars 2011
DVD
Gay DVD
Lesbian DVD
Transsexual DVD
Queer as Folk USA Series
Μουσικά DVD
Queer as Folk British Series
The L-Word
Six feet under - Γραφείο κηδειών Φίσερ
DVD Γενικού Ενδιαφέροντος
Comic DVD's
Gay Τηλεοπτικές Σειρές
Erotic Gay DVD
Bel Ami DVD's
K. Bjorn DVD's
RASCAL DVD's
Μουσικά CD
Ελληνική Μουσική
Soundtrack Ταινιών
Rainbow Είδη Δώρων
Σημαίες
Lesbian T-shirts
Βραχιόλια
Καρφίτσες
Mousepad
Αυτοκόλλητα
Πετσέτες
Ποτήρια - Κούπες
Βεντάλιες
Πορτοφόλια
Καπέλα
Ανοιχτήρια- Μπρελόκ
Rainbow κουκλάκια
ΛΕΣΒΙΑΚΕΣ ΚΑΡΤΕΣ
GAY ΚΑΡΤΕΣ
Φωτιστικά
Κηροπήγια
Άλατα-Καλλυντικά
ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ - ΤΥΠΟΣ
Λογοτεχνικά Περιοδικά
Ελληνικός LGBT Tύπος - Περιοδικά
Ξενόγλωσσος LGBT Tύπος - Περιοδικά
Ερωτικά Gay Περιοδικά
Πίνακες Ζωγραφικής
Gay Πίνακες
Λεσβιακοί Πίνακες
Αφιερώματα σε Gay, Λεσβίες, Transsexual Συγραφείς - Ποιητές - Καλλιτέχνες
Άλαν Χόλινγκχερστ
Πατρίτσια Χάισμιθ
Γουίλιαμ Μπάροουζ
R.W. Fassbinder
Λογοτεχνικός Διαγωνισμός
Διαγωνισμός Ποίησης 06-07
Διαγωνισμός Διηγήματος 2005
Λογοτεχνικές Εκδηλώσεις
Φωτογραφίες Εκδηλώσεων Πολύχρωμου Πλανήτη
Λογοτεχνικές Βραδιές
Συζητήσεις - Ομιλίες
Παρουσιάσεις νέων βιβλίων
LGBT Ειδήσεις - Δελτία Τύπου - Άρθρα
***HEADLINE NEWS***
Πολύχρωμες Ειδήσεις
LGBT ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΝΕΑ - ΤΕΧΝΕΣ
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
Δελτία Τύπου
Άρθρα
Τι έγραψε ο Τύπος για μας
Το σκίτσο της εβδομάδας
Clips - videos
Athens Pride 2007-Photos
Athens Pride 2008 - Videos
Τα LGBT σύμβολα
*** Σαν Σήμερα ***
LGBT People in History
Ιανουάριος
Φεβρουάριος
Μάρτιος
Απρίλιος
Μάιος
Ιούνιος
Ιούλιος
Αύγουστος
Σεπτέμβριος
Οκτώβριος
Νοέμβριος
Δεκέμβριος
Banners
Banners
 
Newsletter
Παρακαλούμε εισάγετε το e-mail σας αν θέλετε να καταχωρηθείτε στην λίστα αλληλογραφίας για να ενημερώνεστε μέσω e-mail για τις δραστηριότητές μας.
 
*** οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½ οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½ ***
LGBT People in History >> οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½
 
1 Ιουλίου
Τσαρλς Λότον


Ο Τσαρλς Λότον το 1940.
Ο Τσαρλς Λότον υπήρξε διακεκριμμένος αγγλο-αμερικανός ηθοποιός θεάτρου και κινηματογράφου και σκηνοθέτης. Πολλοί θεωρούν επίσης ότι ο Λότον ήταν μια βασανισμένη ψυχή η οποία κατά το πλείστον της ζωής του, υπέφερε από την αυτό-αποστροφή και την εσωτερικευμένη ομοφυλοφοβία. Η παρ’ όλα αυτά επιτυχία του ως ηθοποιού, δεν κατάφερε να τον κάνει ευτυχή και με πολλούς τρόπους δηλητηρίασε τη ζωή του.

Με βαθιά αισθήματα ντροπής για τις επιθυμίες του, ο Τσαρλς Λότον, πέθανε σε ηλικία 62 ετών χωρίς να έχει ποτέ μιλήσει ή συζητήσει για την ομοφυλοφιλία του – κάτι που σε γενικές γραμμές ήταν η νόρμα για τη γενιά του. Είχε μιλήσει γι’ αυτό στη γυναίκα του, Elsa Lanchester, ένα χρόνο μετά τον γάμο τους. Εκείνη μίλησε δημόσια γι’ αυτό το θέμα για πρώτη φορά το 1983, στο βιβλίο της Elsa Lanchester, Herself.

Εργάστηκε τόσο στη Μεγάλη Βρετανία, όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εμφανίστηκε σε 38 θεατρικά έργα, έπαιξε σε 52 ταινίες και υπήρξε αφηγητής σε πολλά σόου. Εκτός όλων αυτών σκηνοθέτησε μία και μόνο ταινία, το Night of the Hunter (1955), το οποίο όμως είχε κακές κριτικές και ήταν οικονομικά αποτυχία. Σήμερα πλέον, μετά από τόσα χρόνια θεωρείται καλτ έργο. Στις αποτυχίες του επίσης συγκαταλέγεται η εμφάνισή του στον ρόλο του Βασιλιά Ληρ το 1959.

Στο βιβλίο του, Charles Laughton: A Difficult Actor, ο ανοικτά γκέι ηθοποιός, σκηνοθέτης και συγγραφέας, Simon Callow, διατυπώνει την άποψη ότι ο Τσαρλς Λότον διοχέτευσε τον πόνο και τα βάσανά του στη σκηνή και στη μεγάλη οθόνη κρατώντας λεπτές ισορροπίες προς χάριν της τέχνης.

Ο Τσαρλς Λότον, γεννήθηκε την 1η Ιουλίου του 1899 στο Γιορκσάιρ της Αγγλίας, γιος της Eliza Conlon και του Robert Laughton, ιδιοκτήτη πανδοχείου στο Σκάρμπορω. Φοίτησε στο Jesuit Stonyhurst College, στο Lancastershire, αριστεύοντας στα μαθηματικά. Ωστόσο παράλληλα δείχνει ενδιαφέρον και βαθύ πάθος για το θέατρο. Παίρνει το πτυχίο του το 1915 και επιστρέφει στην οικογενειακή επιχείρηση και μετά κατατάσσεται στον στρατό.

Επιστρέφοντας από τον στρατό μετά τον 1ο παγκόσμιο πόλεμο το 1919, απασχολείται πάλι στην οικογενειακή επιχείρηση έως ότου παίρνει την άδεια από τον πατέρα του να σπουδάσει στο βασιλικό θέατρο το 1925. Ο πρώτος του ρόλος θα έρθει το 1926, στο έργο του Γκογκόλ, The Government Inspector, στο London's West End.

Μετά από αρκετές επιτυχίες στη θεατρική σκηνή του Λονδίνου, εμφανίζεται στο Μπρόντγουεϊ το 1931 και μετά πηγαίνει στο Χόλυγουντ. Η πρώτη του εμφάνιση στο κινηματογραφικό πανί είναι στην ταινία του James Whale, The Old Dark House (1932).

Το 1936 κριτικοί κινηματογράφου του καταλογίζουν ότι οι χαρακτήρες που συνήθως επιλέγει είναι «ξεκάθαρα αποκρουστικοί». Ο ίδιος θα χαρακτηρίσει την κινηματογραφική του περσόνα ως «ασουλούπωτη, παράξενη, μοχθηρή, λεοντώδη».

Παρ’ ότι οι δημοσιογράφοι όταν τον κριτίκαραν δεν στόχευσαν ποτέ στην ομοφυλοφιλία του κατευθείαν, δεν έδειξαν κανέναν ηθικό ενδοιασμό να στιγματίσουν την παχυσαρκία του. Ο Λότον απαντούσε με κομπασμό «με την μεγαλοσωμία μου κατάφερα να πάρω μεγάλους ρόλους».

Όλα αυτά όμως κατά το μάλλον όμως ήταν λεονταρισμοί: ο ίδιος δεν αισθανόταν καθόλου άνετα με τη σωματική του διάπλαση, αλλά και με τις ερωτικές του επιθυμίες που επιμελώς έκρυβε. Αργότερα θα δήλωνε ότι «ποτέ δεν είχα κάποια ρομαντική περιπέτεια» και θα συμπλήρωνε «ο σαδισμός είναι πιο κοντά στον τύπο μου».

Το 1933 θα κερδίσει το Βραβείο Ακαδημίας για την ταινία The Private Life of Henry VIII. Επίσης καλές κριτικές είχε λάβει για τις εμφανίσεις του στις ταινίες Man with Red Hair (1928), On the Spot (1930), Payment Deferred (1931), Devil and the Deep (1932), Sign of the Cross (1932), και The Barretts of Wimpole Street (1934).

Μετά το βραβείο ο Λότον θα έχει όλες τις επευφημίες ενός σταρ, ενώ μεγάλες επιτυχίες θα είναι τα Mutiny on the Bounty (1935) και το The Hunchback of Notre Dame (1939, ως Κουασιμόδος). Οι επιτυχίες όμως δεν μπορούσαν να γιατρέψουν τη μοναξιά του και συχνά ζητούσε τη συντροφιά νεαρών αντρών, όπως ο προσωπικός του βοηθός και ο μασέρ του. Με αυτούς διατήρησε μακροχρόνιους και ρομαντικούς δεσμούς. Ένιωθε περισσότερο ευτυχής και παραγωγικός όταν βρισκόταν σε μια ρομαντική σχέση, όταν όμως η σχέση αυτή διαλυόταν, η μοναξιά επέστρεφε αδυσώπητη.

Πολλοί και πολλές ηθοποιοί που είχε συνεργαστεί γνώριζαν την ομοφυλοφιλία του Λότον. Όμως πάντα εκείνος ένιωθε ότι η ομοφυλοφιλία του τον έκανε ευάλωτο.

Παρ’ ότι ο Λότον ένιωθε τρόμο ότι θα μπορούσε να ξεσπάσει δημόσιο σκάνδαλο για την προσωπική του ζωή, πολλές φορές τον συνόδευαν εραστές του στα γυρίσματα για να μπορεί να είναι χαλαρός. Οι φόβοι του έγιναν πραγματικότητα όταν σε αντιπαράθεση με τον Χένρι Φόντα στο θεατρικό έργο The Caine Mutiny Court Martial (1954), ο Φόντα του είπε δημόσια «τι ξέρεις εσύ για τους πραγματικούς άνδρες, χοντρή αδερφή».

Τα επόμενα χρόνια ο Λότον εμφανίστηκε σε λιγότερα φιλμ και περισσότερο σε δεύτερους ρόλους. Ανάμεσα στις επιτυχίες αυτής της εποχής συγκαταλέγονται τα Witness for the Prosecution (1957), Advise and Consent (1962). Ο Λότον μπόρεσε να νιώσει περισσότερο άνετα, όταν η γυναίκα του αγόρασε σπίτι δίπλα στο σπίτι των Κρίστοφερ Ίσεργουντ και του συντρόφου του Ντον Μπάχαρντι. Γίναν πολύ στενοί φίλοι και το ζευγάρι των δύο καλών του φίλων τον βοήθησε να βρει έναν μεγαλύτερο βαθμό αυτό-εκτίμησης και αποδοχής.

Ο Τσαρλς Λότον πέθανε στις 15 Δεκεμβρίου του 1962 στο Χόλυγουντ.

Βιβλιογραφία

- Callow, Simon. Charles Laughton: A Difficult Actor. London: Methuen, 1987.
- Higham, Charles. Charles Laughton: An Intimate Biography. New York: Doubleday, 1976.
- Lanchester, Elsa. Elsa Lanchester Herself. New York: St. Martin's Press, 1983.
- _____. Charles Laughton and I. New York: Harcourt Brace, 1938.
- McVay, Douglas. "Intolerant Giant." Films and Filming (March 1993): 20-24.

Πηγή: Glbtq.Com
   
 
εισάγετε την κριτική σας
2 Ιουλίου
Σίλβια Ριβέρα

Η Σίλβια Ριβέρα υπήρξε θρυλική αγωνίστρια στον αγώνα για τα δικαιώματα των διαφυλικών ατόμων, σύμβολο μαχητικότητας στον χώρο των τρανσέξουαλ και βετεράνος αγωνίστρια των Stonewall Riots. Είναι σίγουρα από τους ανθρώπους που το σύγχρονο κίνημα απελευθέρωσης λοατ δικαιωμάτων, οφείλει πολλά. Πράγματι, η Σύλβια Ριβέρα, αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της στον τρανσέξουαλ, αλλά και γκέι ακτιβισμό, ακούραστα. Παράλληλα, η ίδια αντιμετώπισε την τρανσφυλοφοβία σε πολλές περιπτώσεις, ακόμη και μέσα από την λοατ κοινότητα.

Γεννήθηκε στις 2 Ιουλίου του 1951 και το πλήρες (άρρεν) όνομα ήταν Ρέι Ριβέρα Μεντόζα. Στα έντεκά της χρόνια εγκατέλειψε το σπίτι της και πήγε στη Νέα Υόρκη, όπου άρχισε να εμφανίζεται ως ντραγκ κουήν στην Τάιμς Σκουέρ και από μικρή έκανε πορνεία. Κατά τη δεκαετία του ’60 κατάφερε να επιβιώσει στους δρόμους της Νέας Υόρκης, μαθαίνοντας από πρώτο χέρι τι σημαίνει κίνδυνος και βιώνοντας την κοινωνική αδικία.

Στις 27 Ιουνίου του 1969 ήταν από τις πρώτες που βρέθηκαν μέσα στο πλήθος που είχε μαζευτεί έξω από το Στόνγουωλ Ινν όταν διαδόθηκε ότι η αστυνομία, για ακόμη μία φορά είχε επέμβει. Εκείνη ήταν η πρώτη που πέταξε την πρώτη μολότωφ και η φωτιά άναψε. Την ακολούθησαν και οι υπόλοιποι με ότι έβρισκαν μπροστά τους – το Στόνγουωλ είχε μπει πια στην ιστορία.

Το 1970 θα συμμετάσχει ενεργά στην Gay Activists Alliance (GAA) και θα εργαστεί με θέρμη για να περάσει στη Νέα Υόρκη νόμος κατά των διακρίσεων. Συγκέντρωσε τα φώτα της δημοσιότητας όταν προσπάθησε να μπει στο δημαρχείο της Νέας Υόρκης παρά την απαγόρευση από αστυνομική δύναμη, διεκδικώντας να μιλήσει για τον νέο νόμο. Παρά την επιμονή της Ριβέρα, αλλά και άλλων τρανσέξουαλ, η GAA αποφασίζει να μην συμπεριλάβει στις προτάσεις της για τον νέο νόμο, τα διαφυλικά άτομα, με την δικαιολογία ότι έτσι ο νόμος θα μπορούσε να περάσει πιο εύκολα.

Η Ριβέρα σοκαρίστηκε και απογοητεύτηκε από την απόφαση της ίδιας της οργάνωσής της. Ήρθε αντιμέτωπη με την σκληρή πραγματικότητα ότι το τότε γκέι κίνημα στην ουσία ήθελε να απορρίψει από τους κόλπους του τις τρασνέξουαλ και τις ντραγκ κουήν.

Μην έχοντας πια την ψευδαίσθηση ότι το γκέι κίνημα θα υποστήριζε τα διαφυλικά άτομα, το 1970, μαζί με την Marsha P. Johnson, ίδρυσε την ομάδα Street Transvestite Action Revolutionaries (S.T.A.R.) – Επαναστατική Δράση Δρόμου Τραβεστί. Ο σκοπός της ομάδας ήταν η κοινωνική δράση για τα δικαιώματα των διαφυλικών ατόμων.

Παράλληλα, ενεργοποιείται ώστε να δημιουργηθεί στο East Village, οικία που θα μπορούσε να παράσχει βοήθεια στα τρανσέξουαλ άτομα που ήταν αβοήθητα κάτω από την ομπρέλα της S.T.A.R. Πράγματι τα κατάφερε, όμως τελικά η οικία αυτή μπόρεσε να λειτουργήσει μόνο δύο χρόνια λόγω των οικονομικών δυσκολιών. Ωστόσο όμως η κίνησή της αυτή θεωρείται ιστορικά ιδιαίτερα σημαντική, γιατί αποτέλεσε το πρότυπο δημιουργίας άλλων τέτοιων ιδρυμάτων που δημιουργήθηκαν στο μέλλον για την προστασία των διαφυλικών ατόμων που ήταν άπορα.

Προς το τέλος της δεκαετίας του ’70 θα ενεργοποιηθεί ακόμη περισσότερο στον glbtq ακτιβισμό. Παράλληλα, ζει στο Tarrytown της Νέας Υόρκης και εργάζεται στην Marriott Corporation ως μάνατζερ σίτισης έως τις αρχές του 1990, όταν θα αντιμετωπίσει προβλήματα με συναδέλφους της.

Θα επιστρέψει στην Νέα Υόρκη, μη έχοντας χρήματα ούτε για το νοίκι της. Για αρκετά χρόνια θα ζει άπορη στην Christopher Street και στις προβλήτες και το 1997 θα καταφέρει να πάει στο Transy House Collective στο Park Slope του Μπρούκλιν. Αυτό το ίδρυμα είχε ιδρυθεί για την προστασία των διαφυλικών ατόμων, στα πρότυπα αυτού που είχε εκείνη ιδρύσει με την S.T.A.R. στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Εκεί μπόρεσε να βρει γαλήνη, και εκτός από την βοήθεια που μπόρεσε να βρει η ίδια, εργαζόταν και αυτή για να παράσχει υποστήριξη στα διαφυλικά άτομα που κατέφευγαν εκεί.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 ξανασηκώνεται στα πόδια της, και ασχολείται ξανά με τον ακτιβισμό. Το 2000 μαζί με άλλες τρανσέξουαλ επανα-ιδρύει τις S.T.A.R. και κάτω από την καθοδήγησή της η S.T.A.R. κατάφερε να πιέσει την Human Rights Campaign ώστε να συμπεριλάβει στις διεκδικήσεις το ζήτημα της ταυτότητας φύλου καθώς και να συμπεριληφθούν τα διαφυλικά άτομα σε νόμο κατά των διακρίσεων.

Από αρκετά μικρή η Ριβέρα, είχε καρκίνο στο ήπαρ. Αυτό επιρέαζε την ενεργητικότητά της, όμως εκείνη ήταν ακούραστη αγωνίστρια. Ακόμη και μέσα από το νοσοκομείο, μετά το 2000 εργαζόταν για τα δικαιώματα των διαφυλικών ατόμων. Λίγες ώρες προτού αφήσει την τελευταία της πνοή, στις 19 Φεβρουαρίου του 2002, στο St. Vincent's Hospital, στο Γκρίνγουϊτς Βίλιτζ, η Σίλβια Ριβέρα είχε συνάντηση με ηγετικά στελέχη του γκέι κινήματος της Νέας Υόρκης προσπαθώντας να τους πείσει για τα πιστεύω της.

Στην μνήμη πολλών είχε μείνει από τη φράση: “I’m not missing a minute of this, it’s the revolution.”

Τιμώντας την, η συμβολή των γωνιών Christopher και Hudson, ονομάστηκε "Rivera Way", το 2005, δύο μόλις στενά από το Στόουνγουωλ Ινν.

Επίσης λίγο μετά το θάνατό της, ιδρύθηκε το Sylvia Rivera Law Project (Αύγουστος 2002) από έναν εισαγγελέα και την τρανσέξουαλ ακτιβίστρια Dean Spade. Σκοπός η υποστήριξη των διαφυλικών ατόμων, νομική και ηθική, και όπως περιγράφεται στην ιδρυτική πράξη «σκοπός είναι η εγγύηση της ελευθερίας στον αυτο-προσδιορισμό, στην ελευθερία επιλογής κοινωνικού φύλου, έκφρασης, υπεράσπισης από τις διακρίσεις και τη βία».

Βιβλιογραφία

- Duberman, Martin. Stonewall. New York: Penguin, 1993.
- Marcus, Eric. Making Gay History: The Half-Century Fight for Lesbian and Gay Equal Rights. Rev. ed. New York: Perennial, 2002.

Πηγή: Glbtq.Com

Ακολουθεί ντοκυμαντέρ 26 λεπτών πάνω στη ζωή και τη δράση της Σύλβια Ριβέρα. Αξίζει πραγματικά να το δείτε.


Sylvia-Rivera -
   
 
εισάγετε την κριτική σας
3 Ιουλίου
Έλεν Θέλμα Γουντ

Η Θέλμα Γουντ θα είχε παραμείνει στη μνήμη απλώς ως μία «σκοτεινή» καλλιτέχνης που τα περισσότερα έργα της ήταν αργυρής απόχρωσης πίνακες και γλυπτά, εάν η Τζούνα Μπαρνς δεν είχε δραματοποιήσει την επί οκτώ χρόνια σχέση τους στο μυθιστόρημά της Nightwood.

Η Θέλμα Γουντ ήταν το δεύτερο από τα τέσσερα παιδιά της οικογενείας της και γεννήθηκε στις 3 Ιουλίου του 1901 στο Κάνσας - μεγάλωσε στο Σεντ Λούις. Αγαπούσε τα ζώα, τη μαγειρική, ενώ ήταν ανδροπρεπής και μαγνήτιζε σεξουαλικά.

Το 1921 εγκατέλειψε το Σεντ Λιούις και εγκαταστάθηκε στο Παρίσι για να σπουδάσει γλυπτική. Είχε έναν σύντομο δεσμό με την αμφισεξουαλική ποιήτρια Edna St. Vincent Millay (1892-1950). Λίγο αργότερα συνδέθηκε για μικρό χρονικό διάστημα ερωτικά με την Berenice Abbott (1898-1991), η οποία μετέπειτα έγινε φωτογράφος. Παρέμεινε όμως φίλη της σε όλη της τη ζωή, ενώ την γνώρισε στην Τζούνα Μπαρνς.

Οι δύο γυναίκες είχαν μια θυελλώδη σχέση από το 1921 έως το 1929. «Καύσιμο» της σχέσης το σεξ, το αλκοόλ, μερικές φορές η μαριχουάνα. Παρ’ ότι η Μπαρνς επιθυμούσε μια μονογαμική σχέση (και πράγματι ήταν για κάποια χρόνια), η Γουντ είχε και άλλες εμπειρίες και με τα δύο φύλα.

Η Μπαρνς την ενεθάρρυνε στην καλλιέργεια της τέχνης της. Παρ’ ότι λίγα από τα έργα της σώζονται, γνωρίζουμε ότι εύκολα μπόρεσε να τα εκθέσει στις Milch Galleries στη Νέα Υόρκη το 1931 έχοντας μία πολύ καλή τύχη.

Το 1928, λίγο πριν λήξει η σχέση της με την Μπαρνς, γνωρίζει την Henriette McCrea Metcalf (1888-1981) και λίγο αργότερα οι δύο γυναίκες φεύγουν μαζί για τη Νέα Υόρκη. Ωστόσο ακόμη εξακολουθεί να γράφει ερωτικές επιστολές στην Μπαρνς, στις οποίες της εκδηλώνει την αγάπη της.

Το 1932 η Metcalf την υποστηρίζει οικονομικά στις σπουδές της στην Φλωρεντία και το 1934 εγκαθίστανται στο Sandy Hook του Κονέκτικατ. Εκεί με την βοήθεια της Metcalf ανοίγει επιχείρηση κέτερινγκ, αλλά αποτυγχάνει.

Όταν το 1936 η Μπαρνς εκδίδει το μυθιστόρημα Nightwood, η Γουντ αναγνωρίζει τον εαυτό της και εξοργίζεται με την Μπαρνς· σταματά και να της μιλά. Η Γουντ νιώθει ότι η Μπαρνς διέστρεψε την πραγματικότητα και ισχυρίστηκε ότι το βιβλίο αυτό της κατέστρεψε τη ζωή.

Το 1942 ή το 1943, η Metcalf προσφέρει χρήματα στην Γουντ ως αντίτιμο για να εγκαταλείψει το σπίτι που μοιράζονταν και να τελειώσει έτσι η 16-χρονη σχέση τους. Από όταν χώρισαν και μετά δεν ξαναμίλησαν, ακόμη και όταν η Γουντ πέθαινε και ζήτησε να την δει, εκείνη αρνήθηκε.

Μετά τον χωρισμό της με την Metcalf, συνδέεται ερωτικά με την Margaret Behrens (1908-1986), κτηματομεσίτη και έμπορα αντικών και μετακομίζει στο σπίτι της στο Μονρόε του Κονέκτικατ. Η σχέση τους θα κρατήσει μέχρι τον θάνατο της Γουντ, είκοσι επτά χρόνια αργότερα.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’60, μαθαίνει ότι έχει καρκίνο του μαστού με μετάσταση στον πνεύμονα και στη σπονδυλική στήλη. Πέθανε το 1970.

Βιβλιογραφία

- Broe, Mary Lynn, ed. Silence and Power: A Reevaluation of Djuna Barnes. Carbondale and Edwardsville: Southern Illinois University Press, 1991.
- Cooper, Emmanuel. The Sexual Perspective: Homosexuality and Art in the Last 100 Years in the West. London and New York: Routledge & Kegan Paul, 1974.
- Field, Andrew. Djuna: The Life and Times of Djuna Barnes. New York: G. P. Putnam's Sons, 1983.
- Herring, Phillip. Djuna: The Life and Work of Djuna Barnes. New York: Viking, 1995.
- _____. "Djuna Barnes and Thelma Wood: The Vengeance of Nightwood." Journal of Modern Literature 18.1 (1992): 5-18.

Πηγή: Glbtq.Com
   
 
εισάγετε την κριτική σας
5 Ιουλίου
Ζαν Κοκτό


Φωτογραφικό πορτραίτο του Ζαν Κοκτό από τον George Platt Lynes
Λίγες προσωπικότητες στην ιστορία του εικοστού αιώνα παραμένουν τόσο διάσημες και συγχρόνως ουσιαστικά άγνωστες, όσο ο Ζαν Κοκτό. Το είχε πει κι ο ίδιος σε μία από τις συνεντεύξεις που έδωσε στα τελευταία χρόνια της ζωής του (1889–1963), προσθέτοντας όμως ότι το να είναι κανείς διάσημος και άγνωστος σημαίνει ότι προσφέρεται για να τον ανακαλύψουμε. Χρειάστηκε να περάσουν σαράντα χρόνια από τον θάνατό του, το αποτέλεσμα όμως είναι πραγματικά εντυπωσιακό.

Ο Κοκτό, αυτός ο «βαρώνος φάντασμα της γαλλικής τέχνης», όπως τον αποκαλεί η «Λε Μοντ», γνώρισε στο πέρασμά του σχεδόν «τους πάντες». Βραβεύτηκε από τη γαλλική Ακαδημία Γραμμάτων και Τεχνών, αγαπήθηκε και μισήθηκε με πάθος γιατί ακριβώς ήταν το αρνητικό της εικόνας που έχουμε για τον μοντέρνο καλλιτέχνη των αρχών του αιώνα. Εστέτ, ναρκισσευόμενος, κοσμικός και απίστευτα φιλόδοξος, αναζήτησε τη φήμη, τον θαυμασμό και την ηδονή, ασχολήθηκε με την ποίηση και την τέχνη, αλλά και τη μόδα. Η ίδια του η ζωή και η εικόνα ήταν ίσως το μοναδικό του αριστούργημα, «μια οριζόντια πτώση» έλεγε ο ίδιος, ποιητική και σουρεαλιστική, γεμάτη πάθη και τραγική «αγωνία». Για την ποίηση έλεγε ότι δεν «ανακατεύεται μαζί της, αλλά περιμένει από εκείνη να έρθει προς το μέρος του»: «Η μέθοδός μου είναι απλή, προσπαθώ να φτιάξω ένα τραπέζι. Σειρά σας, μετά, να κάτσετε εκεί και να φάτε». Ο Πικάσο έλεγε γι’ αυτόν ότι ήταν ο λιγότερο λογοτεχνικός των ποιητών. Στην τέχνη γενικότερα τον ενδιαφέρουν το μαγικό στοιχείο, η μεταφυσική και το όνειρο που όμως συγχέεται με την πραγματικότητα· είναι ολοφάνερο στις ταινίες του. «Ο κινηματογράφος μάς δίνει τη δυνατότητα να κάνουμε ορατό το αόρατο, να ρυθμίσουμε στον ρυθμό μας τη ροή των πραγμάτων».


Στοιχειωμένος από τον μύθο του Ορφέα, το πέρασμα στον Αδη, την ενδιάμεση αυτή κατάσταση μεταξύ πραγματικότητας και οπτασίας, ζωής και θανάτου, στοιχειωμένος σε βαθμό αυτοκαταστροφικό από την ίδια του την εικόνα, θα εθιστεί τα περισσότερα χρόνια της ζωής του στο όπιο. Θα γράψει πολύ γι’ αυτό («Οπιο», 1924 κ.ά.), ποτέ με διάθεση απολογητική, περιγράφοντας περισσότερο τις «αποκαλυπτικές του αρετές», τη λειτουργία του ως «τεχνητού εξισορροπητή» στη ζωή του. Ο συγγραφέας της «Ανθρώπινης Φωνής», δημιουργός της «Ωραίας και το Τέρας» (1945) και της «Διαθήκης του Ορφέα» (1960) ήταν ο μετρ του παστίς και της μεταμόρφωσης, συνεπής μόνο στην κινητικότητα και τη διαφορετικότητα των στυλ. Από ρομαντικός και λυρικός μέχρι νεοκλασικός και αντιδραστικός, χαμαιλέοντας όταν το πρόταγμα του μοντερνισμού και της πρωτοπορίας ήταν η ιδεολογία, οι γεωμετρικές φόρμες, ο πειραματισμός και η εξέλιξη της φόρμας.

Η παρουσίαση του τεράστιου αυτού υλικού γίνεται μέσα από θεματικούς κύκλους, όπως «Παρελάσεις» (το κοσμικό πρόσωπο του Κοκτό), «Συμπτώσεις» (οι εκλεκτικές συγγένειες), «Ο αόρατος» (η σχέση του με την εικόνα του), «Ο άνθρωπος που στρέφεται πίσω» (οι συνεχείς οπισθοδρομήσεις και η νοσταλγία της παιδικής ηλικίας), «ο Κοκτώ διαφεύγει» (η τοξικομανία του) κ.ά., ώστε να φωτιστούν οι πτυχές της προσωπικότητάς του. Καθώς και τα πρόσωπα και τα γεγονότα που τον σημάδεψαν. Οπως, για παράδειγμα, η μυστηριώδης αυτοκτονία του πατέρα του με μια βολή στον κρόταφο, όταν εκείνος είναι μόλις οκτώ χρόνων. Δεν θα μιλήσει ποτέ γι’ αυτό, στην πρώτη του όμως ταινία, «Το αίμα ενός ποιητή» (1932), γυρισμένη τριάντα χρόνια αργότερα, ο πρωταγωνιστής θα προβεί δύο φορές στην ίδια ακριβώς πράξη. Ή η συνάντηση με τον Ραντιγκέ, το μεγαλύτερο ίσως πάθος της ζωής του, του οποίου η απώλεια θα τον καταβάλει τόσο, ώστε να κλειστεί σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, καπνίζοντας την πίπα του και σχεδιάζοντας με μανία το πρόσωπό του στον καθρέπτη. Πρόκειται για την αριστουργηματική σειρά των αυτοπροσωπογραφιών του, που ονομάζει «Jeal’ oiseleur» (Ζαν ο πτηνοθήρας, 1925).

Τα χρόνια που ακολουθούν τον θάνατο του πατέρα του, γεμίζουν από την κοσμική ζωή της μητέρας του, η οποία αποφασίζει ότι εκείνος θα είναι πια «ο μικρός της σύζυγος», καβαλιέρος της στην όπερα και συνοικοδεσπότης της τις Τετάρτες που δέχεται στο σπίτι της μέλη της υψηλής παρισινής κοινωνίας, αλλά και ηθοποιούς και ποιητές. Χάρη σε έναν από αυτούς, τον σημαντικότερο ίσως τραγικό ερμηνευτή της εποχής, Εντουάρ ντε Μαξ, τα πρώτα ποιήματά του θα ακουστούν αμέσως στους ποιητικούς κύκλους της εποχής. Την επομένη της εκδήλωσης το όνομα του δεκαεννιάχρονου Κοκτό είναι γνωστό σε όλο το Παρίσι, ενώ οι προσκλήσεις πολλαπλασιάζονται. Την επόμενη χρονιά θα δημοσιευτεί η πρώτη του ποιητική συλλογή, «Η λάμπα του Αλαντίν», και λίγο αργότερα οι δύο επόμενες, «Le Prince frivole» και «Ο Χορός του Σοφοκλή». Θα γνωρίσει μεταξύ άλλων την κοντέσα Αν ντε Νοάιγ και τον Μαρσέλ Προυστ, που θα αποτελέσει έναν από τους τρεις λογοτεχνικούς του εμπνευστές.

Ο Κοκτό θα επισκεφτεί αρκετές φορές στο σπίτι του τον συγγραφέα της «Αναζήτησης του Χαμένου Χρόνου», η οποία θα τον επηρεάσει βαθιά. Ο χρόνος, η αναδρομή, η επανάληψη, ο καθρέπτης είναι στοιχεία που επανέρχονται ιδιαίτερα στις ταινίες του. Οπως και η σχέση του με το φως και το σκοτάδι, με τη μη ορατή όψη των πραγμάτων. Η σειρά με τις μάσκες που έφτιαξε για την «Αντιγόνη» (λυρικό δράμα) στα 1927 εκτίθενται δίπλα στη δεύτερη σημαντική σειρά αυτοπροσωπογραφιών του «Χωρίς πρόσωπο» της περιόδου 1910–1913. Για τον ευλαβικά αφοσιωμένο στο λογοτεχνικό έργο του Προυστ, ο Κοκτό «είναι γραμμένο ότι θα θυσιάσει τα βιβλία του στη δίψα του για ζωή». Λιγότερο ευγενικός θα είναι ο Αντρέ Ζιντ, ο οποίος σε ανοικτή επιστολή του στη Nouvelle Rvue FranŒaise προς τον ποιητή στα 1919, με ύφος καυστικά φιλικό, τον καλεί να «αρκεστεί στην εικονογράφηση μοντερνιστικών θεμάτων της μόδας και να αποφεύγει να παραστρατεί σε χωράφια (...) που υπερβαίνουν φανερά τα όρια του ταλέντου του».

Τρίτος στη σειρά των «μεγάλων» που αμφισβήτησαν τον υπερβολικά γι’ αυτούς κοσμικό ποιητή, ο νονός του σουρεαλισμού Γκιγιόμ Απολινέρ, με τον οποίο επίσης αναπτύσσει φιλία, ενώ για μια περίοδο θα γράψει και για την κομμουνιστική του εφημερίδα («Ce soir»). Φιλία που θα διακοπεί άδοξα, όταν ο Απολινέρ, στο κατά τ’ άλλα διθυραμβικό άρθρο που δημοσιεύει για την «Parade», που ανεβάζει ο Κοκτό (λιμπρέτο) στα 1917, σε συνεργασία με τους Πικάσο (κοστούμια), Ερίκ Σατί (μουσική) και Μασίν (χορογραφία), επαινεί τους πάντες εκτός από τον ίδιο. Η δημιουργικότερη πλέον λογοτεχνική περίοδος του Κοκτό, 1920–1939, θα ευδοκιμήσει στη θαλπωρή της λεγόμενης «εταιρείας αμοιβαίου θαυμασμού»: Ζαν και Βαλεντίν Ουγκό, Φρανσουά Πουλένκ, Μαξ Ζακόμπ, Κοκό Σανέλ... Η ατμόσφαιρα είναι ήρεμα φιλική, ένα μίγμα αριστοκρατισμού και μποέμ. Ο Κοκτό ποτέ δεν συνδύασε την τέχνη με την εξέγερση, για τον κομμουνισμό μάλιστα είχε γράψει ότι είναι «τόσο μακριά από την πηγή του όσο ο καθολικισμός από τον χριστιανισμό. Και στις δύο περιπτώσεις μπερδεύουν την αποβλάκωση με την έκσταση». Οπως ήταν επόμενο, οι σουρεαλιστές, με επικεφαλής τον Μπρετόν, τον απορρίπτουν με την κατηγορία ότι τίθεται με το μέρος της τέχνης της συνενοχής.

Στα 1942, ο Κοκτό θα υποπέσει σε άλλο ένα σοβαρό αμάρτημα για τους πολιτικά ευαισθητοποιημένους διανοούμενους και καλλιτέχνες της εποχής, εγκωμιάζοντας δημοσίως τον επίσημο γλύπτη των ναζί, Αρνό Μπεκέρ. Ο μόνος που θα ανεχθεί ακόμα αυτήν την ένδειξη παντελούς πολιτικής ασυνειδησίας του Κοκτό θα είναι ο Πικάσο, με τον οποίο θα διατηρήσουν μια μακρόχρονη φιλία βασισμένη κυρίως στον θαυμασμό του πρώτου αλλά και στην αναγνώριση του δεύτερου. Αλλες σημαντικές συναντήσεις, ο Ντιαγκίλεφ των ρωσικών μπαλέτων, με τα οποία και θα συνεργαστεί στα 1912, ο Νιζίνσκι, που θα τον μαγέψει στην «Ιεροτελεστία της Ανοιξης», ο Ιγκόρ Στραβίνσκι με τον οποίο και θα συνεργαστεί για το ανέβασμα του «Οιδίποδα» που θα διασκευάσει στα 1925. Η έκθεση μοιάζει τελικά με ένα παραλήρημα αντανακλάσεων ενός και μοναδικού πορτρέτου: Ο Ζαν Κοκτό φωτογραφημένος από τον Μαν Ρέι, τη Βερενίκη Αμποτ, τη Ζερμέν Κρουλ, σκιτσαρισμένος και ζωγραφισμένος από τον Πικάσο, τον Μοντιλιάνι, τον Ντελονέ, τον Ντιέγκο Ριβέρα αλλά και τον Αντι Γουόρχολ, τον Ζακ–Εμίλ Μπλανς και τη Ρομέν Μπρουκς, σε όλες τις πόζες της ζωής του, ένα πρόσωπο σε εκατοντάδες αυθεντικά «αντίτυπα».

Πηγή: Καθημερινή, 12.10.03, Της Βανέσσας Θεοδωροπούλου

Βιβλιογραφία

- Anderson, Alexandra, and Carol Saltrus, eds. Jean Cocteau and the French Scene. New York: Abbeville, 1984.
- Cocteau, Jean. Cocteau on the Film: Conversations with Jean Cocteau Recorded by André Fraigneau. Trans. Vera Traill. New York: Dover, 1972.
- Evans, Arthur. Jean Cocteau and His Films of Orphic Identity. Philadelphia: Art Alliance Press, 1977.
- Steegmuller, Francis. Cocteau. Boston: Little Brown and Company, 1970.
- Touzot, Jean. Jean Cocteau. Lyon: La Manufacture, 1989.

Πηγή: Glbtq.Com

Δείτε: Orphée, 1949, by Jean Cocteau

   
 
εισάγετε την κριτική σας
6 Ιουλίου
Φρίντα Κάλο

Η αμφισεξουαλική μεξικανή καλλιτέχνης Φρίντα Κάλο έγινε διεθνές είδωλο χάρις στην δύναμη και τη σφοδρότητα πάθους που είχαν τα έργα της, αλλά και του πόνου που η εμπειρία της ζωής της επιφύλασσε.

Η Φρίντα Κάλο γεννήθηκε στις 6 Ιουλίου του 1907 στο Μεξικό. Ο πατέρας της ήταν Γερμανός φωτογράφος και η μεξικανή, δεύτερη γυναίκα του και μητέρα της, ήταν κεντρική φιγούρα του επαναστατημένου Μέξικο και επίσης καλλιτέχνης. Ακόμη όταν ήταν μικρό κορίτσι, η πολυομελίτιδα, χτύπησε το ένα της πόδι και η αντίδραση του 6-χρονου παιδιού ήταν να γίνει αθλήτρια, ένα δείγμα της εσωτερικής δύναμης και κουράγιου που από μικρή είχε.

Το 1925, σε ηλικία δεκαοκτώ ετών, ένα ατύχημα με αυτοκίνητο κόντεψε να της στοιχίσει την ζωή της. Έσπασε η λεκάνη της, ενώ προκλήθηκαν ρήξεις στη σπονδυλική στήλη, στα πόδια, στη λεκάνη. Για το υπόλοιπο της ζωής της θα ζήσει με σύντροφο τον πόνο χρησιμοποιώντας ατσάλινους κορσέδες και δεκανίκια. Δεν θα το βάλει όμως κάτω. Τουναντίον.

Μετά το ατύχημά της, αφιερώνεται με πάθος στη ζωγραφική. Το περισσότερα έργα της, κυρίως αυτο-προσωπογραφίες είναι ένα μίγμα εικονογραφίας, λατινο-αμερικανικής κουλτούρας και αρχαίας μεσο-αμερικανικής έκφρασης και σουρεαλισμού. Κύρια στοιχεία ο φυσικός πόνος και το πάθος της για την πολιτική επαναστατική έκφραση, αλλά και της αγάπης της για τον έρωτα της ζωής της, τον μεξικανό ζωγράφο Ντιέγκο Ριβέρα, τον οποίο παντρεύτηκε το 1929.

Φημισμένος ζωγράφος και ηρωϊκή μορφή της επανάστασης του Μεξικό, αρκετά μεγαλύτερός της δέ και μάλλον όμως ερωτικά ανεπαρκής. Η απογοήτευσή της μεγάλη όταν ανακαλύπτει ότι έχει ερωτικό δεσμό με την αδερφή της. Εγκαταλείπει τότε το Μεξικό.

Παρ’ όλα αυτά τον συγχωρεί και ένα χρόνο μετά το διαζύγιό τους, ξαναπαντρεύονται.

Και οι δύο καλλιτέχνες όσο ζούσαν μαζί είχαν αρκετές εξωσυζυγικές σχέσεις. Ανάμεσα στους εραστές της Κάλο, ήταν ο Λέων Τρότσκι, αρκετοί ακόμη άντρες, αλλά και γυναίκες. Τα στοιχεία που προκύπτουν από τις μελέτες που έχουν γραφτεί γι’ αυτήν, αποδεικνύουν ότι οι άντρες εραστές της ωστόσο, ήταν πιο σημαντικοί από τις γυναίκες που πλάγιασε.

Στα σίγουρα όμως η Κάλο κατατάσσεται στους καλλιτέχνες που εξέφρασαν τον ομο-ερωτισμό όσο και την διαφυλικότητα στην τέχνη τους, έχει δηλαδή όλα τα χαρακτηριστικά μιας κουήρ καλλιτέχνιδας.

Ο τρόπος ντυσίματος φαίνεται ότι ήταν σημαντικός για την Κάλο. Παρ’ ότι αισθανόταν άνετα μέσα σε παντελόνια, υιοθέτησε τον παραδοσιακό τρόπο ντυσίματος του Μεξικό, ακόμη και στα ταξίδια της εκτός της χώρας. Η «εξωτική» ομορφιά της λατρεύτηκε από πολλούς και πολλές. Φωτογραφήθηκε δέ, από πολλούς διάσημους φωτογράφους της εποχής της.

Εάν η Κάλο θεωρήσουμε ότι χρησιμοποίησε ανάμεσα στα άλλα και την ένδυση ως εθνικό πολιτικό τρόπο έκφρασης, μπορούμε επίσης να πούμε ότι η ένδυσή της επίσης αποτέλεσε μία ξεκάθαρη δήλωση της έκφρασης ανεξαρτησίας της από τα θηλυκά πρότυπα. Σε αρκετές φωτογραφήσεις την βρίσκουμε ντυμένη με αντρικά ρούχα, ακόμη και με ξυρισμένο κεφάλι.

Η Φρίντα Κάλο πέθανε στις 13 Ιουλίου του 1957

Βιβλιογραφία

Herrera, Hayden. Frida: A Biography of Frida Kahlo. New York: Harper & Row, 1983.
Poniatowska, Elena, and Carla Stellweg. Frida Kahlo: The Camera Seduced. London: Chatto & Windus, 1992.
Mulvey, Laura. Visual and Other Pleasures. London: Macmillan, 1989.
Zamora, Martha. Frida Kahlo: The Brush of Anguish. San Francisco: Chronicle Books, 1990.

Πηγή: Glbtq.Com

*******

Εζησε 47 χρόνια και επτά ημέρες περιστοιχισμένη από καθρέφτες. Μια ζωή μικρή σε διάρκεια, μεγάλη σε οδύνες, η ζωή κάποιας που καταφέρνει ακόμη να είναι ανάμεσά μας (πιο έντονα από τον σύντροφό της Ντιέγκο Ριβέρα, τον μεγάλο muralista του Βασκονσέλος, εμπνευσμένο υπουργό Παιδείας μιας εποχής σημαδεμένης από μαρξιστικά οράματα). Αυτή η «κόρη της μεξικανικής επανάστασης» άπλωσε στα μάτια μας τις μπερδεμένες ίσως γιατί γίνονται τραχιά σαφείς εικόνες τής Plaza de las tres Culturas. Στα πολλαπλά πρόσωπα των τριών (δηλουμένων) πολιτισμών συγχωνεύονται οι προκολομβιανές ρίζες αυτού του μαγικού τόπου με τα ντόμινο και τους παπαγάλους, η ισπανική εισβολή και ο «Λαβύρινθος της μοναξιάς» που περιγράφει ο Οκτάβιο Πας στο ομώνυμο βιβλίο του. Το γεγονός ότι η εικόνα πίσω από τον καθρέφτη της ζωγράφου με τα φρύδια σε σχήμα πουλιού είναι κατασκευασμένη δεν αφαιρεί ίχνος από τη γοητεία αυτής της παλλόμενης θέρμης. Το αντίθετο, την κάνει ακόμη πιο σπαρακτική.

Οσο προφανής είναι η ζωγραφική της τόσο κάτι μας ξεφεύγει. Είναι η μάχη χάους - τάξης που κάποιοι την ονομάζουν πάλη των αντιθέτων; Η ταραχώδης σχέση της με τον Ριβέρα, η ζωντάνια της, ο πανσεξουαλισμός ως συνεπής απόδειξη της πίστης, η ασθενική της κράση και η σταθερή σχέση της με νοσοκομεία (προσβάλλεται από πολιομυελίτιδα στα έξι της, στα δεκαοκτώ της παθαίνει ένα σοβαρό αυτοκινητικό ατύχημα, στα είκοσι πέντε μία αποβολή, χειρουργείται στη σπονδυλική στήλη στα τριάντα εννιά, της ακρωτηριάζουν το πόδι στα σαράντα έξι λόγω γάγγραινας); Ο Μπρετόν και οι σουρεαλιστές βιάστηκαν να την εντάξουν στον κατά τα άλλα στενό κύκλο τους. Εκείνη πάντως τους έκλεινε την πόρτα: «Ποτέ μου δεν ζωγράφισα όνειρα, ζωγράφισα απλώς τη δική μου πραγματικότητα». Εκανε ό,τι της είχε πει ο μεγαλόσωμος Πυγμαλίων, ζωγράφισε τη ζωή της. Το μαυσωλείο-κρεβάτι της, ένα αναπηρικό καροτσάκι σε ημιμόνιμη βάση, τρία άγρια χτυπήματα της μοίρας στα πόδια και στη σπονδυλική στήλη, απανωτές χειρουργικές επεμβάσεις, έναν ανίκητο έρωτα, εραστές και από τα δύο φύλα (ανάμεσά τους και ο Λέων Τρότσκι), αρκετά ταξίδια και πολλή δουλειά. Το Εγώ-αντικείμενο που δημιούργησε για να αρέσει στον Ριβέρα είναι μια υπερβολή γυναίκας με βαριά κοσμήματα, ανθισμένες φούστες της Τιχουάνα και κορδέλες πλεγμένες στα μαλλιά της, όπου τονίζονται αρρενωπά χαρακτηριστικά: έντονα φρύδια, μουστάκι, χνούδι φαβορίτας. «Δεν είχα ιδέα ότι θα μου έλειπε τόσο» είπε ο επί 25ετία σύντροφός της όταν έφυγε, αφού συμμετείχε στην πορεία κατά της επέμβασης της CIA στη Γουατεμάλα. Την ακολούθησε τρία χρόνια αργότερα. Παρά την επιθυμία του να ανακατέψουν τις στάχτες του με εκείνες της συμβίας του με τα φρύδια-πουλί, βρίσκεται θαμμένος στη Rotunda διάσημων ανδρών στο Mexico D. F. Εκτοτε το φάντασμα της Φρίντα Κάλο πετά σε κύκλους εκεί γύρω αγγίζοντας κάπου κάπου το λατρεμένο χέρι του, όπως στον πίνακα «La promenade» του Σαγκάλ. Τελικά πάντα στον αέρα ζούσε.

Πηγή: Το Βήμα, Της Ελένης Πυργιώτη, 12.5.02

Δείτε επίσης απόσπασμα από την ταινία για την ζωή της "Φρίντα Κάλο", τη σκηνή του ταγκό:


Frida Kahlo & Ashley Judd.
   
 
εισάγετε την κριτική σας
7 Ιουλίου
Τζορτζ Κιούκορ


Πορτραίτο του Τζορτζ Κιούκορ από τον Στάθη Ορφανό.
Ο Τζωρτζ Κιούκορ, ο οποίος είχε χαρακτηριστεί ο «σκηνοθέτης των γυναικών» υπήρξε από τους πιο επιφανείς γκέι σκηνοθέτες με απολύτως προσωπικό στυλ της κλασσικής εποχής του Χόλυγουντ.

Γεννήθηκε στις 7 Ιουλίου του 1899 στη Νέα Υόρκη. Ο Κιούκορ έδειξε το ενδιαφέρον του για το θέατρο από μικρή ηλικία και η πρώτη του ενασχόληση με αυτό ήταν ως στέιτζ μάνατζερ για λογαριασμό μιας εμπορικής εταιρίας και στη συνέχεια έφηβος ακόμη στο Μπρόντγουεϊ (1919-1924). Τότε αποφοίτησε και από τη σχολή του, έγινε σκηνοθέτης και συνεργάστηκε με κάποιες από τις πιο σπουδαίες γυναίκες ηθοποιούς της εποχής του όπως η Jeanne Eagels και η Ethel Barrymore από το 1925 έως το 1929.

Το 1929 ο Κιούκορ ήταν από τα ταλέντα του Μπρόντγουεϊ που αποφάσισαν να δουλέψουν στο Χόλυγουντ όπου συνεργάστηκε σε φιλμ άλλων και συν-σκηνοθέτησε το Grumpy, το 1930. Μετά από δύο ακόμη φιλμ στα οποία πάλι υπήρξε συν-σκηνοθέτης, κάνει το πρώτο του φιλμ Tarnished Lady (1931), με την Tallulah Bankhead. Το 1933 σκηνοθετεί τα Dinner at Eight και Little Women, όπου αναγνωρίζεται το μεγάλο του ταλέντο.

Ο Κιούκορ είναι υπεύθυνος για πολλά δημοφιλή και βραβευμένα από τους κριτικούς φιλμ της χρυσής εποχής του Χόλυγουντ, ανάμεσα σ’ αυτά τα: Camille (1935), The Women (1939), The Philadelphia Story (1940), Born Yesterday (1950), A Star Is Born (1954), και βέβαια το My Fair Lady (1964). Υπήρξε σκηνοθέτης που χειρίστηκε με επιδέξιο τρόπο το ταλέντο των ηθοποιών που συνεργάστηκε και ιδιαίτερα των γυναικών ηθοποιών, γι’ αυτό άλλωστε ονομάστηκε «σκηνοθέτης των γυναικών», χαρακτηρισμός που θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως «σπόντα» για την ομοφυλοφιλία του.

Πολλές γυναίκες ηθοποιοί μεγάλου βεληνεκούς τον λάτρεψαν, εργάστηκαν με θέρμη κοντά του και πάντα υπολόγιζαν σ’ αυτόν σαν έναν καλό φίλο. Επί παραδείγματι, η Joan Crawford, που έδωσε μερικές από τις καλύτερες ερμηνείες της κάτω από την απαιτητική ματιά του, επέμενε να συνεργάζεται μαζί του όσο το δυνατόν πιο συχνά.

Στον ίδιον όμως δεν άρεσε ιδιαίτερα αυτή η προσφώνηση, καθώς όπως προαναφέραμε, συνοδευόταν από τις υποψίες ότι ήταν ομοφυλόφιλος. Μάλιστα έχασε τη σκηνοθεσία του Gone with the Wind (1939), όταν ο Clark Gable είπε «δεν θέλω για σκηνοθέτη αυτή τη ‘νεράϊδα’».

Η ιδιωτική του ζωή ήταν γνωστή ωστόσο στους κύκλους του Χόλυγουντ. Γνωστά δέ στους γκέι κύκλους ήταν τα πάρτυ που έδινε τα απογεύματα Κυριακής στην πισίνα του σπιτιού του, τα οποία περιγράφονται από βιογράφους του, όπως ο John Rechy.

Ο Κιούκορ πέθανε στις 24 Ιανουαρίου του 1983, δύο χρόνια μετά την ταινία του Rich and Famous.

Βιβλιογραφία

- Ehrenstein, David. Open Secret. New York: Harper Perennial Library, 2000.
- Hadleigh, Boze. Conversations with My Elders. New York: St. Martin's Press, 1986.
- Lambert, Gavin. On Cukor. New York: Rizzoli, 2000.
- Levy, Emanuel. George Cukor: Master of Elegance: Hollywood's Legendary Director and His Stars. New York: William Morrow, 1994.
- McGilligan, Patrick. George Cukor, a Double Life: A Biography of the GentlemanDirector. New York: Harper Perennial, 1992.

Πηγή: Glbtq.Com

Theatrical trailer for 1936's "Camille", starring Greta Garbo as Marguerite Gautier, Robert Taylor as Armand Duval and Lionel Barrymore as Monsieur Duval.

Directed by George Cukor and based on the 1852 novel "The Lady of the Camellias", by Alexandre Dumas.

   
 
εισάγετε την κριτική σας
8 Ιουλίου
Φίλιπ Τζόνσον


Φωτογραφία του Φίλιπ Τζόνσον από τον Steve Cadman.
Προκλητικός και αιρετικός, ο Φίλιπ Τζόνσον, υπήρξε από τις επιβλητικές μορφές της αμερικανικής αρχιτεκτονικής για πολλά χρόνια. Ήταν εξ αυτών που εισήγαγε των διεθνές στυλ στις Ηνωμένες Πολιτείες και βοήθησε στον ορισμός της μετα-μοντέρνας αρχιτεκτονικής.

Το πλήρες του όνομα ήταν Philip Cortelyou Johnson και γεννήθηκε στις 8 Ιουλίου του 1906 στο Κλήβελαντ.

Αποφοίτησε από το Χάρβαρντ με ειδίκευση στην Ιστορία της Αρχιτεκτονικής και ήταν ιδρυτής και πρώτος διευθυντής του Τμήματος Αρχιτεκτονικής του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης.

Σε ηλικία μόλις εικοσιέξι ετών μαζί με τον Henry-Russell Hitchcock, επιμελήθηκαν την έκθεση που επηρέασε πολλούς "International Style: Architecture since 1922." Με αυτή την έκθεση το δίδυμο των Τζόνσον-Χίτσκοκ εισήγαγαν την μοντέρνα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μάλιστα ο Τζόνσον σε αυτή την έκθεση, γνώρισε στο αμερικανικό κοινό τους Mies van der Rohe και le Corbusier.

Μετά από μία μικρή περίοδο που έζησε στην Ευρώπη, όπου εξέφρασε θετικές θέσεις για το ναζιστικό καθεστώς, θέσεις που αργότερα αποκήρυξε, επέστρεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες και παρακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές διακόσμησης στο Χάρβαρντ. Σε ηλικία 37 ετών ήταν ήδη συγγραφέας, ιστορικός, διευθυντής μουσείου, κριτικός, αρχιτέκτων.

Το 1949 κατασκεύασε το δικό του οίκημα στη New Canaan του Κονέκτικατ, που θα γίνει από τις πιό γνωστές κατασκευές στον κόσμο. Κατασκευασμένο με σωληνωτά πλαίσια και γυαλί θα γίνει γνωστό ως το «γυάλινο σπίτι».

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’50 θα σχεδιάσει και άλλες κατασκευές από γυαλί, όπως το Crystal Cathedral στο Garden Grove, της Καλιφόρνια (το οποίο θα ολοκληρωθεί το 1980) και το Seagram Building της Νέας Υόρκης.

Παρ’ όλα αυτή τη δεκαετία του ’60 έγινε πιό κριτικός απέναντι στην μοντέρνα αισθητική της οποίας ήταν πρωτοπόρος.

Αργότερα θα γίνει συνεργάτης με τον John Burgee (1967) ο οποίος είχε ασπαστεί πλήρως τον μετα-μοντερνισμό. Η συνεργασία αυτή θα κρατήσει έως το 1987 και θα έχει καρπούς πολλά αρχιτεκτονικά πρότζεκτς στις πόλεις Boston, Dallas, Denver, Houston, Minneapolis, Pittsburgh, και San Francisco.

Οι κατασκευές που έκανε μετέπειτα ήταν μικρότερες και με πιο προσωπικό στυλ.

Παρ’ ότι δεν έκρυψε την πολυετή σχέση του με τον έφορο μουσείου David Whitney (από το 1960), ο Τζόνσον δεν απεκάλυψε την ομοφυλοφιλία του δημόσια, έως το 1994 όταν κυκλοφόρησε η βιογραφία του από τον Franz Schulze.

Τα επόμενα χρόνια ο Τζόνσον θα αποσυρθεί, θα είναι όμως δεσπόζουσα φιγούρα στην αμερικανική αρχιτεκτονική και μέντορας πολλών νεότερων.

Να σημειώσουμε ότι είχε πάρει τα βραβεία American Institute of Architects (AIA) 25 Year Award (1975), AIA Gold Medal (1978), και το first Pritzker Architecture Prize (1979).

Πέθανε στις 25 Ιανουαρίου του 2005 στο σπίτι του στη New Canaan του Κονέκτικατ.

Βιβλιογραφία

- Cook, John W., and Heinrich Klotz. Conversations with Architects. New York: Praeger, 1973.
- Muschamp, Herbert. "A Building That Echoes A Protean Journey." The New York Times (July 7, 1996): Sec. 2, 29.
- Kipnis, Jeffrey, et al., eds. Philip Johnson: Recent Work. London: Academy Editions, 1996.
- Knight, Carleton, et al., eds. Philip Johnson/John Burgee: Architecture 1979-1985. New York: Rizzoli, 1985.
- Schulze, Franz. Philip Johnson: Life & Work. New York: Alfred A. Knopf, 1994.

Πηγή: Glbtq.Com
   
 
εισάγετε την κριτική σας
9 Ιουλίου
Νίκολα Τέσλα

Ο Νίκολας Τέσλα υπήρξε από τους πιο ευφυείς επιστήμονες και οραματιστές. Πολλά έχουν γραφτεί, γι΄ αυτόν (αρκετά εξ αυτών μπορείτε να διαβάσετε στο άρθρο που ακολουθεί από το Περιοδικό «Φόκους»), λίγα όμως έχουν γίνει γνωστά για την προσωπική του ζωή. Αυτό που κατ’ αρχήν μπορούμε να διατυπώσουμε με βεβαιότητα ήταν η αδιαφορία που έδειξε για το γυναικείο φύλο, γεγονός που πυροδότησε και στην εποχή του και μετέπειτα σενάρια για την σεξουαλικότητά του.

Γιός Σέρβου ορθόδοξου ιερέα, ο Τέσλα γεννήθηκε στη Smiljan (Κροατία) τα μεσάνυχτα της 9ης Ιουλίου του 1856. Οι άνθρωποι του περιβάλλοντός του ανέμεναν απ’ αυτόν να ακολουθήσει την καριέρα του πατέρα του, εκείνος όμως έδειξε μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τα μαθηματικά και για τον πειραματισμό στα φυσικά φαινόμενα και την μηχανική. Έτσι πείθει τον πατέρα του να του επιτρέψει να σπουδάσει στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο του Γκρατζ στην Αυστρία, ενώ αργότερα πήρε εκπαίδευση και από το Πανεπιστήμιο της Πράγας (εκεί δεν έφτασε στο πτυχίο).

Ο ηλεκτρισμός τον συνεπήρε από τα πρώτα του χρόνια και άρχισε να σχεδιάζει κυκλώματα και πολύπλοκες μηχανές. Το 1881 θα εργαστεί σε εταιρεία τηλεφωνίας στην Βουδαπέστη και το 1884 θα εγκαταλείψει την ευρώπη για να μεταναστεύσει στις Ηνωμένες Πολιτείες με λίγα σεντς στην τσέπη, τα λίγα ποιήματα που είχε γράψει και ένα γράμμα που είχε ετοιμάσει ο επιβλέπων καθηγητής του προς τον Έντισον. Πράγματι ο Έντισον τον προσλαμβάνει.

Ο Τέσλα είχε τον αέρα της ευρωπαϊκής ευγενικής συμπεριφοράς, γεγονός που τον έκανε αρεστό σε πολλές γυναίκες της Νέας Υόρκης. Ο ίδιος όμως δεν έδειχνε κανένα ενδιαφέρον, χωρίς όμως να έχει δείξει σημάδια μισογυνισμού. Τουναντίον. Πολλά μάλιστα ήταν τα σχόλια στην εποχή του περί της ομοφυλοφιλίας του. Ακόμη και επιστημονικά περιοδικά της εποχής του που ασχολήθηκαν με την ευφυΐα του τον προέτρεπαν να παντρευτεί. Παρ’ ότι όμως τα σχόλια περί της ομοφυλοφιλίας του αφθονούσαν, δεν έχει καταγραφεί με βεβαιότητα κάποια ομοφυλοφιλική σχέση του. Τούτο βέβαια δεν μπορεί να θεωρηθεί παράξενο καθώς η ομοφυλοφιλία τότε ήταν παράνομη. Παρ’ όλα αυτά όμως όσα έχουν καταγραφεί σχετικά με την ιδιοσυγκρασία του, αλλά και την φοβία που έδειχνε σχετικά με την οικειότητα στις σχέσεις (ακόμη και στο σφίξιμο του χεριού) αφήνουν ανοικτά υπόνοιες γι’ αυτό.

Σε ηλικία 86 ετών, θα πεθάνει μόνος σε ξενοδοχείο της Νέας Υόρκης, στις 7 Ιανουαρίου του 1943. Υπηρέτρια βρήκε το σώμα του νεκρό την επόμενη ημέρα.

Πηγή: Glbtq.Com

Βιβλιογραφία

- Cheney, Margaret. Tesla: Man Out of Time. New York: Random House, 2003.
- Johansson, Warren. "Tesla, Nikola." Encyclopedia of Homosexuality. Wayne Dynes, ed. New York: Garland, 1990. 1287-88.
- Jonnes, Jill. Empires of Light: Edison, Tesla, Westinghouse, and the Race to Electrify the World. New York: Random House, 2003.
- O'Neill, John J. Prodigal Genius: The Life of Nikola Tesla. Hollywood: Angriff Press, 1981.

Nikola Tesla

Η ξεχασμένη διάνοια που έφερε τον 21ο αιώνα

Η εμφάνιση του ψηλόλιγνου, κομψού ανθρώπου που έσκαβε δεν θύμιζε σε τίποτα εργάτη. Ούτε το παρελθόν του ούτε η μορφωσή του ταίριαζαν με το επάγγελμά του. Ο ξεχωριστός αυτός άνθρωπος ήταν 31 ετών, γιος ενός Κροάτη ιερέα και διπλωματούχος μηχανικός. Το 1884 είχε μεταναστεύσει στις ΗΠΑ με την ελπίδα μιας καλύτερης τύχης. Αυτό που αντιμετώπισε όμως ήταν η εξαπάτηση και η διπροσωπία. Τρία χρόνια αργότερα, είχε καταλήξει να σκάβει χαντάκια.

Μετά από μερικούς μήνες από αυτή την άτυχη περίοδο της ζωής του, ο Nikola Tesla θα βρισκόταν στο κέντρο μιας τεχνολογικής επανάστασης που έμελλε να αλλάξει τον κόσμο. Συνδυάζοντας την επιστημονική του διόραση και τη μόρφωσή του, κατάφερε να χαρίσει σε εκατομμύρια ανθρώπους φως και ρεύμα. Οι ανακαλύψεις του είναι εξίσου σημαντικές με αυτές του Faraday. Η επίδρασή του στο σημερινό κόσμο είναι μεγαλύτερη ακόμη και από αυτή του Thomas Edison. Ένας σύγχρονος Προμηθέας οι ανακαλύψεις του οποίου ακόμη εμπνέουν τους ερευνητές.

Ο άγνωστος Tesla

Παρά τη σημασία των ανακαλύψεών του όμως, λίγοι γνωρίζουν τον Tesla. Η τραγική ιστορία του, που περιγράφει το πώς κάποιος μπορεί να καταφέρει τόσα πολλά και σημαντικά και να πεθάνει τελικά μόνος και ξεχασμένος απ’όλους, υπενθυμίζει με τον πιο σκληρό τρόπο ότι η διάνοια δεν εγγυάται ούτε δόξα ούτε περιουσία.

Τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά για τον Tesla. Οι οιωνοί μίλησαν με τρομακτικό τρόπο τη βραδιά που γεννήθηκε, το έτος 1856. Ενώ η μητέρα του έδινε αγώνα για να τον φέρει στον κόσμο, μια βίαιη καταιγίδα είχε ξεσπάσει πάνω από το μικρό χωριό Smiljan στην Κροατία. Οι αστραπές που έπεφταν όταν γεννήθηκε ο Tesla, τα μεσάνυχτα της 10ης Ιουλίου 1856, έκαναν τη μαμή να αποκαλέσει το βρέφος «παιδί της καταιγίδας».

Δυναμικά επιτεύγματα Πράγματι, ο Tesla έδειξε από παιδί πως οι καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν τη βραδιά που γεννήθηκε δεν ήταν τυχαίες. Ο ηλεκτρισμός ασκούσε μια ακατανίκητη έλξη πάνω στο νεαρό Nikola. Έξυπνος και ικανός για περαιτέρω σπουδές, σπούδασε μηχανικός στο Πανεπιστήμιο του Graz στην Αυστρία. Εκεί, ο Tesla έκανε τα πρώτα του βήματα και εμπνεύστηκε για μεγαλύτερα επιτεύγματα. Αποφοιτώντας, είχε δημιουργήσει τη γεννήτρια εναλλασσόμενου ρεύματος.

Για να προωθήσει το κατασκεύασμά του, ο Tesla μετακόμισε στο Παρίσι και εργάστηκε στην εταιρεία Continental Edison, το ευρωπαϊκό κομμάτι της αυτοκρατορίας του μεγάλου Αμερικανού εφευρέτη Thomas Edison. Ήξερε πως εκεί θα μπορούσε να αποδείξει τη σημασία της εφεύρεσής του, χρησιμοποιώντας τη για να βοηθήσει την εταιρεία του Edison να ολοκληρώσει το πρόγραμμα φωτισμού της πόλης του Στρασβούργου που είχε αναλάβει.

Tesla vs Edison

Η εφεύρεσή του τον οδήγησε στην επιτυχία το 1884, όταν ο ίδιος ο Edison του ζήτησε να εργαστεί μαζί του. Με την πρώτη ματιά, ο συνδυασμός αυτός φαινόταν ιδανικός. Ο Edison διέθετε επιχειρηματικό δαιμόνιο και θέληση αλλά δεν διέθετε την ικανότητα και την υπομονή να ασχοληθεί με τη θεωρία. Ο Tesla, από την άλλη, γνώριζε πως μόνο η πραγματική και σε βάθος κατανόηση των νόμων της φυσικής μπορούσε να οδηγήσει σε νέες απίθανες εφευρέσεις. Αν είχαν καταφέρει να εργαστούν μαζί, θα είχαν κάνει θαύματα. Δυστυχώς, πολύ γρήγορα κατέληξαν αντίπαλοι.

Και έφταιγαν και οι δύο. Ο Edison ήταν αποφασισμένος να εκμεταλλευθεί πλήρως τις δικές τους ιδέες, και υποσχόταν στον Tesla τεράστιες χρηματικές ανταμοιβές αν τον βοηθούσε να εξυπηρετήσει το σκοπό του. Όταν τελικά ο Tesla τα κατάφερε, o Edison δεν τήρησε το λόγο του. Ο Tesla από την άλλη, περίμενε πως ο Edison θα παραμελήσει τις δικές του έρευνες για να στηρίξει οικονομικά τις δικές του ιδέες.

Από τα χαντάκια στα σαλόνια

Η σκληρότητα που αντιμετώπισε από την πλευρά του Edison αλλά και η αφέλειά του τον οδήγησαν να εγκαταλείψει τη θέση του στην εταιρεία του Edison και να καταλήξει μετά από λίγες μέρες να σκάβει χαντάκια για να κερδίσει τον επιούσιο. Εκείνο τον καιρό ξεκίνησε και η περίφημη «Μάχη των Ρευμάτων».

Στα διαλείμματα του, ο Tesla μιλούσε με ενθουσιασμό στον προϊστάμενό του για το πόσα απίθανα επιτεύγματα θα μπορούσε να πετύχει με τον ηλεκτρισμό αν κάποιος του έδινε την ευκαιρία να αναπτύξει τις ιδέες του. Τυχαία, ο προϊστάμενος του Tesla, είχε ένα φίλο που αναζητούσε επενδυτικές ευκαιρίες και τους σύστησε. Μέσα σε λίγους μήνες, η τύχη και η περιουσία του Tesla άλλαξαν ριζικά. Διέθετε τη δική του εταιρεία –την Tesla Electric Company- και αγωνιζόταν να πατεντάρει την τεχνολογία που ήταν απαραίτητη για τη δημιουργία μιας νέας ηλεκτρικής τεχνολογίας που θα βασιζόταν στο εναλλασσόμενο ρεύμα.

Η μεγάλη ευκαιρία του Tesla ήρθε όταν ο Edison μελετούσε τη δική του τεχνολογία που βασιζόταν στο συνεχές ρεύμα. Παρά την απλότητά της, η τεχνολογία συνεχούς ρεύματος είχε ένα σημαντικό μειονέκτημα: παρήγαγε ρεύμα σχετικά χαμηλής έντασης, η ισχύς του οποίου μειωνόταν ακόμη περισσότερο καθώς το ρεύμα ταξίδευε μέσα από τα καλώδια.

Η τεχνολογία εναλλασσόμενου ρεύματος του Tesla από την άλλη, δεν αντιμετώπιζε ανάλογους περιορισμούς. Χρησιμοποιώντας μετασχηματιστές εναλλασσόμενου ρεύματος, η αρχική ένταση μπορούσε να φτάσει τα 300,000 βολτ και περισσότερο. Τεράστιες ποσότητες ισχύος μπορούσαν να ταξιδέψουν για πολλά χιλιόμετρα προτού μειωθεί η έντασή τους σε ασφαλέστερα επίπεδα από νέους μετασχηματιστές.

Παρά την προφανή ανωτερότητα της τεχνολογίας εναλλασσόμενου ρεύματος, ο Edison αγωνίστηκε υπέρ του συνεχούς ρεύματος λόγω των τεράστιων χρηματικών ποσών που είχε επενδύσει σε αυτό. Στη μάχη, στο πλευρό του Tesla, μπήκε το 1888 και ένας άλλος μεγάλος αντίπαλος του Edison, ο βιομήχανος George Westinghouse.

Ανηλεής πόλεμος εντυπώσεων

Την πρώτη μάχη κέρδισε ο Edison ο οποίος εκμεταλλεύτηκε τους κινδύνους πολλών βολτ που έκρυβε το σύστημα εναλλασσόμενου ρεύματος. Η εταιρεία του παρουσίασε στα ΜΜΕ της εποχής ένα φρικιαστικό πείραμα: αδέσποτα σκυλιά και γατιά στέκονταν πάνω σε μεταλλικές πλάκες που συνδέονταν με παροχείς εναλλασσόμενου ρεύματος. Όπως ήταν φυσικό, τα ζώα πέθαιναν από ηλεκτροπληξία μπροστά στα μάτια των συγκλονισμένων δημοσιογράφων. Και δεν έφτανε μόνο αυτό. Ο Edison κατάφερε να εισάγει η Πολιτεία της Νέας Υόρκης μια νέα μέθοδο εφαρμογής της θανατικής ποινής: την Ηλεκτρική Καρέκλα, η οποία λειτουργούσε με εναλλασσόμενο ρεύμα.

Ο Westinghouse ανταπέδωσε αποδεικνύοντας πως το συνεχές ρεύμα του Edison ήταν τόσο επικίνδυνο ώστε καρβούνιζε το κρέας σε 100 δευτερόλεπτα! Ήταν μια καλή κίνηση εντυπωσιασμού η οποία όμως δεν κατάφερε να εξαλείψει τον αρχικό φόβο που είχε ήδη δημιουργήσει η πρώτη χρήση της Ηλεκτρικής Καρέκλας στην εφαρμογή της θανατικής ποινής ενός δολοφόνου, στις 6 Αυγούστου 1890.

Ο Westinghouse, αναζητώντας απελπισμένα ένα τρόπο να γελοιοποιήσει τον Edison μέσω των ΜΜΕ αποφάσισε να προχωρήσει σε ένα τολμηρό εγχείρημα: να χρησιμοποιήσει το μη δοκιμασμένο μέχρι τότε σύστημα εναλλασσόμενου ρεύματος του Tesla για να σώσει τις δουλειές μερικών ανθρακωρύχων από το Κολοράντο. Το Ορυχείο Gold King στο Κολοράντο κινδύνευε να κλείσει γιατί δεν ήταν προσοδοφόρο. Όλοι γνώριζαν ωστόσο πως ο ποταμός της περιοχής μπορούσε να παρέχει φτηνή υδροηλεκτρική ισχύ, κάτι που θα μπορούσε να κρατήσει το ορυχείο ανοιχτό. Ο ποταμός απείχε παραπάνω από δύο μίλια- και σαφώς το συνεχές ρεύμα του Edison δεν μπορούσε να προσφέρει τίποτα

Το φανταστικό φως

Ο Westinghouse ήταν πεπεισμένος πως το εναλλασσόμενο ρεύμα του Tesla μπορούσε να ανταποκριθεί και το 1891 η πρώτη βιομηχανική εφαρμογή εναλλασσόμενου ρεύματος ξεκίνησε να παρέχει ρεύμα στο ορυχείο. Μετά από αυτή την πρώτη νίκη ενάντια στον Edison, ο Westinghouse έκανε άλλη μια τολμηρή κίνηση αναλαμβάνοντας να φωταγωγήσει την Παγκόσμια Έκθεση του Σικάγο το 1893.

Άλλος ένας θρίαμβος, αυτή τη φορά με την εντυπωσιακή παρουσία του Tesla, ακολούθησε. Ο Tesla εντυπωσίασε τους θεατές περνώντας εναλλασσόμενο ρεύμα μέσα από το σώμα του χωρίς να πάθει τίποτα και ανάβοντας τις ηλεκτρικές λάμπες με τα ακροδάχτυλά του. Ο Edison, συνειδητοποιώντας πως το συνεχές ρεύμα του μειονεκτούσε έστρεψε το ενδιαφέρον του στο εναλλασσόμενο ρεύμα. Η εταιρεία του, απέκτησε μετά από συμφωνία με τον Westinghouse πρόσβαση στην τεχνολογία εναλλασσόμενου ρεύματος του Tesla. Μαζί πλέον, οι δύο πρώην αντίπαλες εταιρείες εργάστηκαν για να τιθασεύσουν την υδροηλεκτρική ισχύ των καταρρακτών του Νιαγάρα. Τα εγκαίνια του υδροηλεκτρικού σταθμού το 1895 σηματοδότησαν το τέλος της Μάχης των Ρευμάτων, με μοναδικό και απόλυτο νικητή τον Tesla.

Και πάλι όμως ο Tesla δεν πήρε αυτό που του άξιζε και έπεσε θύμα των επιχειρηματικών μυαλών. Ο Westinghouse τον εξαπάτησε στερώντας του εκατομμύρια δολάρια. Για άλλη μια φορά ο Tesla, ικανοποιημένος από το γεγονός ότι είχε εξασφαλίσει χρηματοδότηση για να συνεχίσει την έρευνά του, ούτε που το πρόσεξε. Είχε ακόμη αρκετό δρόμο μπροστά του για να δαμάσει τις δυνάμεις του ηλεκτρομαγνητισμού.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1890 ο Tesla έκανε πειράματα με ακτίνες Χ και ραδιοκύματα πολλά χρόνια προτού γίνουν γνωστά από άλλους (δικαστήριο στις ΗΠΑ ανακοίνωσε το 1943 πως ο άνθρωπος που ανακάλυψε το ραδιόφωνο δεν ήταν ο Marconi αλλά ο Tesla).

Το σημαντικότερο επίτευγμά του βέβαια ήταν το επονομαζόμενο πηνίο Tesla, με το οποίο δημιούργησε ηλεκτρικό ρεύμα που εναλλασσόταν σε πολύ υψηλή συχνότητα. Το πηνίο Tesla άνοιξε το δρόμο για τη μετάδοση ραδιοφωνικού και τηλεοπτικού σήματος καθώς και την ασύρματη αποστολή ηλεκτρικής ισχύος.

Σε ένα απόμακρο εργαστήριο στο Κολοράντο, ο Tesla κατασκεύασε ένα γιγάντιο πηνίο για να δημιουργήσει ισχυρά ηλεκτρομαγνητικά πεδία υψηλής συχνότητας και κατάφερε ασύρματη αποστολή 10,000 watts φωτίζοντας 200 λάμπες που βρίσκονταν περισσότερα από σαράντα χιλιόμετρα μακριά.

Πισώπλατα μαχαιρώματα

Ο Tesla πίστευε –όχι άδικα- πως είχε καταφέρει ένα ιστορικό επίτευγμα το οποίο θα μπορούσε να χαρίσει ηλεκτρικό ρεύμα σε όλο τον κόσμο. Για να το αποδείξει ωστόσο, χρειαζόταν περισσότερα χρήματα. Το 1900 κέρδισε την υποστήριξη του γνωστού επενδυτή και χρηματοδότη John Pierpont Morgan, με αντάλλαγμα την εκχώρηση του ελέγχου των πατεντών του.

Υπογράφοντας, ο Tesla αισθάνθηκε και πάλι θύμα των επιχειρηματιών. Ο Morgan είχε ήδη επενδύσει πολλά στις ηλεκτρικές εταιρείες εναλλασσόμενου ρεύματος και δεν ήταν διατεθειμένος να αφήσει τον Tesla και το νέο του ασύρματο σύστημα αποστολής ηλεκτρικής ισχύος να τις παραγκωνίσει. Ο Morgan εκμεταλλεύτηκε τον Tesla για τέσσερα ακόμα χρόνια και στη συνέχεια σταμάτησε να τον πληρώνει. Προδομένος από τους συνεργάτες του, χωρίς χρηματοδότηση για να συνεχίσει την έρευνά του και χωρίς τη δυνατότητα εκμετάλλευσης των πατεντών του, ο Tesla βρέθηκε στα πενήντα του άφραγκος και άνεργος.

Τα χρόνια που ακολούθησαν, ο Tesla μετατράπηκε σε μια παθητική φιγούρα. Ζούσε μόνος σε ξενοδοχεία, κερδίζοντας τα προς το ζην από τη δημοσιογραφία και μια πενιχρή σύνταξη από την πατρίδα του. Μεταξύ 5 και 8 Ιανουαρίου 1943, ο Tesla υπέστη καρδιακή προσβολή. Πέθανε σε ένα ξενοδοχείο της Νέας Υόρκης, στα 86 του χρόνια.

Αν ο Tesla διέθετε έστω και λίγη από την πονηριά του Edison, θα είχε κερδίσει μια ξεχωριστή θέση στο πάνθεον των εφευρετών. Αντιθέτως, το όνομά του αναφέρεται μόνο ως μονάδα μέτρησης των μαγνητικών πεδίων: το tesla. Μηδαμινή αναγνώριση για την παρεξημένη αυτή διάνοια χάρη στην οποία σήμερα δισεκατομμύρια άνθρωποι έχουν φως και ρεύμα με το πάτημα ενός διακόπτη.

Πηγή: Περιοδικό Φόκους, http://www.focusmag.gr/
   
 
εισάγετε την κριτική σας
10 Ιουλίου
Μαρσέλ Προυστ

«Κάθε αναγνώστης, ουσιαστικά, βρίσκει τον εαυτό του (σε ένα βιβλίο). Η δουλειά του συγγραφέα δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα είδος οπτικού μέσου, το οποίο κάνει εφικτό στον αναγνώστη να διακρίνει αυτό που, χωρίς το συγκεκριμένο βιβλίο, πιθανόν δεν θα είχε ποτέ δει από μόνος του».

Ο Μαρσέλ Προυστ γεννήθηκε στις 10 Ιουλίου 1871 στο Οτέιγ, προάστιο του Παρισιού. Ο πατέρας του, Αντριέν, ήταν ένας ιδιαιτέρως γνωστός γιατρός και η μητέρα του, Ζαν Βέιλ, κόρη εύπορου εβραίου χρηματιστή. Παρά το γεγονός ότι ήταν φιλάσθενος από τη γέννησή του και υπέφερε από χρόνιο άσθμα, το 1889, τελειώνοντας το λύκειο, υπηρέτησε για έναν χρόνο τη στρατιωτική του θητεία. Στη συνέχεια αποφασίζει να συνεχίσει τις σπουδές του στη Νομική Σχολή του περίφημου Ecole de Sciences Politiques της Σορβόννης, κάνοντας παράλληλα το ντεμπούτο του στα σαλόνια της υψηλής κοινωνίας του Παρισιού όπου, εξαιτίας της ευγλωττίας και της οικονομικής του επιφάνειας, γίνεται σύντομα δημοφιλέστατος. Μία από τις πολυάριθμες γνωριμίες του, φίλη και του Ανατόλ Φρανς, τους γνωρίζει. Με την παρότρυνση του Φρανς, το 1896 ο Προυστ εκδίδει το πρώτο του έργο «Τέρψεις και ημέραι», μια συλλογή από σύντομες ιστορίες, ποιήματα και δοκίμια, η οποία όμως δεν θα γνωρίσει ιδιαίτερη επιτυχία.

Ως εκείνη τη στιγμή η μόνη συγγραφική απόπειρά του ήταν ένα μυθιστόρημα που ξεκίνησε να γράφει το 1895 και το εγκατέλειψε, μισοτελειωμένο, το 1899. Ο προάγγελος, ουσιαστικά, του αριστουργήματός του «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο», καθώς περιείχε πολλά από τα θέματα που θα πραγματευόταν εκεί αργότερα, εκδόθηκε τελικώς το 1952 με τον τίτλο «Ζαν Σαντέιγ». Απογοητευμένος από την αποτυχία της ολοκλήρωσης του δεύτερου βιβλίου του, αφιερώνεται στη συνέχεια για κάποια χρόνια στη μετάφραση και στον σχολιασμό των έργων του άγγλου ιστορικού τέχνης Τζον Ράσκιν. Δημοσιεύει μάλιστα ένα σημαντικό αριθμό σχετικών άρθρων.

Κατά τη διάρκεια της γνωστής υπόθεσης Ντρέιφους, από το 1896 ως το 1906, υπήρξε θερμός υποστηρικτής της πλευράς του γαλλοεβραίου λοχαγού του στρατού, πράγμα είχε αντίκτυπο στην κοινωνική του ζωή, κυρίως εξαιτίας του έντονου αντισημιτισμού στις τάξεις της γαλλικής κοινωνίας. Ο θάνατος της μητέρας του, το 1905, κλόνισε ακόμη περισσότερο τόσο τη σωματική υγεία του, οδηγώντας τον σε εγκλεισμό σε σανατόριο, όσο και την αντίστοιχη ψυχική, καθώς ήδη έπασχε από έντονες νευρώσεις κυρίως εξαιτίας των απεγνωσμένων προσπαθειών του να κρατήσει κρυφές τις ομοφυλοφιλικές προτιμήσεις του. Ο Προυστ απομονώθηκε σταδιακώς από τον έξω κόσμο ζώντας σχεδόν σαν ερημίτης σε ένα ηχομονωμένο διαμέρισμα, αφοσιωμένος αποκλειστικά στο γράψιμο και στην ενδοσκόπηση. Από το 1910 περνούσε το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του μέσα στην κρεβατοκάμαρα, κοιμώμενος κατά τη διάρκεια της ημέρας και γράφοντας ακατάπαυστα τη νύχτα. Το 1913 εκδίδει το πρώτο μέρος του «Αναζητώντας το χαμένο χρόνο» με τίτλο «Από τη μεριά του Σουάν», το οποίο περνάει σχεδόν απαρατήρητο. Δεν θα συμβεί όμως το ίδιο και με το δεύτερο μέρος, «Στον ίσκιο των ανθισμένων κοριτσιών», που θα εκδοθεί με καθυστέρηση λόγω του Α´ Παγκοσμίου Πολέμου το 1919. Με αυτό ο Προυστ θα κερδίσει το βραβείο Goncourt και την παγκόσμια αναγνώριση και καταξίωση. Στο σύνολό του το μνημειώδες αυτό ημιαυτοβιογραφικό μυθιστόρημα είναι περισσότερο ένας εσωτερικός μονόλογος παρά μια ιστορία. Ασυνάρτητο αλλά ζωντανό, με ευφυέστατες μεταφορές και εξαιρετικά σχήματα λόγου, το έργο είναι πλούσιο σε ψυχολογικές, φιλοσοφικές και κοινωνιολογικές έννοιες.

Τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Προυστ συνέχισε να δουλεύει για την ολοκλήρωση του μυθιστορήματος, εκδίδοντας τα έργα: «Η μεριά του Γκερμάντ Α' μέρος» (1920), «Η μεριά του Γκερμάντ Β' μέρος», «Σόδομα και Γόμορρα Α' μέρος» (1921) και «Σόδομα και Γόμορρα Β' μέρος» (1922).

Ο Μαρσέλ Προυστ πέθανε στις 18 Νοεμβρίου 1922 από πνευμονία.

Πηγή: Το Βήμα, του Θύμιου Βούλγαρη, 1.9.02



Εργα και ημέρες του Μαρσέλ Προυστ

Ποιος ήταν ο άνθρωπος που έβγαλε από τη ζωή του ένα μυθιστόρημα 3.000 σελίδων και ισχυριζόταν κατόπιν τούτων ότι έδινε ελάχιστη προσοχή στο εγώ του; Είχε μάλλον περιπετειώδη βίο, και ας έμεινε γνωστός αμέσως μετά τον θάνατό του, το 1922, ως ο δημιουργός του εσωτερικού μονολόγου. Το όνομά του ταυτίστηκε με το αυτοβιογραφικό, πεντάτομο, ανολοκλήρωτο, αλληγορικό Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο - πολύ εκτενές και για να γίνει αντιληπτό, ακόμη και μετά την ολοκλήρωση της ελληνικής μετάφρασής του, που είχε αφήσει ημιτελή ο Παύλος Ζάννας, σε πέντε τόμους πάλι, στις εκδόσεις της Εστίας - αλλά ο ίδιος παραμένει εδώ και χρόνια ο μεγάλος άγνωστος. Ο Πιέτρο Τσιτάτι καλύπτει αυτό το τελευταίο κενό: ξεκινάει από τα αληθινά περιστατικά και καταλήγει στη λογοτεχνική μετουσίωσή τους.

Μια νεανική εμπειρία στις πρώτες κιόλας σελίδες του βιβλίου συμπυκνώνει την ποιητική του Προυστ: κοιτάζοντας τη γραμμή του ορίζοντα από το παράθυρο του τρένου, του φάνηκε ότι «Δεν ήταν χαμένος μέσα στο σύμπαν, αλλά το σύμπαν είχε χαθεί μες στην απέραντη ψυχή του, "και θα διασκέδαζε να το πετούσε περιφρονητικά σε μια γωνιά της"». Ενα τέτοιο παιδί, γιος του δόκτορα Αντριάν Προυστ και της πλούσιας εβραίας κληρονόμου, γεννημένος έναν χρόνο μετά τον γάμο τους το 1870, μπορούσε κατ' αρχάς να «μεθύσει» με τον εαυτό του και με τη φύση. Επειτα, «του φαινόταν ότι αγαπούσε όλους τους άντρες, όλες τις γυναίκες, όλα τα πράγματα, όλα τα δέντρα, όλα τα λουλούδια: τα αγκάλιαζε, τα έσφιγγε πάνω στην καρδιά του». Την εποχή που πήγαινε στις τελευταίες τάξεις του Λυκείου Κοντορσέ, στη Μονμάρτρη πια, το ενδιαφέρον του έμοιαζε να εστιάζεται αλλού: «Ηδη από παιδί, οι σεξουαλικές κλίσεις του Προυστ ήταν σαφείς: αν και φημισμένες εταίρες ή ασήμαντες πόρνες τον δέχτηκαν στο κρεβάτι τους, το πάθος του τον οδηγούσε όλο και πιο βαθιά στο βασίλειο των Σοδόμων, που του φάνταζε όχι σαν ένας τόπος καταραμένος απ' τον Θεό, αλλά σαν ένας παράδεισος γεμάτος γητειές».

Ο Τσιτάτι τώρα διατρέχει επιστολές που έγραψε το φθινόπωρο του 1888, σε ηλικία 17 ετών: «Ηταν ερωτευμένος με τον Ζακ Μπιζέ, ή νόμιζε ότι ήταν. Κατόπιν ερωτεύτηκε τον Ντανιέλ Αλεβί. Μπορεί και να ήταν ερωτευμένος με όλους τους φίλους του. Και τους έγραφε μιλώντας τους γι' αυτόν τον έρωτα, πασχίζοντας να τους φλερτάρει, τον έναν μετά τον άλλον, κοιτώντας και παραμονεύοντάς τους και κοιτώντας και παραμονεύοντας τον εαυτό του μέσα από τα μάτια τους».

Κατά τον ίδιο τρόπο, μάλλον, παρατηρούσε και τον έρωτα των ανδρών προς τις γυναίκες. Πολλά πράγματα ήταν για αυτόν δοκιμές με το πρόσχημα της κοροϊδίας: «Μετά τη στρατιωτική του θητεία στην Ορλεάνη, παρακολούθησε χωρίς καμία διάθεση τη Νομική Σχολή, υποκρίθηκε τον υπάλληλο στη Βιβλιοθήκη Μαζαρέν (...) Η παλαιότερη εικόνα του χρονολογείται στα 1890, την εποχή που υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία. Οταν τις Κυριακές επέστρεφε στο Παρίσι, τον έβρισκε κανείς πάντα στο σαλόνι της μαντάμ Αρμάν ντε Καγιαβέ, της φίλης τού Ανατόλ Φρανς. Χωμένος μες στη στολή του, με το κεφάλι γερμένο προς τα πίσω, ξαπλωμένος σε μια βαθιά πολυθρόνα, τα τεράστια μαξιλάρια της οποίας έκαναν να μοιάζει παράλογη η πολεμική στολή». Αλλά και αργότερα, ο παραλογισμός δεν μετριάστηκε: «Στο σαλόνι της μαντάμ Στράους τον ξαναβρίσκουμε να σκύβει πάνω από την πλάτη μιας χρυσωμένης πολυθρόνας, στην οποία καθόταν η οικοδέσποινα... Καθόταν σ' ένα πουφ και μιλούσε, μιλούσε, όλο κολακείες, έξυπνα ευφυολογήματα, απύθμενες ευγένειες...». Να ήταν στη νιότη του τόσο επιπόλαιος και ματαιόδοξος; 'Η κάτι άλλο αναζητούσε;

Ερωτευμένη γαζέλα

Η ερμηνεία του Τσιτάτι είναι ότι ο νεαρός Προυστ πίστευε στους θεούς. «Οπως επαναλάμβανε συνέχεια, οι θεοί διέσχιζαν τον κόσμο μεταμφιεσμένοι». Εκανε και λάθη βέβαια. Ανάμεσα σ' αυτούς τους κρυμμένους στα σαλόνια θεούς ήταν και ο Ρομπέρ ντε Μοντεσκιού- Φεζανσάκ, ο «πρίγκιπας των συζητητών», που αποδείχθηκε τελικά μέγιστος απατεώνας. Αλλά «όταν γνώρισε τον Μοντεσκιού, ο Προυστ ήταν ακόμη η τρεμάμενη ερωτευμένη γαζέλα που γνωρίζουμε από το πορτρέτο του Μπλανς... Τον φλέρταρε όπως φλερτάρει κανείς μια κυρία κάποια χρόνια μεγαλύτερη... Στη συνέχεια, όπως είναι λογικό, προσέτρεχε στο θρησκευτικό λεξιλόγιο. Τον εξυμνούσε σαν κυρίαρχο των ουρανών και της γης...».

Η δεύτερη θεότητα που ανακάλυψε ο Προυστ ήταν η Λόρα ντε Σαντ, σύζυγος του κόμη ντε Σεβινιέ, η οποία δεχόταν τους φίλους της καθημερινά, από τις δύο ως τις τέσσερις το απόγευμα, μονάχα άντρες. Εντεκα χρόνια μεγαλύτερη από τον Προυστ. Η τρίτη μεταμφιεσμένη θεότητα ήταν η Αννα ντε Νοάιγ, λίγα χρόνια νεότερή του, «μια μεθυσμένη Βάκχη». «Ούτε στον Μοντεσκιού ο Προυστ δεν έστειλε γράμματα τόσο ξέχειλα από τρέλα, γεμάτα χαρά, ευτυχία και σχεδόν οργασμό, όπως εκείνα που έστειλε στην Αννα ντε Νοάιγ». Αλλά ο Προυστ έβρισκε σ' αυτήν «τη διεύρυνση, τη μέθη, τη διάχυση του εγώ, χάρη στα οποία το σύμπαν γινόταν ένας μικρός πλανήτης περιστρεφόμενος γύρω απ' την καρδιά». Ουσιαστικά προετοίμαζε για χρόνια τα ποιητικά του συνθέματα, καθώς «μια αργόσυρτη εργασία, το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, επωαζόταν μέσα του σαν παιδί, δίχως εκείνος να το συνειδητοποιεί».

Η φθορά του πάθους

Ηταν μόνο με έναν από τους πρώτους φίλους του, τον Ρεϊνάλντο Αν, μουσικό και τραγουδιστή, που θα γνώριζε «μια περίοδο γαλήνιας εκστατικής ευτυχίας, τέτοια που ποτέ άλλοτε δεν επρόκειτο να γνωρίσει». Και ήταν αυτή η σχέση που τον έφερε αντιμέτωπο για πρώτη φορά με τη φθορά του έρωτα στον χρόνο, με τον χωρισμό και τη μοναξιά. Αλλά του έκανε γνωστό και το συναίσθημα της ζήλιας. Ο Ρεϊνάλντο Αν θα γινόταν αναγκαστικά ο Διόσκουρός του, ένας φίλος ως τα βαθιά γεράματα, παρ' ότι «η ερωτική φιλία που ένιωθε για τον Αν είχε έναν τραγικό χαρακτήρα: ήταν μια ολοκληρωτική αφοσίωση, του σώματος και της ψυχής... "Αν ήξερα ότι δολοφόνησε κάποιον", έγραφε το 1908 σ' έναν φίλο, "θα έκρυβα το πτώμα στο δωμάτιό μου για να φανεί ότι ο ένοχος είμαι εγώ"».

Ενας τέτοιος γιος, βέβαια, «ήταν όλα εκείνα που αρνούνταν η μητέρα του: το άχθος του κακού, η ενοχή, η έμφαση, η υπερβολή, η τραγωδία, η αποκάλυψη του εγώ, ο Μποντλέρ, ο Μπαλζάκ, ο Ντοστογιέφσκι». Αλλά εκείνος, στο Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, «εκθείαζε όχι μόνο τη μητέρα και τη γιαγιά του, αλλά και κείνο που αυτές εκπροσωπούσαν: δεν λάτρευε τίποτε με πιο βαθύ οίκτο». Αφότου πέθανε η μαντάμ Προυστ, θα την κρατούσε ζωντανή στο βιβλίο του.

Ο κυρίαρχος της ποικιλίας

Ηταν αρχές του 1908, όταν ξεκίνησε η πυρετώδης συγγραφική δραστηριότητα που περιελάμβανε κυρίως παρωδίες συγκεκριμένων κειμένων, αυτοπαρωδίες - για να περάσει μόλις στα 45 του στο Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο. «Οι αναμνήσεις, οι πάσης φύσεως αναμνήσεις που κατοικούσαν μέσα στο μυαλό του άυπνου πρωταγωνιστή σωριάζονταν, πολλαπλασιάζονταν, έγιναν μια μάζα, γέμισαν το εύθραυστο αρχικό φλας μπακ, μέχρι το σημείο απ' όπου δεν ήταν πια δυνατόν να γυρίσει πίσω...». Είχε γίνει πια «ο κυρίαρχος της ποικιλίας και της περιπλάνησης».

Στο τέλος της ζωής του, ήταν «ένας άνθρωπος που τα απαρνήθηκε όλα» αφού ο ίδιος έγραφε για τον εαυτό του ότι «το μεγάλο του χάρισμα ήταν να υποφέρει». Ο πόνος άλλωστε ήταν μέρος της ύπαρξής του: παιδί ακόμη, είχε αφεθεί να κάνει 110 καυτηριασμούς για να γιατρευτεί από το αλλεργικό άσθμα, το οποίο από τα 1895 ήταν πάγια κατάσταση. Και όμως, ποτέ δεν έπαψε να αναζητά την ευτυχία. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ανέπτυξε ερωτική εμμονή προς την πριγκίπισσα Ελένη Σούτσου, από μια ελληνορουμανική οικογένεια, ένοικο του ξενοδοχείου Ριτζ το ίδιο διάστημα που διέμενε εκεί και ο Προυστ. Τη λάτρεψε σαν μια Αθηνά Παλλάδα, αλλά εκείνη έφυγε χωρίς να ανταποκριθεί. Το τελευταίο γράμμα του αποχαιρετισμού, που της έγραψε το 1918, το «έκλαψε»: «Διαβάστε το δάκρυ προς δάκρυ, αν σας ικανοποιεί το γεγονός ότι αγαπηθήκατε».

Πηγή: Το Βήμα, της Μαίρης Παπαγιανίδου, 22.10.06

Βιβλιογραφία στα Ελληνικά

- Proust, Marcel. Ποιήματα / Μαρσέλ Προυστ • μετάφραση Ελένη Κόλλια • επιμέλεια Ελένη Κόλλια. - 1η έκδ. - Αθήνα : Ηριδανός, 2008.
- Proust, Marcel. Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο : Από τη μεριά του Σουάν / Μαρσέλ Προυστ • μετάφραση Παύλος Α. Ζάννας • επιμέλεια Παναγιώτης Πούλος. - Αθήνα : Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη, 2007.
- Proust, Marcel. Ο αδιάφορος και άλλα κείμενα των νεανικών χρόνων / Μαρσέλ Προυστ • μετάφραση Βάσω Νικολοπούλου , Νίκη Ντουζέ. - 1η έκδ. - Αθήνα : Κασταλία, 2006.
- Proust, Marcel. Ημέρες ανάγνωσης : Δύο ομότιτλα κείμενα / Μαρσέλ Προυστ • μετάφραση Μήνα Πατεράκη - Γαρέφη. - Αθήνα : Ίνδικτος, 2004.
- Proust, Marcel. Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο : Η φυλακισμένη / Μαρσέλ Προυστ • μετάφραση Π. Α. Ζάννας , Παναγιώτης Πούλος. - Αθήνα : Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2004.
- Proust, Marcel. Αναζητώντας το χαμένο χρόνο : Ο ξανακερδισμένος χρόνος / Μαρσέλ Προυστ • μετάφραση Παντελής Ανδρικόπουλος , Δημήτρης Δημουλάς. - 2η έκδ. - Αθήνα : Διώνη, 2003.
- Proust, Marcel. Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο : Στον ίσκιο των ανθισμένων κοριτσιών / Μαρσέλ Προυστ • επιμέλεια Παναγιώτης Πούλος • μετάφραση Παύλος Α. Ζάννας. - Αθήνα : Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2002.
- Proust, Marcel. Ηδονές και μέρες / Μαρσέλ Προυστ • μετάφραση Βαρβάρα Νουνοπούλου. - 1η έκδ. - Αθήνα : Ηριδανός, 2002.
- Proust, Marcel. Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο : Σόδομα και Γόμορρα / Μαρσέλ Προυστ • μετάφραση Παύλος Α. Ζάννας • επιμέλεια Παναγιώτης Πούλος. - 1η έκδ. - Αθήνα : Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2001.
- Proust, Marcel. Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο : Από τη μεριά του Σουάν / Μαρσέλ Προυστ • μετάφραση Παύλος Α. Ζάννας • επιμέλεια Παναγιώτης Πούλος. - Αθήνα : Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2001.
- Proust, Marcel. Το τέλος της ζήλειας : Και άλλα τέσσερα κείμενα από τον τόμο "Τέρψεις και ημέραι" / Marcel Proust • μετάφραση Νάσος Δετζώρτζης. - 3η έκδ. - Αθήνα : Άγρα, 2001.
- Proust, Marcel. Ζαν Σαντέιγ : Αποσπάσματα / Marcel Proust • επιμέλεια Λητώ Ιωακειμίδου • μετάφραση Λητώ Ιωακειμίδου • επιμέλεια σειράς Δημήτρης Αλεξάκης. - Αθήνα : Γαβριηλίδης, 2000.
- Proust, Marcel. Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο : Η μεριά του Γκερμάντ / Μαρσέλ Προυστ • μετάφραση Παύλος Ζάννας • επιμέλεια Παναγιώτης Πούλος. - Αθήνα : Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών, 1999.
- Proust, Marcel. Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο : Στον ίσκιο των ανθισμένων κοριτσιών / Μαρσέλ Προυστ • μετάφραση Παύλος Ζάννας • επιμέλεια Παναγιώτης Πούλος. - Αθήνα : Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών
- Proust, Marcel. Ο αδιάφορος / Marcel Proust • μετάφραση Στέφανος Κουμανούδης , Σωτήρης Κακίσης. - Αθήνα : Ερατώ, 1994.
- Proust, Marcel. Μετά την εξαφάνιση της Αλμπερτίν / Μαρσέλ Προυστ • μετάφραση Έλλης Αγγέλου , Γιάννη Αγγέλου. - Αθήνα : Ζαχαρόπουλος Σ. Ι., 1987.
- Proust, Marcel. Διαβάζοντας: μέρες ανάγνωσης : Με μια εισαγωγή, ένα επίμετρο και σημειώσεις / Μαρσέλ Προυστ • μετάφραση Πέτρος Παπαδόπουλος , Κώστας Τσιταράκης • επιμέλεια Πέτρος Παπαδόπουλος , Κώστας Τσιταράκης. - 1η έκδ. - Αθήνα : Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1985.
- Citati, Pietro. Το πληγωμένο περιστέρι : Ο Μαρσέλ Προύστ και η "Αναζήτηση" / Πιέτρο Τσιτάτι • μετάφραση Δημήτρης Αρβανιτάκης • επιμέλεια σειράς Τάκης Θεοδωρόπουλος. - 1η έκδ. - Αθήνα : Ωκεανίδα
- Ζέρβας, Αντώνης. Μαρσέλ Προυστ : Η νεκρώσιμη ιεροτελεστία της Βέρμας: Μια διπλή ερμηνεία / Αντώνη Ζέρβα. - 1η έκδ. - Αθήνα : Ίνδικτος, 2000.
- Painter, George D. Μαρσέλ Προυστ : Μια βιογραφία / George D. Painter • μετάφραση Τερέζα Βεκιαρέλλη , Νάση Βακιαρέλλη. - Αθήνα : Χατζηνικολή, 1992.
- Shattuck, Roger. Μαρσέλ Προυστ / Ρότζερ Σάττακ • μετάφραση Αλέξανδρος Ίσαρης , Γιώργος Αστέρης • επιμέλεια Αλέξανδρος Ίσαρης. - Αθήνα : Ηριδανός, 1981.

Πηγή: Biblionet.Gr

   
 
εισάγετε την κριτική σας
11 Ιουλίου
Τζιόρτζιο Αρμάνι

Η εικόνα που δίνει ο Τζιόρτζιο Αρμάνι στον επισκέπτη που περνάει από το «αρχηγείο» των επιχειρήσεών του στη Βία Μποργκονουόβο, στο Μιλάνο, είναι εντυπωσιακή: στα 67 του, δείχνει νέος, άνετος, ένας ανέμελος δισεκατομμυριούχος.

Ύστερα από σχεδόν 50 χρόνια στον κύκλο της μόδας, παραμένει το νούμερο ένα στον χώρο του. Διάφοροι σταρ του Χόλιγουντ, όπως είναι η Γκουίνεθ Πάλτροου και ο Ρίτσαρντ Γκιρ, λαχταρούν τα ρούχα του (η γυναικεία κολεξιόν του Αρμάνι ξεπερνάει σε πωλήσεις την κολεξιόν των διάσημων ανδρικών του κοστουμιών). Πέρυσι, το Μουσείο Γκούγκενχαϊμ, στη Νέα Υόρκη, διοργάνωσε ολόκληρη έκθεση με τις δημιουργίες του.

Η Σάρα Φόρντεν, αρχισυντάκτρια του γυναικείου περιοδικού «Λούνα», που εδρεύει στο Μιλάνο, αναφέρει ότι ο Αρμάνι έφθασε στο ζενίθ χωρίς να προσπαθεί να προσχωρήσει σε διαφορετικά στυλ. «Πριν από λίγα χρόνια, όλα στη μόδα ήταν σέξι αυτό ήταν το στυλ του Βερσάτσε ειδικότερα , αλλά ο Αρμάνι έμεινε προσκολλημένος στο δικό του στυλ, στις καθαρές γραμμές και στα καλοραμμένα ρούχα», λέει η Σάρα Φόρντεν. «Αυτό τού κόστισε πολλούς τίτλους στον Τύπο, αλλά δεν έκανε πίσω. Και τώρα, η μόδα ακολουθεί ξανά το δικό του στυλ».

Η διατήρηση του μυστικισμού της φίρμας, τελικά απέδωσε. Από το 1990, τα έσοδα του οίκου μόδας που βρίσκεται υπό τον έλεγχο της Giorgio Armani SpA αυξήθηκαν, από 306 εκατ. δολάρια σε 963 εκατ. δολάρια. Τα κέρδη, πριν από τόκους, φόρους και αποσβέσεις, έφθασαν πέρυσι τα 221 εκατ. δολάρια. Το καθαρό περιθώριο κέρδους, που έφθασε το 12%, ήταν διπλάσιο από εκείνο της LVMH.

Η LVMH και η Γκούτσι ανακοίνωσαν φέτος χαμηλή κερδοφορία. Η Μπέρμπερι και η Χλόε ανακοίνωσαν ότι οι πωλήσεις τους, μετά τις 11 Σεπτεμβρίου, έχουν μειωθεί περισσότερο από 15%. Αντίθετα, ο Αρμάνι αναμένεται να έχει φέτος αύξηση στα έσοδα της τάξεως του 20% (τα έσοδα για το πρώτο εξάμηνο αυξήθηκαν 22,5%). Και παρά το γεγονός ότι η δραστηριότητα στις ΗΠΑ (το 34% των εσόδων) έπεσε, μετά τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου, τα αποτελέσματα ήταν καλύτερα από τα αναμενόμενα στην Ιαπωνία, τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γερμανία. Η εταιρεία, που κατάφερε να μείνει έξω από το παιχνίδι των εξαγορών, διατηρούσε ρευστότητα 300 εκατ. δολαρίων στο τέλος του προηγούμενου χρόνου. Ο Αρμάνι είναι ιδιοκτήτης σχεδόν του 100% της εταιρείας του (υπάρχουν και άλλοι μέτοχοι, σε θυγατρικές του Ομίλου). Η καθαρή αξία της επιχείρησης υπολογίζεται σε 1,7 δισ. δολάρια.

Ανεξάρτητος

Οι ανταγωνιστές του στον τομέα των ειδών πολυτελείας δεν μπορούσαν παρά να ομολογήσουν την επιτυχία του Αρμάνι. Πέρυσι, η LVMH και η Γκούτσι προχώρησαν σε προσφορές. Ο Αρμάνι τις απέρριψε. «Φυσικά και κολακεύτηκα», λέει, «αλλά αποφάσισα να διατηρήσω την ανεξαρτησία μου. Έχω την τελευταία εταιρεία που στέκεται στα δικά της πόδια στον κλάδο». Πράγματικά, η Αρμάνι είναι η μόνη από τις μεγάλες επιχειρήσεις μόδας που δεν έχει διαθέσει μετοχές στο κοινό, ούτε ανήκει σε κάποιο μεγαλύτερο όμιλο.

Ο Αρμάνι ξεκίνησε το 1975, όταν ο ίδιος και ο συνέταιρός του, Σέρτζιο Γκαλεότι, ίδρυσαν την εταιρεία με 10.000 δολάρια. Ο Αρμάνι ήδη είχε στην πλάτη του 18 χρόνια στον κόσμο της μόδας, καθώς δούλεψε πρώτα για τα πολυκαταστήματα Ρινασέντε και μετά ως σχεδιαστής για τον Νίνο Τσερούτι. Αργότερα απασχολήθηκε ως ανεξάρτητος σχεδιαστής μόδας.

Έκτη αίσθηση Μετά τον θάνατο του Γκαλεότι, από AIDS, δέκα χρόνια μετά την ίδρυση της εταιρείας, ο Αρμάνι ανέλαβε τόσο διοικητικά όσο και σχεδιαστικά καθήκοντα. «Ξεκίνησα την επιχειρηματική πλευρά της καριέρας μου σχεδόν σαν αστείο», λέει μιλώντας στα ιταλικά (δεν μιλάει καλά αγγλικά). «Νομίζω ότι η βασική μου φιλοσοφία ήταν ότι το να κάνει χρήματα η επιχείρηση ήταν μέρος ενός παιχνιδιού. Πρέπει να καταλάβετε ότι ξεκίνησα να διοικώ την εταιρεία σχεδόν χωρίς καμία προετοιμασία». Και παραδέχεται ότι έχει «την έκτη αίσθηση ενός χωριάτη».

Ο Αρμάνι γεννήθηκε το 1934, όχι σε φάρμα αλλά στη βιομηχανική περιοχή Πιασέντζα, που βρίσκεται στη Βόρεια Ιταλία. Ο πατέρας του ήταν υπεύθυνος διακίνησης προϊόντων σε μια μικρή τοπική εταιρεία. Ο παππούς του κατασκεύαζε περούκες για το θέατρο. Ο Αρμάνι σπούδασε για δύο χρόνια Ιατρική στο κολέγιο, πριν στραφεί τελικά στη μόδα.

Όταν ανέλαβε τα καθήκοντα και του συνεργάτη του, του Γκαλεότι, το 1985, έμαθε γρήγορα τη δουλειά. Παίρνοντας ένα μάθημα από τους ανταγωνιστές του, επεκτάθηκε σε νέες κατηγορίες. Η εταιρεία τώρα κατασκευάζει και διανέμει προϊόντα μακιγιάζ, ρολόγια, αρώματα, έπιπλα και είδη σπιτιού. Εκτός από τα παραδοσιακά καταστήματα, που διανέμουν τα προϊόντα του, ο Αρμάνι έχει 251 καταστήματα (από τα οποία τα 85 είναι δικά του) σε 34 χώρες. Αυτό το διάστημα επεκτείνεται σε λινά υφάσματα, κοσμήματα και πιθανώς ξενοδοχεία.

Ο Μάικ Ούλμαν, που ήταν μέχρι τον Σεπτέμβριο γενικός διευθυντής του ομίλου LVMH, δηλώνει: «Σέβομαι πάρα πολύ τις ικανότητες του Αρμάνι. Στον τομέα της λιανικής, με τα χρόνια, δημιούργησε προϊόντα πολύ ελκυστικά στους καταναλωτές, μέσω της απόλυτης προσήλωσής του και της πίστης του στο δικό του στυλ».

Ο Ούλμαν επαινεί και τις ικανότητες του Αρμάνι ως οικονομικού διευθυντή: «Η απόδειξη είναι ότι δεν αμέλησε να κάνει τις απαραίτητες επενδύσεις και γνωρίζει, επίσης, πώς να διατηρεί ρευστότητα, ώστε να ανταποκρίνεται σε στιγμές που υπάρχει ανάγκη ή να πραγματοποιεί κάποιο σχέδιο, όταν βλέπει την ευκαιρία».

Τον πλήρη έλεγχο

Ο Αρμάνι χρησιμοποίησε τα κεφάλαιά του για να αποκτήσει τον πλήρη έλεγχο της παραγωγής και διανομής των προϊόντων του. Το 1996 απέκτησε το 53% της Σίμιντ, της εταιρείας που κατασκευάζει τα τζιν της Αρμάνι. Το 1990 απέκτησε την Αντινέα, εταιρεία κατασκευής ρουχισμού, η οποία έχει αναλάβει να παράγει ανδρικά και γυναικεία ρούχα για λογαριασμό του Αρμάνι. Το 1997 αγόρασε τις εγκαταστάσεις για μια ακόμη μάρκα του, την Αρμάνι Κολετσιόνι. Ένα χρόνο αργότερα, απέκτησε την Ιντάι, την εταιρεία που κατασκευάζει τα εσώρουχα και τα αξεσουάρ. Και συνεχίζει να αγοράζει διανομείς σε ολόκληρο τον κόσμο.

«Ο Αρμάνι είναι μοναδικός», λέει η Φόρντεν. «Είναι ο μόνος σχεδιαστής στον κόσμο που μπόρεσε να συνδυάσει την ιδιοφυΐα στον σχεδιασμό με το επιχειρηματικό πνεύμα». Επίσης, είναι πολύ καλός διαφημιστής: εκτός από το να χρηματοδοτεί μια τεράστια διαφημιστική καμπάνια (το 10% των εσόδων του Ομίλου), ο Αρμάνι μένει στο προσκήνιο με το να σχεδιάζει ρούχα για διασημότητες και να είναι χορηγός σε διάφορα γεγονότα.

Σε αντίθεση με τον Γκούτσι και την LVMH, ο Αρμάνι δεν ενδιαφέρεται να αποκτήσει άλλες μάρκες. «Έχουμε ήδη την καλύτερη», λέει. Όσο για ενδεχόμενη εισαγωγή στο Χρηματιστήριο, σε μια τέτοια περίπτωση ο Όμιλος θα άξιζε περίπου 1,7 δισ. δολάρια. Αυτό βασίζεται στα περυσινά καθαρά κέρδη (113 εκατ. δολάρια) και σε ένα Ρ/Ε της τάξεως του 15 (με βάση το Ρ/Ε της Γκούτσι, που είναι 24, η αξία της Αρμάνι θα ήταν 2,7 δισ. δολάρια). Το νούμερο αυτό δεν είναι υπερβολικά μεγάλο, ακόμη και με τα σημερινά δεδομένα. «Οι χρηματιστηριακές αγορές σήμερα δεν είναι τόσο φιλόξενες», λέει ο Αρμάνι χαμογελώντας. «Αλλά δεν αποκλείω τη διάθεση μετοχών με κάποιο τρόπο. Ίσως είναι ενδιαφέρον, στην κατάλληλη στιγμή. Στο μεταξύ, έχουμε καλή ροή χρήματος και μπορούμε να αυτοχρηματοδοτηθούμε». Στην πραγματικότητα, πέρυσι είχε μειωμένη ρευστότητα, επειδή μοίρασε μέρισμα 103 εκατ. δολαρίων (έναντι 40 εκατ. δολαρίων το 1990).

* Γεγονός είναι ότι τα τελευταία δύο, περίπου, χρόνια οι χρηματιστηριακές αγορές σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης έχουν δεχθεί ισχυρές πιέσεις. Αυτό ισχύει και για τις μεγάλες χρηματιστηριακές αγορές στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ευρώπη. Μεταξύ αυτών είναι και το χρηματιστήριο του Μιλάνο. Η αστάθεια επηρέασε και τις μη εισηγμένες εταιρείες. Η εμπιστοσύνη των καταναλωτών μειώθηκε, με αποτέλεσμα να ξοδεύονται όλο και λιγότερα χρήματα για διάφορα αγαθά. Οι εταιρείες που είχαν τα καλύτερα αποτελέσματα, ανεξάρτητα από τον κλάδο στον οποίο ανήκουν, ήταν εκείνες που ακολούθησαν την πιο σωστή στρατηγική και είχαν το πιο αποτελεσματικό μάνατζμεντ.

Οι κατάλληλοι άνθρωποι

Με 3.360 εργαζομένους, ο Αρμάνι δηλώνει ότι έχει μάθει να διαλέγει το κατάλληλο προσωπικό. «Η επιλογή προσωπικού είναι από τα πιο δύσκολα πράγματα. Πρέπει να είναι κανείς πολύ προσεκτικός», λέει ο Αρμάνι. «Ξέρω ένα πράγμα σίγουρα. Είμαι εναντίον κάθε ιδιοφυΐας, όταν πρόκειται για τη διοίκηση της επιχείρησης, δηλαδή ανθρώπων που θεωρούνται αναντικατάστατοι και έχουν πολύ υψηλότερες αποδοχές από τους συναδέλφους τους».

Φαίνεται ξεκάθαρα ότι η μόνη ιδιοφυΐα στον Όμιλο είναι ο ίδιος ο Τζιόρτζιο Αρμάνι. Αλλά, για πόσο ακόμη ένας άνθρωπος θα μπορεί να κάνει κουμάντο σε έναν Όμιλο που συνεχώς επεκτείνεται; Και ποιος θα πάρει τη θέση του, όταν θα αποχωρήσει; Τον Ιανουάριο, το νούμερο δύο στην ιεραρχία της εταιρείας, ο Τζιουζέπε Μπρουσόνε, έφυγε για να αναλάβει ανώτατη θέση στην LVMH και σύντομα έγινε ο διευθύνων σύμβουλος του διεθνούς τμήματος της Ντόνα Καράν. Ουδείς τον αντικατέστησε...

Οικογενειακή επιχείρηση

Η Αρμάνι είναι μια οικογενειακή επιχείρηση, σύμφωνα με την ιταλική παράδοση. «Σε αυτή την περίπτωση, όμως, η πραγματική οικογένεια περιλαμβάνει εμένα και τους στενούς συνεργάτες μου και τους συνεταίρους μου», λέει ο Αρμάνι. Στην πραγματικότητα, οι πιο έμπιστοι υπάλληλοι του Αρμάνι είναι συγγενείς του. Ο σχεδιαστής έχει πολύ στενούς δεσμούς με την αδελφή του, τη Ροζάνα, η οποία εκτελεί χρέη συμβούλου διαφήμισης στον Όμιλο. Ο ίδιος δεν έχει παιδιά, αλλά έχει ακόμη στενούς δεσμούς με τις ανιψιές του, τις κόρες του μικρότερου αδελφού του Σέρτζιο. Η Ρομπέρτα, 30 ετών, εργάζεται στο τμήμα επικοινωνίας και η μεγαλύτερη, η Συλβάνα, είναι η επικεφαλής σχεδιάστρια της κολεξιόν Αρμάνι.

Ο διάδοχος

Πηγές στην Αρμάνι εκτιμούν ότι η Ρομπέρτα είναι η διάδοχος του Αρμάνι στη διοίκηση της εταιρείας. Είναι παντρεμένη με γνωστό επιχειρηματία του Μιλάνου, μιλάει αγγλικά με προφορά Οξφόρδης και έχει κληρονομήσει το ταλέντο του Αρμάνι να διατηρεί πολύ καλές σχέσεις με διασημότητες. Μια Αμερικανίδα επιχειρηματίας, που έχει εξοχικό κοντά σε μια από τις βίλες του Αρμάνι, αναφέρει ότι βλέπει συχνά τον σχεδιαστή και τις ανιψιές του να κάνουν ποδήλατο στη μικρή πόλη Μπρόνι: «Ο Αρμάνι σίγουρα έχει σχέση γονέα και παιδιού με αυτά τα κορίτσια», λέει.

Σε απόσταση

Ο Αρμάνι κρατάει σε απόσταση τα υπόλοιπα ανώτατα στελέχη της εταιρείας. Ωστόσο, και αυτοί τον επισκέπτονται σε κάποια από τα τρία εξοχικά του αλλά και στο κότερό του. Ο Αρμάνι λέει ότι οι μάνατζέρ του «πρέπει να αναγνωρίζουν τις ευαισθησίες μου, τα αισθήματά μου, την προσέγγισή μου, αλλά και ότι πρέπει να δείχνουν κάποια ανεξαρτησία. Αν δεν μου αρέσει αυτό που συμβαίνει, θα το πω». Το ταμπεραμέντο του είναι θρυλικό. «Την πρώτη φορά που βρέθηκα σε ένα από τα ξεσπάσματά του, νόμισα ότι θα λιποθυμήσω», λέει ένας από τους νεαρούς που εργάστηκε στο παρελθόν ως μοντέλο για τον Αρμάνι.

«Έχω ένα κόλπο» Νιώθει, όμως, ο Αρμάνι εξαντλημένος ύστερα από 30 χρόνια στο τιμόνι της εταιρείας; «Όχι», απαντά. «Δεν είμαι εξαντλημένος. Έχω ένα κόλπο. Προσπαθώ να αντιμετωπίζω κάθε γεγονός σαν να συμβαίνει για πρώτη φορά. Η πρώτη κολεξιόν, η πρώτη διαπραγμάτευση για ένα κατάστημα, η πρώτη συνέντευξη». Μια άλλη συνήθεια του Αρμάνι είναι να θεωρεί ότι βρίσκεται σε συνεχή κίνδυνο, ώστε να χρειάζεται να ανακαλύπτει ξανά τον εαυτό του. «Πέτυχα να επιβιώσω για σειρά ετών», λέει. «Όταν ξεκίνησα, ανακάλυψα ότι είναι μια πολύ σκληρή δουλειά. Δεν ήξερα πώς να τα βγάλω πέρα. Δεν ήμουν εκπαιδευμένος. Έπρεπε να βάλω το κεφάλι κάτω και να ξεκινήσω».

«Είναι η ζωή μου»

«Ίσως αυτό να κάνει κάποιους να σκεφθούν ότι είμαι σκληρός και απάνθρωπος, αλλά πραγματικά δεν είχα συχνά την ευκαιρία να χαμογελώ, να περνώ καλά ή να κάνω παρέα με πολλούς ανθρώπους. Ακόμη και τώρα, δεν έχω πολύ χρόνο για να συναντώ ανθρώπους», τονίζει. «Είχα πρόβλημα να το ξεπεράσω αυτό, γιατί δεν είμαι ιδιαίτερα ελαστικός άνθρωπος. Δεν κοινωνικοποιούμαι εύκολα. Η δουλειά αυτή, είναι η ζωή μου».

Ο Αρμάνι επιμένει ότι κάνει βήματα για να μειώσει την εξάρτηση της εταιρείας του από τον ίδιο. «Για αρκετό διάστημα προσπαθώ συνειδητά να χτίσω την εταιρεία με έναν τέτοιο τρόπο, που οι μάνατζερ να έχουν μεγαλύτερη αυτονομία», λέει. «Η ιδέα ότι ο Αρμάνι είναι αναντικατάστατος, απέχει από την πραγματικότητα». Είναι έτσι, άραγε;

Πηγή: Τα Νέα, 9.7.08, Γιώργος Κανελλόπουλος

Μπορείτε επίσης να διαβάσετε σχετικό άρθρο για τον Τζιόρτζιο Αρμάνι στο Βήμα, πιέζοντας εδώ.

Βιβλιογραφία

- "Armani After All: In Rare Interviews, Italy's Legendary Fashion Designer Talks about How Personal Tragedy Shaped His Determination to Hold on to His Empire, and Why He Is Gambling on Global Expansion." Newsweek (September 3, 2001): 34.
- Bachrach, Judy. "Armani in Full." Vanity Fair 482 (October 2000): 360-365, 395-398.
- Blanchard, Tamsin. "Armani: The Art of Being." The Observer (June 17, 2001): Life, 10.
- Colavita, Courtney. "Giorgio Armani; Unadorned Grace and Contemporary Style--That's the Armani Aesthetic, and the Approach Has Made Him One of the Most Powerful Designers Anywhere." Daily News Record (December 31, 2001): 76.
- Rushton, Susie. "Nice and Easy Does It; For 30 Years He Has Been the King of Casual Elegance, Equally Adored." Independent on Sunday (London) (September 28, 2003): Features.
- Shalett, Karen Sommer. "Cole Porter Couture: 'De-Lovely' Fashions from Back in the Day Are Back in Style." Times-Picayune (New Orleans) (July 17, 2004): Living, 1.
- White, Nicola. Giorgio Armani. London: Carlton Books, 2000.

Πηγή: Glbtq.Com

   
 
εισάγετε την κριτική σας
 
 
 
ΠΟΛΥΧΡΩΜΟΣ ΠΛΑΝΗΤΗΣ - COLOURFUL PLANET: Ε. Αντωνιάδου 6, Πεδίον Άρεως ΑΘΗΝΑ Τ.Κ. 10434 - Τηλ. 210 8826600, 8826605 Fax 210 8826898
Πίσω Πάνω

powered by Marinet
copyright © 2004
Marinet Web design and development