::: ΠΟΛΥΧΡΩΜΟΣ ΠΛΑΝΗΤΗΣ - COLOURFUL PLANET - ΕΚΔΟΣΕΙΣ - ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ::::::....
 
 
 
Εκδόσεις Πολύχρωμος Πλανήτης- Οι εκδόσεις μας
Gay Λογοτεχνία
Λεσβιακή Λογοτεχνία - Ποίηση
Τρανς Λογοτεχνία
LGBT Θέατρο - Κινηματογράφος - Τέχνες
LGBT Μελέτες- Δοκίμια
Λογοτεχνικά Χρονικά
Ποίηση
Αστυνομική λογοτεχνία
Photobooks
Κόμικ
Ημερολόγια
Περιοδικά
Οι Σελιδοδείκτες μας
Υπό Έκδοση
Βιβλιοπωλείο Πολύχρωμος Πλανήτης
Gay Λογοτεχνία
Gay Ποίηση
Gay Σεξουαλικότητα
Λεσβιακή Λογοτεχνία - Ποίηση
Transsexual Λογοτεχνία - Ποίηση
LGBT Θέατρο - Κινηματογράφος - Τέχνες
LGBT Δοκίμια - Βιογραφίες - Μαρτυρίες
Σεξουαλικότητα
BDSM Λογοτεχνία
Γενική Λογοτεχνία
Γκραβούρες
Παιδική λογοτεχνία
Ξενόγλωσσα Βιβλία
Lesbian books
Gay Books
Transsexual Books
LGBT Books
Συγγραφείς
Έλληνες Συγγραφείς
Ξένοι Συγγραφείς
Ταξιδιωτικοί Οδηγοί - Gay & Lesbian Guides
Spartacus Guides
Damron Guides(NEW)
Photobooks - Comics
Gmunder Gay Photobooks
Goliath Gay Photobooks
Art Books - Λευκώματα Τέχνης
FotoFactory Gay Photobooks
Taschen Books
Other Gay Photobooks
Lesbian Photobooks
Bel Ami Productions
Comic Gay Photobooks
Ralf Koenig Comics
BDSM PHOTOBOOKS
Transsexual Photobooks
Postcards
Ημερολόγια - Calendars 2011
Lesbian Calendars 2011
DVD
Gay DVD
Lesbian DVD
Transsexual DVD
Queer as Folk USA Series
Μουσικά DVD
Queer as Folk British Series
The L-Word
Six feet under - Γραφείο κηδειών Φίσερ
DVD Γενικού Ενδιαφέροντος
Comic DVD's
Gay Τηλεοπτικές Σειρές
Erotic Gay DVD
Bel Ami DVD's
K. Bjorn DVD's
RASCAL DVD's
Μουσικά CD
Ελληνική Μουσική
Soundtrack Ταινιών
Rainbow Είδη Δώρων
Σημαίες
Lesbian T-shirts
Βραχιόλια
Καρφίτσες
Mousepad
Αυτοκόλλητα
Πετσέτες
Ποτήρια - Κούπες
Βεντάλιες
Πορτοφόλια
Καπέλα
Ανοιχτήρια- Μπρελόκ
Rainbow κουκλάκια
ΛΕΣΒΙΑΚΕΣ ΚΑΡΤΕΣ
GAY ΚΑΡΤΕΣ
Φωτιστικά
Κηροπήγια
Άλατα-Καλλυντικά
ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ - ΤΥΠΟΣ
Λογοτεχνικά Περιοδικά
Ελληνικός LGBT Tύπος - Περιοδικά
Ξενόγλωσσος LGBT Tύπος - Περιοδικά
Ερωτικά Gay Περιοδικά
Πίνακες Ζωγραφικής
Gay Πίνακες
Λεσβιακοί Πίνακες
Αφιερώματα σε Gay, Λεσβίες, Transsexual Συγραφείς - Ποιητές - Καλλιτέχνες
Άλαν Χόλινγκχερστ
Πατρίτσια Χάισμιθ
Γουίλιαμ Μπάροουζ
R.W. Fassbinder
Λογοτεχνικός Διαγωνισμός
Διαγωνισμός Ποίησης 06-07
Διαγωνισμός Διηγήματος 2005
Λογοτεχνικές Εκδηλώσεις
Φωτογραφίες Εκδηλώσεων Πολύχρωμου Πλανήτη
Λογοτεχνικές Βραδιές
Συζητήσεις - Ομιλίες
Παρουσιάσεις νέων βιβλίων
LGBT Ειδήσεις - Δελτία Τύπου - Άρθρα
***HEADLINE NEWS***
Πολύχρωμες Ειδήσεις
LGBT ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΝΕΑ - ΤΕΧΝΕΣ
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
Δελτία Τύπου
Άρθρα
Τι έγραψε ο Τύπος για μας
Το σκίτσο της εβδομάδας
Clips - videos
Athens Pride 2007-Photos
Athens Pride 2008 - Videos
Τα LGBT σύμβολα
*** Σαν Σήμερα ***
LGBT People in History
Ιανουάριος
Φεβρουάριος
Μάρτιος
Απρίλιος
Μάιος
Ιούνιος
Ιούλιος
Αύγουστος
Σεπτέμβριος
Οκτώβριος
Νοέμβριος
Δεκέμβριος
Banners
Banners
 
Newsletter
Παρακαλούμε εισάγετε το e-mail σας αν θέλετε να καταχωρηθείτε στην λίστα αλληλογραφίας για να ενημερώνεστε μέσω e-mail για τις δραστηριότητές μας.
 
*** οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½ οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½ ***
LGBT People in History >> οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½
 
1 Ιουνίου
Τομ Ρόμπινσον

Ο Τομ Ρόμπινσον γεννήθηκε την 1η Ιουνίου του 1955 στο Καίμπριτζ της Αγγλίας και υπήρξε τραγουδιστής, συνθέτης και παρουσιαστής εκπομπών . Μερικά απ’ τα πιο γνωστά του τραγούδια ήταν τα "2-4-6-8 Motorway" (1977), "Don't Take No for an Answer" (1978) και "War Baby" (1983).

Ο Ρόμπινσον ήταν ιδρυτής της μπάντας, Tom Robinson Band (TRB), αρκετά πολιτικοποιημένης που δραστηριοποιήθηκε και στα γκέι δικαιώματα. Ένα από τα πιο γνωστά της κομμάτια ήταν το "(Sing If You're) Glad To Be Gay".

Παράλληλα, ο Ρόμπινσον έκανε καριέρα μόνος του ως περφόρμερ, ενώ συνεργάστηκε και με τον Έλτον Τζον. Ένα από τα πιο γνωστά κομμάτια που έγραψαν μαζί ήταν το "Sartorial Eloquence (Don't Ya Wanna Play This Game No More?)", το οποίο ανέβηκε αρκετά ψηλά στα βρετανικά τσαρτς.

Συνεργάστηκε και ίδρυσε επίσης με αρκετά μουσικά σχήματα όπως οι Sector 27, Pukka Orchestra πάντα με πολιτικοποιημένο στίχο.

Τα τέλη της δεκαετίας του ’80 τον βρίσκουν ως ραδιοφωνικό παραγωγό και ντι-τζέι στο BBC Radio 4, ενώ βραβεύθηκε με το Sony Academy Award το 1997 για το ντοκιμαντέρ του "You've Got To Hide Your Love Away", ένα ραδιοφωνικό ντοκιμαντέρ με θέμα την γκέι μουσική που έγινε κάτω απ’ την παραγωγή του Benjamin 'sticky' Mepsted.

Δεν θα πρέπει να παραλείψουμε να αναφέρουμε ότι ο Τομ Ρόμπινσον υπήρξε ομιλητής σε αρκετές διαμαρτυρίες για την αποποινικοποίηση της ομοφυλοφιλίας τη δεκαετία του ’70 καθώς ότι εκπροσώπησε ομάδες γκέι δικαιωμάτων σε δημόσιες εμφανίσεις. Μάλιστα το κομμάτι του "Glad to be Gay", γράφτηκε με την ευκαιρία του πράιντ του Λονδίνου το 1976.

Πηγή: Wikipedia
   
 
εισάγετε την κριτική σας
2 Ιουνίου
Μαρκήσιος ντε Σαντ

Ο Ντονασιέν Αλφόνς Φρανσουά Κόμης ντε Σαντ (γαλλ. Donatien Alphonse François Comte de Sade) (Παρίσι, 2 Ιουνίου 1740 - Charenton, Saint-Maurice 2 Δεκεμβρίου 1814) ευρύτερα γνωστός ως Μαρκήσιος ντε Σαντ (όπως ονομαζόταν πριν το θάνατο του πατέρα του και τη λήψη του τίτλου του κόμητος), επικαλούμενος από τους θαυμαστές του ο "Θεϊκός Μαρκήσιος", ήταν Γάλλος συγγραφέας και φιλόσοφος με ηδονιστικές κυρίως και αθεϊστικές θεωρήσεις.

Η φιλοσοφία του πρεσβεύει μία ακραία μορφή ελευθερίας, η οποία συνδέεται άμεσα με την ηθική ελευθεριότητα, και σκοπεί στην απεξάρτηση του ατόμου από κάθε κατεστημένη νομική, ηθική ή θρησκευτική αρχή με τελικό στόχο την επίτευξη της απόλυτης ατομικής ικανοποίησης, που θεωρεί ως την ανώτατη αξία.

Τα έργα του περιέχουν ακραίες μορφές ερωτικών πρακτικών και συχνά οι περιγραφές του κινούνται στα όρια της πορνογραφίας. Εξ αιτίας της προκλητικής γραφής του και των ιδεών του πέρασε εικοσι εννέα χρόνια έγκλειστος σε άσυλα και σωφρονιστικά ιδρύματα. Το έργο του προκάλεσε και συνεχίζει να προκαλεί αντιμαχόμενες κριτικές ενώ κατέστη πόλος έμπνευσης για άλλους συγγραφείς και καλλιτέχνες διαχρονικά. Η δική του άποψη για το έργο του συμπυκνώνεται στην παρακάτω ρήση του:

"Ο τρόπος σκέψης μου είναι το αποτέλεσμα των στοχασμών μου. Είναι κομμάτι της εσώτερης ύπαρξής μου, του τρόπου που είμαι φτιαγμένος. Για το σύστημά μου, το οποίο αποδοκιμάζετε, είναι επίσης η μέγιστη παρηγοριά στη ζωή μου, η πηγή της ευτυχίας μου. Σημαίνει περισσότερα για μένα από ότι η ίδια μου η ζωή."

Ο Σαντ γεννήθηκε στο Παρίσι, στην αριστοκρατική κατοικία Hôtel de Condé στις 2 Ιουνίου 1740 και ήταν γιος του Jean-Baptiste François Joseph κόμητα de Sade, μαρκησίου του Mazan, και της Marie-Éléonore de Maillé de Carman. Η μητέρα του, θυγατέρα του Donatien de Maillé, μαρκησίου του Carman, διετέλεσε κυρία επί των τιμών της πριγκίπισσας του Condé. Ο πατέρας του ως διπλωμάτης βρισκόταν στην υπηρεσία του Πρίγκιπα - Εκλέκτορα της Κολωνίας.

Από το 1745, έπειτα από ένα σύντομο διάστημα παραμονής μαζί με συγγενείς του στην Προβηγκία και την Αβινιόν, την επιμέλειά του ανέλαβε ο θείος του Αββάς ντε Σαντ, λόγιος και σχολιαστής του Πετράρχη, ο οποίος αργότερα προκάλεσε σκάνδαλο με τη σύλληψή του σε οίκο ανοχής.

Αυτός ανέθεσε την ανατροφή του σε μια οικογενειακή φίλη, τη Madame de Saint Germain και την εκπαίδευσή του στον Αββά Amblet. Το 1750 εισήλθε στο ιησουιτικό κολέγιο του Μεγάλου Λουδοβίκου στο Παρίσι. Εκεί ήρθε σε επαφή με το θέατρο και τη δραματική τέχνη, που τον γοήτευσαν και απετέλεσαν έκτοτε ρόλο αγαπημένων του ενασχολήσεων.

Το 1754, σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών έγινε δεκτός στη στρατιωτική σχολή École des Chevaux-légers, όπου φοιτούσαν αποκλειστικά γόνοι ευγενών. Εκεί έλαβε την αρχική στρατιωτική του εκπαίδευση και την επόμενη χρονιά ονομάστηκε δεύτερος υπολοχαγός στο σύνταγμα του βασιλικού πεζικού. Από το 1757 συμμετείχε στον Επταετή Πόλεμο με το βαθμό του σημαιοφόρου με το σύνταγμα τυφεκιοφόρων της ταξιαρχίας του Αγίου Ανδρέα υπό τον Κόμη της Προβηγκίας (μετέπειτα Λουδοβίκου ΙΗ') αδερφό του Λουδοβίκου ΙΣΤ' και στις 21 Απριλίου 1759 προήχθη σε λοχαγό του Ιππικού της Βουργουνδίας.

Αποστρατεύτηκε το 1763, ταυτόχρονα με το τέλος του πολέμου, και εγκαταστάθηκε στο οικογενειακό κάστρο Château de Lacoste. Εκεί γνώρισε και ερωτεύτηκε τη δεσποινίδα Laure de Lauris, δέσποινα της Vacqueyras. Η άρνησή της, όμως, για ένα γάμο μαζί του τον οδήγησε να παντρευτεί τη Renée-Pélagie de Montreuil, κόρη ενός πλούσιου κατώτερου δικαστικού με ισχυρές προσβάσεις στη βασιλική αυλή.

Τον Οκτώβριο του 1763, τέσσερεις μήνες μετά το γάμο του, παύθηκε από την υπηρεσία του βασιλιά για πρώτη φορά στη ζωή του και κρατήθηκε για δεκαπέντε ημέρες στις φυλακές του βασιλικού κάστρου Vincennes έπειτα από την καταγγελία μίας ιερόδουλης για βλασφημία. Με τη μεσολάβηση του πατέρα του αποφυλακίστηκε το Νοέμβριο και του επιβλήθηκε υποχρεωτική παραμονή στο οικογενειακό κάστρο του Échauffour υπό την επίβλεψη του επικεφαλής της αστυνομικής διεύθυνσης ηθών.

Τον Ιανουάριο του 1767 πέθανε ο πατέρας του κληροδοτώντας του τον τίτλο του κόμητος καθώς και τους πύργους Lacoste, Mazan και Saumane αλλά και μεγάλα ποσά χρεών για εξόφληση. Τον Αύγουστο του ίδιου έτους γεννήθηκε το πρώτο παιδί του ζεύγους ντε Σαντ ο Louis-Marie.

Την Κυριακή του Πάσχα του 1768 συνέβη το πρώτο μεγάλο σεξουαλικό σκάνδαλο του ντε Σαντ με μία πόρνη ονόματι Rose Keller. Η Keller διαφεύγοντας από το διαμέρισμά του τον κατήγγειλε στις αρχές, και παρά την απόσυρση των καταγγελιών της έπειτα από μια γενναιόδωρη προσφορά χρημάτων, λόγω της έκτασης του σκανδάλου, ο βασιλιάς αναγκάστηκε να φυλακίσει το Μαρκήσιο με ένα lettre de cachet αποσιοπώντας έτσι τη συνηθισμένη διαδικασία δίωξης. Έγκλειστος παρέμεινε έως τις 16 Νοεμβρίου οπότε και εγκαταστάθηκε στο κάστρο της Lacoste. Το 1771 τον ακολούθησε εκεί και η οικογένειά του μαζί με την αδερφή της γυναίκας του Anne-Prospère, που σύντομα έγινε ερωμένη του.

Μετά από ένα επεισόδιο στη Μασσαλία το 1772, που είχε να κάνει με δηλητηρίαση πορνών με το υποτιθέμενο αφροδισιακό, ισπανική μύγα και σοδομισμό με τον υπηρέτη του, Latour, καταδικάστηκαν και οι δύο σε θάνατο. Κατάφεραν να διαφύγουν στην Ιταλία παίρνοντας μαζί τους και την Anne-Prospère, γεγονός που εξόργισε την πεθερά του, Madame de Montreuil, η οποία κατάφερε να εξασφαλίσει βασιλική εντολή για τη σύλληψη του γαμπρού της.

Στις 8 Δεκεμβρίου 1772 συνελήφθη και μεταφέρθηκε στο Château de Miolans από όπου δραπέτευσε τέσσερεις μήνες αργότερα. Παρέμεινε κρυμμένος στη Lacoste και επανασυνδέθηκε με τη σύζυγό του διατηρώντας παράλληλα μια ομάδα νέων υπαλλήλων, οι περισσότεροι από τους οποίος παραπονούνταν για σεξουαλική κακομεταχείριση και εγκατέλειψαν το κάστρο του Μαρκησίου. Ο Σαντ αναγκάστηκε πάλι να φύγει στην Ιταλία και κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, έγραψε το βιβλίο, "Voyage d'Italie". Το 1776 επέστρεψε στη Lacoste και προσέλαβε νέες υπηρέτριες, οι οποίες, όμως, έφυγαν γρήγορα από την υπηρεσία του. Το 1777 ο πατέρας μίας από αυτές ήρθε στη Lacoste ζητώντας την κόρη του και επεχείρησε να δολοφονήσει τον Σαντ. Το Φεβρουάριο της ίδιας χρονιάς ο Μαρκήσιος μετήχθη στις φυλακές του κάστρου Vincennes.

Στις 14 Ιουνίου 1778 πληροφορήθηκε την αθώωσή του για τις κατηγορίες της δηλητηρίασης και του σοδομισμού αλλά αναγκάστηκε να παραμείνει φυλακισμένος λόγω της βασιλικής εντολής, που είχε εκδοθεί με ενέργειες της πεθεράς του. Ένα μήνα αργότερα κατάφερε να δραπετεύσει αλλά συνελήφθη σύντομα και οδηγήθηκε στη Vincennes, όπου παρέμεινε μέχρι και την παύση λειτουργίας της ως φυλακής, το 1784, οπότε μεταφέρθηκε στη Βαστίλη.

Στις περιώνυμες φυλακές της Βαστίλης κρατήθηκε έως την 2α Ιουλίου 1789 όταν άρχισε να φωνάζει από το κελί του ότι σκοτώνουν τους φυλακισμένους καλώντας τον κόσμο να τους απελευθερώσει. Από εκεί, δέκα ημέρες πριν την πυρπόληση της Βαστίλης από τους επαναστάτες, διαμετακομίστηκε στο άσυλο φρενοβλαβών του Charenton.

Σε αυτή την πρώτη μακρά περίοδο εγκλεισμού του ξεκίνησε τη συγγραφή των πλέον γνωστών έργων του όπως η "Ζυστίν", "120 Μέρες στα Σόδομα", "Διάλογος μεταξύ Ιερέα και Μελλοθανάτου" κ.α. Ο Μαρκήσιος ντε Σαντ απελευθερώθηκε μετά τη Γαλλική Επανάσταση στις 2 Απριλίου 1790 με την ακύρωση όλων των βασιλικών εντολών φυλάκισης υπό τη μορφή lettres de cachet.

Η σύζυγός του αποσύρθηκε σε μοναστήρι και αρνήθηκε οποιαδήποτε επαφή μαζί του. Τότε ξεκίνησε ο δεσμός του με την τριαντατριάχρονη πρώην ηθοποιό Marie-Constance Renelle (Madame Quesnet), την οποία είχε εγκαταλείψει ο άνδρας της Balthazar Quesnet, αφήνοντάς της και την επιμέλεια του εξάχρονου γιου τους.

Στις 22 Οκτωβρίου 1790 ανέβηκε με επιτυχία στο Παρίσι το θεατρικό έργο του, "Oxtiern" προκαλώντας, όμως, μεγάλες αντιδράσεις. Προηγουμένως ο Σαντ είχε κυκλοφορήσει ένα πολιτικό μανιφέστο και την επόμενη χρονιά δημοσιεύτηκε μία ανώνυμη έκδοση της "Ζυστίν". Όπως και άλλοι Γάλλοι αριστοκράτες προσαρμόστηκε στη μετεπαναστατική κοινωνία και πολιτικοποιήθηκε εκλεγόμενος γραμματέας και αργότερα πρόεδρος της περιφέρειας Piques των Παρισίων (Section des Piques) και Ειρηνοδίκης.

Εντούτοις, με την επανάσταση δημιουργήθηκαν καταστάσεις που ο Μαρκήσιος δεν μπορούσε να συμμεριστεί. Προσποιήθηκε τον υποστηρικτή της εγκαθίδρυσης του ολοκληρωτικού σοσιαλισμού και της πλήρους κατάργησης της κυριότητας, όμως επέμεινε στη διατήρηση του οικογενειακού του κάστρου και της ιδιοκτησίας του. Η επιβολή του καθεστώτος της Τρομοκρατίας (1793 - 1794) και οι χιλιάδες εκτελέσεις που ακολούθησαν τον οδήγησαν να αποσυρθεί από την πολιτική κονίστρα αποτροπιασμένος. Αν και είχε χρησιμοποιήσει διάφορες μορφές βασανιστηρίων για να διεγείρει τα πάθη του, δεν μπορούσε να δικαιολογήσει τις μαζικές εκτελέσεις που πραγματοποιούνταν από τον νεοπαγή κρατικό μηχανισμό.

Στις 8 Δεκεμβρίου 1793 εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης για μία επιστολή που είχε γράψει προ διετίας στον Δούκα Ντε Μπρισάκ, διοικητή της φρουράς του Λουδοβίκου ΙΣΤ' και φυλακίστηκε στη Madelonnettes. Μεταφέρθηκε στη Φυλακή Καρμηλιτισσών στη Rue de Vaugirard και από εκεί στο Sainte-Lazare. Καταδικάστηκε για δεύτερη φορά σε θάνατο αλλά λόγω της γραφειοκρατίας διέφυγε τον αποκεφαλισμό στη γκιλοτίνα. Το 1795 δημοσίευσε το έργο του "Φιλοσοφία στο Μπουντουάρ", μία φιλοσοφική μελέτη συνδυασμένη με τη γνωστή ερωτική γραφή του ντε Σαντ, και μέσα στην επόμενη πενταετία κυκλοφόρησαν τα μυθιστορήματα "Η Νέα Ζυστίν", "Αλίν και Βαλκούρ", "Ιστορία της Ζυλιέτ".

Στα 1799 αναγκάστηκε να εργαστεί σε ένα θέατρο των Βερσαλλιών κερδίζοντας ελάχιστα χρήματα και συντηρώντας παράλληλα το γιο της Madame Quesnet, Κάρολο. Την ίδια χρονιά ανέβηκε, για δεύτερη φορά, στη Société Dramatique των Βερσαλλιών το θεατρικό του, "Oxtiern". Ο ντε Σαντ αντιμετώπιζε έντονα οικονομικά προβλήματα και για ένα διάστημα βρέθηκε να στεγάζεται σε πτωχοκομείο.

Τον Ιούνιο του 1800 κυκλοφόρησε μία ανώνυμη μπροσούρα με τον τίτλο "Zoloé", μέσω της οποίας ο συντάκτης της επετίθετο στο Ναπολέοντα Βοναπάρτη, που είχε πρόσφατα αναλάβει την εξουσία, και στο περιβάλλον του. Οι υποψίες για τη συγγραφή της στράφηκαν στο Μαρκήσιο παρότι σήμερα είναι, πλέον, επιβεβαιωμένο ότι δεν είχε καμία σχέση. Τον Οκτώβριο κυκλοφόρησε η τετράτομη συλλογή ιστοριών του, "Εγκλήματα από Έρωτα", στην οποία επιτέθηκε με σφοδρότητα σε άρθρο του στη "Journal de Paris" ο ακαδημαϊκός και κριτικός Alexandre-Louis de Villeterque κατονομάζοντας συνάμα το Σαντ ως το συγγραφέα της "Ζυστίν".

Η μακρά σειρά συλλήψεων του Μαρκησίου ντε Σαντ ολοκληρώθηκε στις 6 Μαρτίου 1801 όταν, τυχαία ευρισκόμενος στο γραφείο του εκδότη του Nicolas Massé, συνελήφθη μαζί του έπειτα από έφοδο της αστυνομίας. Η έρευνα των αρχών αποκάλυψε χειρόγραφα και διορθώσεις του ντε Σαντ για τα έργα "Νέα Ζυστίν" και "Ζυλιέτ". Κατά την ανάκριση ο Massé, με αντάλλαγμα την απελευθέρωσή του, παρέδωσε το χειρόγραφο της "Ζυλιέτ". Ο Σαντ αναγνώρισε το χειρόγραφο αλλά υποστήριξε ότι αυτός δεν ήταν παρά ο αντιγραφέας του.

Τον Απρίλιο αποφασίστηκε από το διευθυντή της παρισινής αστυνομίας Dubois και τον Υπουργό Ασφαλείας, τον περίφημο Ζοζέφ Φουσέ (Joseph Fouché), η μη διεξαγωγή δίκης του Μαρκησίου προκειμένου να αποφευχθεί μεγαλύτερο σκάνδαλο και ο εγκλεισμός του στη φυλακή πολιτικών κρατουμένων Sainte-Pélagie. Ως αιτιολογία προβλήθηκε η συγγραφή του «επαίσχυντου μυθιστορήματος Ζυστίν» και του «ακόμα φρικτότερου Ζυλιέτ».

Ο ντε Σαντ απηύθυνε από τη φυλακή επιστολή – έκκληση προς τον Υπουργό της Δικαιοσύνης, André Joseph Abrial, στις 20 Μαΐου 1802, ζητώντας την απελευθέρωσή του ή την προσαγωγή του σε δίκη, ισχυριζόμενος ότι δεν είναι ο συγγραφέας της "Ζυστίν". Ακολούθησαν το 1803 οι δύο τελικές διαμετακομίσεις του, αρχικά στις φυλακές Bicêtre και κατόπιν αιτήματος της οικογένειάς του στο άσυλο Charenton, όπου φρουρούνταν από έναν αστυνομικό και οι οικείοι του κατέβαλαν τρεις χιλιάδες φράγκα ετησίως ως τρόφιμη συνδρομή.

Η Madame Quesnet τον ακολούθησε στο Charenton λαμβάνοντας άδεια παραμονής σε κοντινό δωμάτιο. Ο φιλελεύθερος διευθυντής του ασύλου, Αββάς François Simonet de Coulmier, προμήθευε το ντε Σαντ με γραφική ύλη και τον ενθάρρυνε στο ανέβασμα θεατρικών έργων, ανοιχτών στο κοινό, με ηθοποιούς τους τροφίμους του ιδρύματος. Στο Charenton εκτυλίχτηκε και η τελευταία ερωτική σχέση του Μαρκησίου με την εκεί ανήλικη εργαζόμενη, Magdeleine Leclerc. Σχέση, που εκτός από σεξουαλικό είχε και παιδαγωγικό χαρακτήρα, μιας και ο ηλικιωμένος, πλέον, πρώην ευγενής της δίδαξε γραφή και ανάγνωση.

Τον Ιούνιο του 1807 σε αστυνομικό έλεγχο στο κελί του ανακαλύφθηκε το δεκάτομο έργο "Τα Ταξίδια της Φλορμπέλ", που μόλις είχε ολοκληρώσει. Το έργο κατασχέθηκε και μετά το θάνατο του Μαρκησίου κάηκε από το γιο του, Donatien-Claude-Armand, όπως και πολλά άλλα ανέκδοτα χειρόγραφά του. Στις 9 Ιουνίου 1809 δολοφονήθηκε σε ενέδρα ο πρεσβύτερος γιος του, Louis-Marie, αξιωματικός του στρατού του Ναπολέοντα και στις 7 Ιουλίου του 1810 πέθανε η σύζυγός του Renée-Pélagie, με την οποία βρισκόταν σε διάσταση από την πρώτη αποφυλάκισή του το 1790.

Υπό την προεδρία του Ναπολέοντα το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε στα 1811 τη συνέχιση της κράτησης του ντε Σαντ στο Charenton, η απόφαση αυτή ανανεώθηκε στα 1812 ενώ την επόμενη χρονιά απαγορεύτηκαν και οι θεατρικές παραστάσεις, που ανέβαζε στο άσυλο. Το 1813 ολοκλήρωσε το μυθιστόρημα "Histoire secrète d'Isabelle de Bavière" και δημοσίευσε ανώνυμα το βιβλίο "La Marquise de Gange".

Ο Μαρκήσιος ντε Σαντ, ο Θείος Μαρκήσιος για τους θαυμαστές του και ονοματοδότης του όρου σαδισμός, πέθανε ενώ κοιμόταν, στο άσυλο φρενοβλαβών Charenton στις 2 Δεκεμβρίου 1814, σε ηλικία 74 ετών, εγκαταλείποντας ένα έργο, που θα επηρέαζε και θα μελετούνταν βαθιά από λογοτέχνες, ερευνητές και ψυχαναλυτές τους επόμενους δύο αιώνες.

Ο όρος σαδισμός (γαλλ. sadisme) δημιουργήθηκε από το Γερμανό ψυχίατρο Richard von Krafft-Ebing και χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το 1886 στο έργο του "Psychopathia Sexualis". Η σημασία του έχει να κάνει με την επίδραση της σκληρότητας στη σεξουαλική διέγερση με την επιβολή σωματικού πόνου, νοητικής βασάνου ή και των δύο παράλληλα. Περιγράφεται επίσης ως γενετήσια διαστροφή κατά την οποία προκαλείται διέγερση μόνο με την πρόκληση πόνου σε άλλο άτομο ή με τη θέα αίματος.

«Η σκληρότητα είναι απλά η ενέργεια σε έναν ανθρώπινο πολιτισμό που δεν έχει πλήρως αλλοιωθεί. Επομένως είναι αρετή και όχι ανηθικότητα». Απόψεις, όπως αυτή, του Μαρκησίου ντε Σαντ, καθώς και η σεξουαλική δράση σε έργα του συνέτειναν στο να δανείσει μεταθανάτια το όνομά του στον ψυχοπαθολογικό αυτό όρο.

Το αντίθετο του σαδισμού είναι o μαζοχισμός. Κατά τον μαζοχισμό το άτομο διεγείρεται σεξουαλικά όταν του επιβάλλεται πόνος, περιορισμός ή τιμωρία. Σε μερικούς ανθρώπους συνυπάρχουν και οι δυο τάσεις του σαδισμού και του μαζοχισμού.

Η θεατρική παρουσία του ντε Σαντ ξεκίνησε από το 1765 περίπου, οπότε έγραψε και έλαβε μέρος σε διάφορες ερασιτεχνικές θεατρικές παραστάσεις, η βασική, όμως λογοτεχνική του δημιουργία άρχισε μετά τη φυλάκισή του στη Vincennes το 1778. Ενώ ο ντε Σαντ χρησιμοποιεί πολλούς από τους κανόνες της τυχοδιωκτικής, γοτθικής και αισθηματικής μυθιστοριογραφίας, τα μυθιστορήματά του είναι μοναδικά στη λογοτεχνική παραγωγή της εποχής του με την απόρριψη οποιουδήποτε ηθικού νόμου και τις αναλυτικές, εγκυκλοπαιδικού τύπου, λεπτομέρειες βίαιης σεξουαλικής συμπεριφοράς.

Στις "120 Ημέρες στα Σόδομα", έργο, που άρχισε να γράφει στη Βαστίλη τη δεκαετία του 1780 και ουδέποτε ολοκλήρωσε, προσπαθεί να εκθέσει με λογοτεχνική μορφή έναν κατάλογο όλων των πιθανών μορφών ελευθεριάζουσας σεξουαλικής συμπεριφοράς. Η "Ζυστίν", η ιστορία μιας ενάρετης νέας γυναίκας που υποβάλλεται σε φρικιαστικά σεξουαλικά βασανιστήρια και σκοτώνεται τελικά από χτύπημα κεραυνού, ολοκληρώθηκε επίσης στη Βαστίλη ενώ μία πιο εκτεταμένη έκδοση δημοσιεύθηκε το 1797 ως "Νέα Ζυστίν", μαζί με τη "Ζυλιετ", την ιστορία της αδελφής της Ζυστίν, η οποία ακολουθώντας το δρόμο της φαυλότητας ανταμείβεται και ευημερεί.

Στη "Φιλοσοφία στο Μπουντουάρ" παρουσιάζει τη μύηση μιας νέας γυναίκας στη φιλοσοφία και την πρακτική της ακολασίας. Η σωζόμενη εργογραφία του ντε Σαντ περιλαμβάνει ακόμη διάφορα συμβατικότερα θεατρικά έργα και σύντομα αφηγήματα, δύο ιστορικά μυθιστορήματα, και ένα επιστολικό μυθιστόρημα, το "Aline et Valcour". Επίσης έχει διασωθεί μεγάλο τμήμα της ογκώδους αλληλογραφίας του.

Παρότι τα έργα του ντε Σαντ δεν εκδόθηκαν επίσημα κατά τη διάρκεια του δεκάτου ενάτου αιώνα, κυκλοφορούσαν ιδιωτικά. Το 1843 ο Γάλλος κριτικός Charles Augustin Sainte-Beuve χαρακτήρισε το Μαρκήσιο ντε Σαντ και το Λόρδο Βύρωνα ως τις "δύο μέγιστες πηγές έμπνευσης" για τους σύγχρονους συγγραφείς, πολλοί από τους οποίους είδαν τον Μαρκήσιο ως πρωτοπόρο της σκοτεινής πλευράς της ανθρώπινης φύσης και μάρτυρα της ελευθερίας.

Ο Άλγκερνον Σούϊνμπερν, ο Πωλ Βερλαίν, ο Σαρλ Μπωντλέρ, ο Γουίλιαμ Μπλέηκ και ο Γκιγιώμ Απολιναίρ ήταν μεταξύ των συγγραφέων που επηρεάστηκαν από τη ζωή και το έργο του Σαντ. Στον εικοστό αιώνα, η υπερρεαλιστική κίνηση άντλησε έμπνευση από την εικονοκλαστική χρήση του ερωτισμού από το Σαντ και την προκλητική απόρριψη κάθε περιορισμού της προσωπικής ελευθερίας.

Το τελευταίο μισό του εικοστού αιώνα αυξήθηκαν οι κριτικές πραγματείες του έργου του ντε Σαντ. Μελέτες από κριτικούς όπως ο Roland Barthes, ο Maurice Blanchot, ο Pierre Klossowski και ο Georges Bataille εστιάζουν στη βαθιά γνώση του Σαντ πάνω στην ψυχολογία της δύναμης και της επιθυμίας και στις σχέσεις μεταξύ των ρητορικών πρακτικών του και της επιθυμίας για απόλυτη προσωπική κυριαρχία.

Η αντίληψη του Φουκώ για το έργο του Σαντ ως συνόρου μεταξύ κλασσικής και σύγχρονης σκέψης ώθησε σε πολυάριθμες αναλύσεις της αλληλεξάρτησης μεταξύ των έργων του, του πολιτιστικού και φιλοσοφικού περιβάλλοντός του και των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών ανακατατάξεων του όψιμου 18ου αιώνα στη Γαλλία.

Διάφοροι κριτικοί έχουν εξετάσει επίσης την αντιμετώπιση των θηλυκών χαρακτήρων στα κείμενα του Σαντ. Η Alice Laborde βρίσκει στο έργο του μια έκθεση της άδικης μεταχείρισης της κοινωνίας έναντι των γυναικών και ένα αίτημα για σεξουαλική ισότητα. Η Andrea Dworkin, από την άλλη πλευρά, χρησιμοποιεί τη μελέτη της για το Σαντ για να υποστηρίξει τη θέση της ότι η πορνογραφία λειτουργεί ως μέσο υποβιβασμού και υποταγής των γυναικών. Η Angela Carter υποστηρίζει ότι η εργασία του Σαντ είναι τελικά πολύτιμη επειδή απεικονίζει ξεκάθαρα τις βίαιες και καταπιεστικές συμπεριφορές, που κρύβονται πίσω από τις συμβατικές σχέσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών.

Η πρώτη έκδοση βιβλίου του Μαρκησίου ντε Σαντ στην Ελλάδα ήταν η "Φιλοσοφία στο Μπουντουάρ" από τις εκδόσεις "Εξάντας" σε μετάφραση του Βασίλη Καλλιπολίτη το 1979, του οποίου η κυκλοφορία απαγορεύτηκε με δικαστική εντολή. Δύο χρόνια αργότερα ο ίδιος εκδοτικός οίκος κυκλοφόρησε τις "120 Μέρες των Σοδόμων" σε μετάφραση των Τάκη Θεοδωρόπουλου και Πέτρου Παπαδόπουλου. Η έκδοση προκάλεσε την παρέμβαση συντηρητικών δικαστικών κύκλων, που κατήγγειλαν το έργο ως πορνογράφημα για "προσβολή της δημοσίας αιδούς" με μάρτυρα κατηγορίας ένα χωροφύλακα.

Σε αντίδραση αυτής της πράξης λογοκρισίας 48 εκδότες ανήγγειλαν κοινή έκδοση του έργου. Στην ίδια γραμμή κινήθηκε και το σύνολο του Τύπου, καταδικάζοντας ομοθυμαδόν τέτοιες πρακτικές. Προσωπικότητες των γραμμάτων υπερασπίστηκαν το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας των έργων του Σαντ, θεωρώντας το γεγονός της απαγόρευσης σκοταδιστικό πισωγύρισμα.

Το δικαστήριο συνεκάλεσε Γνωμοδοτική Επιτροπή πέντε προσωπικοτήτων όπου μεταξύ των μελών της βρίσκονταν ο Γιάννης Μόραλης, ο Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος και ο Ευάγγελος Παπανούτσος, ο οποίος ήταν ο μόνος που συνηγόρησε στην πρακτική της απαγόρευσης. Το βιβλίο εν τέλει απαγορεύτηκε έως και το 1991 οπότε ήρθη και τυπικά η απαγόρευση.

Έκτοτε πολλές εκδόσεις των έργων του ντε Σαντ έχουν κυκλοφορήσει στην Ελλάδα από σημαντικούς εκδοτικούς οίκους με κυρίαρχα έργα τη "Φιλοσοφία στο Μπουντουάρ", τη "Ζυστίν" και τις "120 Ημέρες στα Σόδομα".

Εργογραφία

· Dialogue entre un prêtre et un moribund
· Voyage d'Italie ou Dissertations critiques, historiques et philosophiques sur les villes de Florence, Rome, Naples, Lorette et les routes adjacentes à ces quatre villes
· Justine ou les malheurs de la vertu
· La nouvelle Justine ou Les malheurs de la vertu
· Ernestine Nouvelle suedoise
· Français, encore un effort si vous voulez être républicains
· La philosophie dans le boudoir
· L'ogre Minski suivi de Le pape Brashi
· Que suis-je à présent ?...
· Les 120 journées de Sodome ou l'École du libertinage
· Histoire de Juliette ou les Prospérités du vice
· Idée sur les romans
· Le président mystifié et autres contes licencieux
· La marquise de Gange
· Les crimes de l'amour; nouvelles héroïques et tragiques ; précédées d'une Idée sur les romans
· Aline et Valcour ou Le roman philosophique
· Histoire secrète d'Isabelle de Bavière, reine de France
· L'aigle mademoiselle
· Discour contre Dieu
· Propos d'un insoumis
· Le Suborneur
· Oxtiern, ou les Malheurs du libertinage
· Dorci
· Adelaide de Brunswick, princesse de Saxe, Evenement du XIe siecle
· Eugenie de Franval Nouvelle tragique
· Juliette et Raunai ou la Conspiration d'Amboise
· La Double Epreuve
· Miss Heriette Stralson ou les Effets de desespoir
· Faxelange ou les Torts de l'ambition
· Florville et Courval ou le Fatalisme
· Rodrigue ou la Tour enchantee
· Laurence et Antonio Nouvelle italienne
· Dorgeville ou le Criminel par vertu
· La Comtesse de Sancerre ou la Rival de sa fille
· Dorci ou la Bizarrerie du Sort
· Le Serpent
· La saillie gasconne
· L'Heureuse feinte
· Le M....puni
· L'Eveque embourb
· Le Revenant
· Les Harangueurs provencaux
· Attrapez-moi toujours de meme
· L'Epoux complaisant
· Aventure incomprehensible et attestee par toute une province
· La Fleur de chataignier
· L'instituteur philosophe
· La Prude ou la Rencontre imprevue
· Emilie de Tourville, ou la Cruaute fraternelle
· Augustine de Villeblanche, ou le stratageme de l'amour
· Soit fait ainsi qu'il est requise
· Le President mystifie
· La Marquise de Theleme, ou les Effets du libertinage
· Le Talion
· Le Cocu de lui-meme, ou le Raccommondement imprevu
· Il y a place pour deux
· L'Epoux corrige
· Le Mari pretre
· La Chatelaine de Longeville, ou la Femme vengee
· Les Filous

Έργα του σε ελληνική μετάφραση

· Ο δήμιος και το θύμα του
· 120 Ημέρες στα Σόδομα
· Φιλοσοφία στο Μπουντουάρ
· Ο Απατημένος Πρόεδρος
· Γεννηθήτω το θέλημά σας
· Ο σύζυγος ιερέας, προβηγκιανό διήγημα
· Ο κερατάς του ίδιου του εαυτού του
· Αυγουστίνη Βιλμπλάνς
· Επιστολή προς τον αστυνομικό διευθυντή Chenon - 19 Ιουλίου 1789
· Ζυστίν ή τα βάσανα της αρετής
· Oι Aτυχίες της Aρετής
· Απόψεις για το μυθιστόρημα
· Πάνω στην άμεση δημοκρατία και την απάτη των "εκπροσωπήσεων"
· Τα εγκλήματα του έρωτα - Νουβέλες ηρωικές και τραγικές

Βιβλιογραφία

· Colette Verger Michael, The Marquis de Sade: the man, his works, and his critics: an annotated bibliography, Νέα Υόρκη, Εκδ. Garland, 1986 ISBN 0824089987
· Éric Boutoute, Sade et les figures du baroque, Παρίσι, Εκδ. l'Harmattan, 1999, ISBN 273847571X
· Gallop Jane, Intersections: a reading of Sade with Bataille, Blanchot, and Klossowski, Εκδ. University of Nebraska Press, 1981 ISBN 080322110X
· John S. Yankowski, The Complete Marquis De Sade, Εκδ. Holloway House Publishing Company, 2006 ISBN 0870679406
· Marcel Henaff, Sade, the invention of the libertine body, Εκδ. University of Minnesota Press, 1999 ISBN 0816625360
· Maurice Blanchot, Sade et Restif de La Bretonne, Παρίσι, Εκδ. Complexe, 1986, ISBN 2870271948
· Maurice Lever, Donatien Alphonse François, marquis de Sade, Παρίσι, Εκδ. Fayard, 2003, ISBN 2213616884
· Octavio Paz, An Erotic Beyond: Sade, Εκδ. Thomson Learning, 1999 ISBN 0151003521
· Raymond Jean, Un portrait de Sade, Arles, Εκδ. Actes Sud, 2002, ISBN 2742739343
· Stuart Hood, Introducing Marquis de Sade, Εκδ. Totem Books; New Ed edition, 1999 ISBN 1840460717
· Timo Airaksinen, The Philosophy of the Marquis de Sade, Εκδ. Routledge, 1995 ISBN 0415112281
· Tony Thomas, The Marquis De Sade: A New Biography, Εκδ. C Trade Paper, 1992 ISBN 0806513381

Πηγές: Wikipedia
   
 
εισάγετε την κριτική σας
3 Ιουνίου
Άλεν Γκίνσμπεργκ

Ο Άλλεν Γκίνσμπεργκ (Irwin Allen Ginsberg, 3 Ιουνίου 1926 – 5 Απριλίου 1997) ήταν Αμερικανός ποιητής. Αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της λογοτεχνικής γενιάς των μπητ, γνωστός κυρίως για τα ποιήματά του Ουρλιαχτό (Howl) και Καντίς (Kaddish).

Ο Γκίνσμπεργκ γεννήθηκε το 1926 στο Νιούαρκ του Νιου Τζέρσεϊ και μεγάλωσε στο Πάτερσον. Ο πατέρας του, Λουίς Γκίνσμπεργκ, ήταν δάσκαλος και ποιητής, φέρνοντας από νωρίς τους δύο γιους του σε επαφή με την ποίηση. Η μητέρα του, Ναόμι Λεβί Γκίνσμπεργκ ήταν επίσης δασκάλα και παράλληλα μέλος του κομμουνιστικού κόμματος, γεγονός που συνδυάστηκε με συμμετοχή του ίδιου του Γκίνσμπεργκ σε αρκετές πολιτικές συγκεντρώσεις, από νεαρή ηλικία.

Το 1932, η Ναόμι Γκίνσμπεργκ εμφάνισε για πρώτη φορά στοιχεία νευρικού κλονισμού και τα επόμενα χρόνια η ψυχική της υγεία παρέμεινε ασταθής συνοδευόμενη από μακροχρόνιες παραμονές της σε ψυχιατρικές κλινικές, με κρίσεις επιληψίας και συμπτώματα παράνοιας. Η προβληματική σχέση του Γκίνσμπεργκ με τη μητέρα του, αποτυπώθηκε χαρακτηριστικά στο ποίημα του Καντίς.

Σε ηλικία περίπου έντεκα ετών, ο Γκίνσμπεργκ επέδειξε πρώιμα δείγματα ευαισθητοποίησής του σε πολιτικά ζητήματα, αποστέλοντας σχετικές επιστολές του στην εφημερίδα New York Times. Στο γυμνάσιο, ήρθε σε επαφή με το έργο του Ουώλτ Ουίτμαν μετά από απαγγελία ποιήματος του από τον καθηγητή, του Frances Durbin, γεγονός που ο ίδιος ο Γκίνσμπεργκ αναφέρει ως μία από τις πιο ξεχωριστές στιγμές των σχολικών του χρόνων.

Το 1943 αποφοίτησε από το γυμνάσιο και άρχισε νομικές σπουδές με υποτροφία στο κολέγιο του πανεπιστημίου Columbia. Εκεί γνώρισε τον Lucien Carr και μέσω αυτού αρκετούς από τους μελλοντικούς συγγραφείς της μπητ γενιάς, όπως τον Τζακ Κέρουακ και τον Ουίλιαμ Μπάροουζ. Η περίοδος αυτή υπήρξε ταραχώδης για τον Γκίνσμπεργκ, περιλαμβάνοντας μια προσωρινή αποβολή του από το πανεπιστήμιο καθώς και πειραματισμούς του με ψυχοτρόπες ουσίες που συνεχίστηκαν για πολλά χρόνια. Παράλληλα, φαίνεται πως αποφάσισε οριστικά να αφοσοιωθεί στην ποίηση. Τον Ιούνιο του 1949 συννελήφθη για συμμετοχή σε κλοπές τις οποίες είχαν διαπράξει φίλοι του. Ως ενναλακτική επιλογή απέναντι στην φυλάκισή του, οι πρώην καθηγητές του Mark Van Doren και Lionel Trilling, φρόντισαν να εκτίσει την ποινή του στο ψυχιατρικό ινστιτούτο του πανεπιστημίου, όπου παρέμεινε για συνολικά οκτώ μήνες και στο διάστημα αυτό συνδέθηκε φιλικά με το συγγραφέα Καρλ Σόλομον, ο οποίος ακολουθούσε θεραπεία για την κατάθλιψη.

Τον Οκτώβριο του 1955, ο Γκίνσμπεργκ απήγγειλε δημόσια ένα μέρος του ποιήματός του Ουρλιαχτό στην Six Gallery του Σαν Φρανσίσκο ενώ στην εκδήλωση συμμετείχαν ακόμα οι ποιητές Γκάρι Σνάιντερ και Μάικλ Μακλούρ. Ο εκδότης Λώρενς Φερλινγκέττι, ο οποίος παρευρέθηκε στην εκδήλωση, προσφέρθηκε άμεσα να δημοσιεύσει το έργο του, στον εκδοτικό του οίκο City Lights. Το Ουρλιαχτό δημοσιεύτηκε τελικά το 1956 με μία εισαγωγή του William Carlos Williams. Πολύ σύντομα απαγορεύτηκε ως άσεμνο, αλλά έπειτα από μια σειρά δικών επετράπη τελικά να συνεχιστεί η κυκλοφορία του. Τα επόμενα χρόνια, μαζί με τον ποιητή Πίτερ Ορλόφσκυ, πραγματοποίησε ταξίδια στο Παρίσι, στην Ταγγέρη, στο Μεξικό, στην Ελλάδα, στην Αφρική και στην Ινδία. Η παραμονή του στην Ινδία είχε διάρκεια περίπου δεκαπέντε μήνες και συνδυάστηκε με μία ευρύτερη πνευματική και θρησκευτική αναζήτηση του, που κατέληξε στο να ασπαστεί το βουδισμό. Επέστρεψε στην Αμερική το 1963 συμμετέχοντας στο Συνέδριο Ποίησης του Βανκούβερ μαζί με αρκετούς ακόμα σύγχρονους πειραματικούς ποιητές.

Στην περίοδο του πολέμου του Βιετνάμ συμμετείχε ενεργά στις αντιπολεμικές διαδηλώσεις ενώ σε όλη τη διάρκεια των δεκαετιών του 1970 και 1980 είχε γενικά έντονη πολιτική δράση, με συμμετοχή σε κινήματα υπέρ των δικαιωμάτων των ομοφυλοφίλων, κατά της κατοχής πυρηνικών όπλων ή για την προστασία του περιβάλλοντος.

Αποτέλεσε μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Γραμμάτων, ιδιότητα με την οποία προσπάθησε να προωθήσει το σύνολο της μπητ λογοτεχνίας, ενώ το 1986 έγινε επίτιμος καθηγητής φιλολογίας στο Brooklyn College. Το 1993 τιμήθηκε επίσης από τον υπουργό πολιτισμού της Γαλλίας Τζακ Λανγκ με το μετάλλιο Τεχνών και Γραμμάτων Chevalier des Arts et des Lettres. Πέθανε το 1997 στη Νέα Υόρκη.

Βιβλιογραφία

- Howl and Other Poems (1956)
- Kaddish and Other Poems (1961)
- Reality Sandwiches (1963)
- The Yage Letters (1963) – αλληλογραφία του με τον William S. Burroughs
- Planet News (1968)
- The Gates of Wrath: Rhymed Poems 1948–1951 (1972)
- The Fall of America: Poems of These States (1973)
- Iron Horse (1972)
- Mind Breaths (1978)
- Plutonian Ode: Poems 1977–1980 (1982)
- Collected Poems: 1947–1980 (1984)
- White Shroud Poems: 1980–1985 (1986)
- Cosmopolitan Greetings Poems: 1986–1993 (1994)
- Howl Annotated (1995)
- Iluminated Poems (1996)
- Selected Poems: 1947–1995 (1996)
- Death and Fame: Poems 1993–1997 (1999)

Ελληνικές εκδόσεις

- Ουρλιαχτό
- Πλουτώνια Ωδή
- Ποιήματα (εκδ. Εκδοτική Θεσσαλονίκης)
- Ποιήματα (εκδ. Σόκολη)
- Ημερολόγια

Πηγή: Wikipedia
   
 
εισάγετε την κριτική σας
4 Ιουνίου
Τάκης Σπετσιώτης

Ο Τάκης Σπετσιώτης γεννήθηκε στις 4 Ιουνίου 1954 στον Πειραιά. Πέρασε τα παιδικά και τα πρώτα εφηβικά του χρόνια στην Ερμιόνη, απ’ όπου έφυγε το 1971 για την Αθήνα. Από μικρός είχε δείξει μια κλίση στο γράψιμο δημοσιεύοντας κείμενά του σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες.

Σπούδασε σκηνοθεσία κινηματογράφου στην σχολή Σταυράκου την περίοδο 1973 – 1976 και τότε πήρε το βάφτισμα του πυρός και στην εικόνα με δύο ταινίες μικρού μήκους τις Η Λίζα και η άλλη (1976) και Καλλονή (1977) που προβλήθηκαν, η πρώτη στην γκαλερί ΄Ωρα και το πατάρι του σινεμά Στούντιο, για πολλές εβδομάδες, η δε δεύτερη – κομμένη από την επιτροπή λογοκρισίας του τότε Αντι- Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης -, σε πολλές γκαλερί, αίθουσες, και ευρωπαικά φεστιβάλ αντεργκράουντ κινηματογράφου στο Παρίσι, το Λονδίνο και το ΄Αμστερνταμ, προκαλώντας την προσοχή κριτικών όπως ο Ντομινίκ Νογκέζ κ. α Την ίδια εποχή, υπηρετώντας την θητεία του στο Ναυτικό, δημοσίευσε παράνομα και το πρώτο του απαγορευμένο διήγημα με τίτλο Μια φιλία, στο περιοδικό Καμπύλη τ. 1 Απρίλιος 1978.

Την περίοδο 1979 – 1981 έζησε στο Λονδίνο, παρακολουθώντας μαθήματα αγγλικής γλώσσας και λογοτεχνίας και σεμινάρια κινηματογράφου στην London Film makers Cooperative.

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, γύρισε την μεγάλου μήκους ταινία Στην αναπαυτική μεριά με την οποία συμμετείχε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 1981. Από το ενδιαφέρον του για παραγνωρισμένους , εκείνη την εποχή, λογοτέχνες και αισθητικούς του μεσοπολέμου, προέκυψαν δύο ημίωρα τηλεοπτικά πορτραίτα του για τους Ναπολέοντα Λαπαθιώτη (1982) και Τέλλο ΄Αγρα (1983) στην σειρά της ΕΤ 1 Οι Ποιητές μας.

Το 1985 γύρισε την πιο ευρέως γνωστή μέχρι σήμερα ταινία του μεγάλου μήκους με τίτλο Μετέωρο και Σκιά και θέμα την ζωή του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, η οποία τιμήθηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης της ίδιας χρονιάς με τα βραβεία Α΄ανδρικού ρόλου, στον Τάκη Μόσχο στον ρόλο του ποιητή, σκηνογραφίας και ενδυματολογίας και μακιγιάζ, αποσπώντας και το βραβείο Καλύτερης Ταινίας 1985 από το Υπουργείο Πολιτισμού. Το Μετέωρο και Σκιά συμμετείχε στην Εβδομάδα Κριτικής του World Film Festival του Μόντρεαλ και σε πολλά άλλα φεστιβάλ της Ευρώπης ,της Αραβίας και της Αμερικής και από το 2000 κυκλοφορεί διεθνώς και σε DVD από την Water Bearer στις ΗΠΑ. Περιλήφθηκε στα 19 Major Greek Films από την αμερικανική κριτική.

Το 1986 γύρισε για λογαριασμό της ΕΤ1 την τηλεταινία Εις το φως της ημέρας πάνω στο ομώνυμο μοναδικό διήγημα του Κ.Π. Καβάφη, και το 1991 παρουσίασε την ταινία του Κοράκια, σε σενάριο βασισμένο στο διήγημα Το παράπονο του νεκροθάπτου του Εμμανουήλ Ροίδη. Οι μεγάλου μήκους ταινίες του έχουν προβληθεί από το κρατικό τηλεοπτικό κανάλι της ΕΤ1 την περίοδο 1990- 1998. Το 1993 χρηματοδοτήθηκε από το Ευρωπαικό Ταμείο Σεναρίου για να γράψει ένα σενάριο με τίτλο Fiery Joys ( ελλην. τίτλος Πύρινες χαρές), με σκοπό να το γυρίσει σε ευρωπαικής συμπαραγωγής ταινία μεγάλου μήκους. Το σχέδιο σαμποταρίστηκε από το Ελληνικό Κέντρο κινηματογράφου και η ταινία δεν πραγματοποιήθηκε. Ο Σπετσιώτης στράφηκε έκτοτε στο γράψιμο δημοσιεύοντας τα βιβλία Στον Κώστα Ταχτσή αντί στεφάνου (Λογοτεχνικό χρονικό 1996) που επανακυκλοφόρησε αναθεωρημένο απ΄τις εκδόσεις «Πολύχρωμος Πλανήτης» το 2006 με τίτλο Ταχτσής – Δεν ντρέπομαι. Επίσης δημοσίευσε τα βιβλία Χαίρε Ναπολέων – Δοκίμιο για την τέχνη του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, 63 πεζά ποιήματά του (εκδόσεις ΑΓΡΑ 1999), το μυθιστόρημα Δελτίον ταυτότητος- Γενικός αριθμός Θ. 307136 ( εκδόσεις ΑΓΡΑ 2003) και την σειρά ποικίλων κειμένων με τίτλο Τριανδρίες και Σία ( εκδόσεις ΑΓΡΑ 2007).

Έχει σκηνοθετήσει, κατά παραγγελίαν, performances και θεατρικές παραστάσεις από τις οποίες οι πιο γνωστές είναι οι : Ψυχολογία Συριανού συζύγου, του Ε.Ροίδη με τον Μιχάλη Μητρούση, που παίχτηκε για δυό συνεχείς χρονιές στο θέατρο Χυτήριο (1999- 2001) και Ο μονόλογος του βασιλιά Λεοπόλδου του Μάρκ Τουέην στην Πολιτιστική Ολυμπιάδα 2003.

Ο Τάκης Σπετσιώτης, μιλώντας σπάνια στον τύπο και ακόμα πιο σπάνια στα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης, έχει δημιουργήσει ένα προσωπικό εκφραστικό ιδίωμα που δεν ταυτίζεται απόλυτα ούτε με την σκηνοθεσία του κινηματογράφου η του θεάτρου, ούτε με την αφηγηματική λογοτεχνία, όπως, επίσης, και με την τυπική κριτική η την αυτοβιογραφία. Είτε γράφοντας είτε σκηνοθετώντας, είτε έχοντας σαν θέμα του άλλους καλλιτέχνες είτε αποκλειστικά τον εαυτό του, εξερευνά, σαν ένας multi- media artist και διανοητής, τις σχέσεις του ατόμου με το περιβάλλον όπου ζει και απ’ όπου τροφοδοτείται, αποκαλύπτοντας τον κόσμο άλλοτε με κέντρο τον εαυτό του κι άλλοτε αναδεικνύοντας πλαγίως την δική του οντότητα μέσω άλλων, καλλιτεχνών η μη.

(Βιογραφικό από τον Τάκη Σπετσιώτη)

   
 
εισάγετε την κριτική σας
5 Ιουνίου
Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα (Federico García Lorca, 5 Ιουνίου 1898 - 19 Αυγούστου 1936) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Ισπανούς ποιητές και θεατρικούς συγγραφείς, από τους κορυφαίους εκπροσώπους της ισπανικής γενιάς του '27. Πέρα από το λογοτεχνικό του έργο, ασχολήθηκε επίσης με τη ζωγραφική και τη μουσική.

Εξω από τη Γρανάδα βρίσκεται το χωριό Βιθνάρ στους πρόποδες της Σιέρα Λεόνε. Εκεί κατά πάσα πιθανότητα βρίσκεται θαμμένος σε ομαδικό τάφο μαζί με άλλους 4.000 ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Σύμφωνα με τον βιογράφο του Ιαν Γκίμπσον, ένας από τους δολοφόνους του ποιητή φέρεται να είπε: «Μόλις σκοτώσαμε τον Λόρκα. Τον πετάξαμε σε ένα χαντάκι και του ρίξαμε δυο σφαίρες στον πισινό γιατί ήταν αδερφή». Ο Γκίμπσον πιστεύει ότι προτού εκτελεστεί ο Λόρκα βασανίστηκε άγρια. Εναν μήνα πριν από την εκτέλεσή του, σε μια συνέντευξή του, εκείνο το «αποστολικό πλάσμα», όπως χαρακτήριζε τον Λόρκα ο Σαλβαντόρ Νταλί, που θα διατηρούσε αργότερα άριστες σχέσεις με το φρανκικό καθεστώς, είχε επιτεθεί βίαια εναντίον της Καθολικής Εκκλησίας θεωρώντας ότι η λεγόμενη ανάκτηση της Γρανάδας τον 15ο αιώνα - που ως τότε την κατείχαν οι Αραβες - «ήταν μια τρομερή στιγμή, μολονότι στα σχολεία λένε το εντελώς αντίθετο. Χάθηκε ένας αξιοθαύμαστος πολιτισμός, μια ποίηση, αστρονομία και αρχιτεκτονική που υπήρξαν μοναδικές στον κόσμο, για να δώσουν τη θέση τους σε μια φτωχή, δειλή, στενόμυαλη πόλη που τώρα την κατοικεί η χειρότερη μπουρζουαζία της Ισπανίας».

Ο Λόρκα δολοφονήθηκε από τους φαλαγγίτες στις 19 Αυγούστου 1936, τέσσερις μήνες μετά το ξέσπασμα του εμφυλίου πολέμου. Επίσημη εκδοχή του θανάτου του δεν υπάρχει, ακόμη και σήμερα. Τα έργα του ήταν απαγορευμένα στην Ισπανία ως το 1971, όταν ο Φράνκο έδωσε την άδεια να εκδοθούν τα ποιητικά του Απαντα - αλλά λογοκριμένα. Τη χρονιά που δολοφόνησαν τον Λόρκα ένας σημαντικός ποιητής από τη Νότια Αφρική, ο Ρόι Κάμπελ, που τον προηγούμενο χρόνο είχε ασπασθεί τον καθολικισμό στην Ισπανία, θα έπαιρνε ανοιχτά το μέρος του Φράνκο αμαυρώνοντας το όνομα και το έργο του. Από το στίγμα αυτό ο Κάμπελ δεν κατάφερε να απαλλαγεί ως το τέλος της ζωής του, έστω και αν κατετάγη εθελοντής στις τάξεις του βρετανικού στρατού και πολέμησε στον B´ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το εκπληκτικότερο είναι ότι ο ποιητής εκείνος, ο macho Νοτιοαφρικανός που δοξολογούσε τον «ανδρισμό» και τη στρατιωτική δύναμη - αυτό άλλωστε είδε στο πρόσωπο του Φράνκο και στους φαλαγγίτες - θα μετέφραζε στα αγγλικά λίγα χρόνια προτού πεθάνει, και μάλιστα κατά τρόπο ανεπανάληπτο, τα ποιήματα του Λόρκα, ενός δημιουργού που βρισκόταν τόσο ως καλλιτέχνης όσο και ως άνθρωπος στον αντίποδα των όσων πρέσβευε ο ίδιος.

Η τελευταία σκηνή της τελευταίας πράξης της ζωής του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα παίχτηκε στα 38 του χρόνια, έξω από τη Γρανάδα, στο χαντάκι του Καμίνο Ντε Λα Φουέντε. Η πηγή Φουέντε Γκράντε (Μεγάλη Πηγή) ακουγόταν, όταν ακούστηκαν οι δολοφονικές τουφεκιές των φαλαγγιτών.

Ηταν η νύχτα χωρίς φεγγάρι της 19ης Αυγούστου του 1936. Εβδομήντα χρόνια μετά τον θάνατο αυτής της βέρας ανδαλουσιανής ψυχής, δεν έχει ξεκαθαριστεί ποιοι είναι οι ηθικοί αυτουργοί.

Σε ένα νέο ντοκιμαντέρ, με τον τίτλο «Λόρκα, η θάλασσα έτοιμη να κινηθεί», που υπογράφει ο Εμίλιο Ρουίθ Μπορακίνα και δεν θα αργήσει να προβληθεί, υποστηρίζεται ότι ευθύνονται τα ξαδέλφια του ποιητή, πλούσιοι γαιοκτήμονες, ο Χοράσιο και ο Μιγκέλ Ρολντάν. Ο Λόρκα εκτελέστηκε, αφού κατηγορήθηκε ως δημοκρατικός, κομμουνιστής και ομοφυλόφιλος. Εικάζεται ότι ο ντόπιος που τον δολοφόνησε βρέθηκε την ίδια νύχτα σ' ένα μπαρ φωνάζοντας: «Του έριξα δύο σφαίρες στον πισινό επειδή είναι ομοφυλόφιλος». Ωστόσο, ο δημιουργός της ταινίας υποστηρίζει ότι ο εκτελεστής ήταν μακρινός συγγενής του δολοφονημένου.

Το πτώμα του, το οποίο δεν έχει ανακαλυφθεί, πιθανότατα είναι θαμμένο μαζί με δύο αναρχικούς ταυρομάχους και μία δασκάλα. Η οικογένεια του Λόρκα, ωστόσο, αρνείται να γίνει εκταφή. Πάντως εκκρεμεί ένα θέμα: τα τριάντα χιλιάδες θύματα του δικτάτορα Φράνκο τα οποία είναι θαμμένα σε οκτακόσιους μαζικούς τάφους σ' όλη την Ισπανία.

Από γαιοκτήμονα πατέρα και δασκάλα μητέρα, γεννιέται στις 5 Ιουνίου του 1898. Τόπος, η Φουεντεβακέρος της Γρανάδας. Πρώτες σπουδές στο Κολέγιο της Ιερής Καρδιάς του Ιησού, αργότερα φιλοσοφία και νομικά στο Πανεπιστήμιο της Γρανάδας. Παράλληλα, η κιθάρα και το πιάνο εκπαιδεύουν μουσικά τον υπό δημιουργία ποιητή. Το πρώτο του βιβλίο «Εντυπώσεις και τοπία» τυπώνεται το 1918. Δύο χρόνια αργότερα ανεβαίνει το πρώτο θεατρικό του έργο «Τα μάγια της πεταλούδας». Γνωρίζει τον Χουάν Ραμόν Χιμένεθ και τον Λουίς Μπουνιουέλ, ενώ δεν θ' αργήσει να συνδεθεί και με τον Σαλβαδόρ Νταλί. Με τους δύο τελευταίους θα συνεργαστούν στη συγγραφή των σεναρίων «Ο ανδαλουσιανός σκύλος» και «Ταξίδι στη σελήνη».

Στη ζωή του έχει μπει και ο συνθέτης Μανουέλ ντε Φάγια, με τον οποίο μοιράζεται την κοινή τους αγάπη για το κάντε χόντο, το λαϊκό ανδαλουσιανό άσμα. Προς το τέλος της ζωής του θα επιστρέψει στις πηγές της αραβοανδαλουσιάνικης ποίησης του 10ου και του 11ου αιώνα: η αραβική γαθέλα και η αραβοπερσική κασίντα θα γίνουν τα οχήματα στα οποία θα κινηθεί, μετά την υπερρεαλιστική θητεία του.

Τα εννέα ποιητικά του βιβλία: «Βιβλίο ποιημάτων», «Ποίημα του Κάντε Χόντο», «Πρώτα τραγούδια», «Τραγούδια», «Τσιγγάνικο τραγουδιστάρι», «Ποιητής στη Νέα Υόρκη», «Μοιρολόγι για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας», «Ντιβάνι του Ταμαρίτ», «Σκόρπια ποιήματα».

Ταξιδεύει πολύ: σε Αμερική, όπου συνεχίζει σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Κολούμπια, Κούβα, Αργεντινή, Ουρουγουάη, Βραζιλία. Με το πανεπιστημιακό θέατρο «Η Παράγκα» ανέβασε έργα του ισπανικού ρεπερτορίου (Βέγκα, Μολίνα, Καλντερόν), στα οποία χρωστούσε, όταν έγραφε τα δικά του θεατρικά -σύνολο δεκατρία. Στα οποία βρήκε ιδανικές ερμηνεύτριες τη Μαργαρίτα Ξίργου και τη Λόλα Μεμπρίβες. Αυτές διέθεταν ντουέντε, που πρέπει, κατά τον Λόρκα, «να ξυπνάει μέσα στα ίδια κύτταρα του αίματος».

Ο Ελίας Κανέτι, επιζήσας του Αουσβιτς και άρα γνωρίζοντας καλά τα (μη) όρια του ανθρώπου, προσπαθώντας να περιγράψει κάποτε πως στην άκρη της δυνατότητας για επικράτηση και ομοιομορφία ελλοχεύει ο «φόνος», έγραψε πως «ο "επιβιώσας" είναι ο χειρότερος εχθρός του ανθρώπινου γένους, και ίσως η καταδίκη του» (1973). Αν ισχύει αυτό τελικά, τότε η ποιητική ουσία στην πιο αυθεντική της μορφή, αυτήν που προσπαθεί να ξεπεράσει σύνορα και άρα γενοκτονίες κάθε είδους, επανεφευρίσκοντας ένα εμείς στα μέτρα του ανθρώπου ή ακόμη πλατύτερα της «ύπαρξης», δύσκολα μπορεί να επιβιώνει.

Ο Λόρκα δεν έγραφε απλά «ποίηση». Υπήρξε ποιητής. Και σ' έναν κόσμο διαρκούς ανόδου του φασισμού δεν μπόρεσε να μακροημερεύσει. Γιατί στις 19 Αυγούστου του 1936, 70 χρόνια πριν, δολοφονήθηκε από φασίστες κάπου κοντά στη Γρανάδα. Γεννημένος στο Φουέντε Βακέρος της πολυαγαπημένης του Ανδαλουσίας, των Αράβων, των Τσιγγάνων και των Εβραίων, βράχηκε από τα πολυδαίδαλα νερά του Γουαδαλκιβίρ και δεν σταμάτησε στιγμή να μιλά έμπρακτα, κριτικάροντας τη μοναρχία, τον καθολικισμό, τον φασισμό, τον σεξισμό, την ομοφοβία.

Η αξία του Λόρκα σήμερα, δηλαδή η διαρκής επικαιρότητά του, είναι πως δεν υπήρξε μόνο μια πολυσχιδής μορφή των γραμμάτων (ποιητής, δραματουργός, καλλιτέχνης με ζωγραφικές και μουσικές επιδόσεις), αλλά ότι δεν εκχώρησε στιγμή (παρά τις προσπάθειες εξαγοράς των ταλαντούχων που πετυχαίνουν συνήθως) την ιδιότητα του πολίτη. Την ιδιότητα του ανθρώπου που δεν μπορεί να ξεχνά τις κραυγές του ανθρώπου που βάλλεται, και επιλέγει γι' αυτό να γίνει η φωνή του. Από το Romancero Gitano ακόμη (που του 'δωσε μια πρώιμη φήμη στα 1927), ο Λόρκα μιλά για τον πολιτισμό των Τσιγγάνων και ένα πρωταρχικό σκοτάδι, που θα επαναλαμβάνεται στα έργα του («Ματωμένος Γάμος», το «Σπίτι της Μπερνάρντα Αλμπα», «Θρήνος για τον θάνατο του Σάντες Μεχίας»...). Σκοτάδι που ανατρέπει τις «χαρούμενες φιέστες» της εποχής και γίνεται γνήσιο φως, αφού τρέπεται σε σύμβολο της ίδιας της δύναμης της φύσης και των ιδρυματοποιημένων ενστίκτων της, που έχουν παραβιαστεί από τις νόρμες του μοντέρνου πατριαρχικού καπιταλισμού και των «αβρών ανθρώπων με τ' άγρια κράτη», που έφερε μαζί του. Φύση, όμως, που μπορεί κάθε στιγμή να εγερθεί για να λάβει την «εκδίκησή» της (του), κωδικοποιώντας έτσι μέσα στη φαντασίωση του «Δημιουργού» όλη τη στάση ζωής του «Πολίτη».

Ο συμβολισμός του θανάτου του υπήρξε τεράστιος, ιδίως σε χώρες με ισχυρά αντιφασιστικά κινήματα και σ' εποχές που το λάιφ στάιλ δεν μπέρδευε συστηματικά τον διασκεδαστή με τον καλλιτέχνη. Είναι χαρακτηριστικό πως ο Καββαδίας στο περίφημο «Μαραμπού» συγκρίνει τη δολοφονία του με το ολοκαύτωμα των ναζιστών στο Δίστομο, αφού η πένα του Λόρκα ήταν τα στόματα όλων των θυμάτων.

«Εγώ είμαι ποιητής και κανείς δεν πυροβολεί τους ποιητές», έλεγε. Εζησε, όμως, ξέροντας πως μια έγγραφη φωνή δεν μπορεί παρά ν' ανήκει στους δίχως φωνή διωκόμενους όλου του κόσμου. Εκείνον τον Αύγουστο του '36, 70 χρόνια πριν, είχε πια μάθει πως γι' αυτό δολοφονούν τους ποιητές. Αφού, συμπληρώνοντας το συμπέρασμα ζωής του Κανέτι, χειρότερος εχθρός για τους επικρατούντες δεν μπορεί παρά να είναι όχι όσοι γράφουν, παρά όσοι ζουν ποιητικά. Οσοι αναλίσκονται σε μια μάταιη, μα ελπιδοφόρα, προσπάθεια ν' αλλάξουν τον κόσμο. Και είναι πρόθυμοι να πληρώσουν από πάνω γι' αυτό...

Στα ελληνικά κυκλοφορούν οι εξής μεταφράσεις του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα:

Ποιητικά: «Τσιγγάνικο τραγουδιστάρι» (μτφρ.: Κώστας Ε. Τσιρόπουλος, «Οι Εκδόσεις των Φίλων»), «Μοιρολόι για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας» (1. μτφρ.: Αργύρης Ευστρατιάδης, «Ηριδανός», 2. μτφρ.: Γιώργος Γεωργούσης, «Διάττων»), «Ποιητής στη Νέα Υόρκη» (1. μτφρ.: Χρίστος Γούδης, «Τραυλός», 2. Βασίλης Λαλιώτης, «Σμίλη»), «Σονέτα του σκοτεινού έρωτα» (μτφρ.: Σωτήρης Τριβιζάς, «Μικρή Αρκτος»), «Ποιήματα της Ανδαλουσίας» (μτφρ.: Χρίστος Γούδης, «Τραυλός»), «Εκλογή ποιημάτων» (μτφρ.: Τάκη Βαρβιτσιώτη, «Εκδοτική Θεσσαλονίκης»), «Θέατρο και Ποίηση» (μτφρ.: Νίκος Γκάτσος, «Πατάκης»), «Divan del tamarit (μτφρ.: Βασίλης Λαλιώτης, «Παρουσία»), «Τσιγγάνικα τραγούδια» (μτφρ.: Αργύρης Ευστρατιάδης, «Καστανιώτης»), «Ποιητικά άπαντα» (μτφρ.: Κοσμάς Πολίτης, Ρήγας Καππάτος, «Εκάτη»), «Ποιήματα» (μτφρ.: Αρη Δικταίου, «Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος»).

Θεατρικά: «Δόνια Ροζίτα» (1. μτφρ.: Ερρίκος Μπελιές, «Ηριδανός», 2. μτφρ.: Δημήτρης Καλοκύρης, «Υψιλον», 3. μτφρ.: Αλέξης Σολομός, «Δωδώνη»), «Το σπίτι της Μπερνάρντα Αλμπα» (1. μτφρ.: Ερρίκος Μπελιές, «Ηριδανός», 2. μτφρ.: Μαίρη Βιδάλη, «Δωδώνη»), «Ματωμένος γάμος» (1. μτφρ.: Πάνος Κυπαρίσσης, «Κέδρος»), «Ατιτλο έργο» (μτφρ.: Δημήτρης Καλοκύρης, «Υψιλον»), «Ματωμένα στέφανα» (μτφρ.: Γιώργος Σεβαστίκογλου, «Δωδώνη»), «Γέρμα» (μτφρ.: Αλέξης Σολομός, «Δωδώνη»), «Η θαυμαστή μπαλωματού» (μτφρ.: Αλέξης Σολομός, «Δωδώνη»), «Τα μάγια της πεταλούδας» (μτφρ.: Ιουλία Ιατρίδη, «Δωδώνη»).

Δοκίμια: «Ντουέντε (1. μτφρ.: Ολυμπία Καράγιωργα, «Εστία», 2. μτφρ.: Γιώργος Γεωργούσης, «Ινστιτούτο Θερβάντες»)

Σενάρια: σε συνεργασία με τον Λουίς Μπουνιουέλ και τον Σαλβαδόρ Νταλί (μτφρ.: Βερονίκη Δαλακούρα, Βασίλης Λαλιώτης, «Αιγόκερως»)

Εικαστικά: Μάριο Χερνάντεθ «Σχέδια» (μτφρ.: Κώστας Ε. Τσιρόπουλος, Ιουλία Ιατρίδη, Σόνια Κουμαντάρου, «Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος»).

Βιβλία για τον Λόρκα: Ιαν Γκίμπσον «Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα» (μτφρ. Σπύρος Τσούγκος, «Μικρή Αρκτος») και του ιδίου «Η δολοφονία του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα» (μτφρ.: Βαγγέλης Κατσάνης, «Δίδυμοι»), Βιδάλ Αγκουστίν Σάντσεθ «Μπουνιουέλ -Λόρκα - Νταλί: Το αίνιγμα δίχως τέλος» (μτφρ.: Ισμήνη Κανσή, «Εξάντας»).

Πηγές: Wikipedia, Το Βήμα, 13/08/2006 και Ελευθεροτυπία, 19.8.06, των Βασίλη Καλαμάρα και Ελένης Καρασαβίδου.
   
 
εισάγετε την κριτική σας
6 Ιουνίου
Τόμας Μαν

Ο Τόμας Μαν γεννήθηκε στο Λύμπεκ, κοντά στη Βαλτική, στις 6 Ιουλίου 1875 .Ένας από τους πιο σημαντικούς γερμανούς λογοτέχνες του 20ου αιώνα, ο Τόμας Μαν, αποκωδικοποίησε την ομοφυλοφιλία του στα μυθιστορήματά του. Κέρδισε το Βραβείο Νόμπελ το 1929, ενώ πολλοί θεωρούν ότι ο Μαν είναι η «γέφυρα» μεταξύ της ρεαλιστικής μυθιστοριογραφίας του 19ου αιώνα και του μοντερνισμού του 20ου στο μυθιστόρημα, στο διήγημα, στο δοκίμιο.

Ο Τόμας Μαν ήταν το δεύτερο από τα πέντε παιδιά της οικογενείας του, γιός του . Thomas Johann Heinrich Mann, επιτυχημένου επιχειρηματία και της Julia da Silva-Bruhus, καταγωγής από τη Βραζιλία. Από εκείνην πήρε το ενδιαφέρον του για τη μουσική, τη λογοτεχνία και τις τέχνες.

Όταν ο πατέρας του πέθανε το 1891 σε ηλικία πενήντα ενός ετών, η οικογενειακή επιχείρηση πουλήθηκε. Ούτε ο νεαρός Τόμας, ούτε ο αδερφός του Χάινριχ, έδειχναν ενδιαφέρον να την κρατήσουν, καθώς η λογοτεχνία τους είχε ήδη κερδίσει.

Ο Τόμας Μαν, γνώρισε την πολύ αυστηρή τάξη στο ιδιαίτερα αυστηρό προπαρασκευαστικό κολέγιο που φοιτούσε στο Lübeck, γεγονός που τον έφερε πίσω δύο χρόνια στις σπουδές του και τελικά κατάφερε να ολοκληρώσει μόνο έξι από τα εννιά χρόνια φοίτησης στο γυμνάσιο και πήρε το κατώτερο δίπλωμα "Mittlere Reife" το 1894. Μεταξύ 1894 και 1896 παρακολούθησε διαλέξεις Ιστορίας της Τέχνης και Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, εκεί που είχε εγκατασταθεί η μητέρα του από το 1892.

Το 1905 παντρεύτηκε την Katja Pringsheim με την οποία απέκτησε έξι παιδιά, τρία αγόρια και τρία κορίτσια. Η οικογένεια Μαν έτσι απέκτησε και άλλη μέλη που θα ήταν εξαιρετικά «προικισμένα».

Ο αδερφός του, Χάινριχ, ήταν συγγραφέας πολλών μυθιστορημάτων και θεατρικών έργων, γνωστότερο εξ αυτών το Professor Unrat, στο οποίο θα στηριχτεί το σενάριο της ταινίας The Blue Angel. Η κόρη του Έρικα, θα γίνει ηθοποιός,η οποία παντρεύτηκε τον ποιητή W. H. Auden (για να πάρει την αγγλική υπηκοότητα) και ήταν η κληρονόμος του πνευματικού έργου του πατέρα της μετά το θάνατό του.

Ο πρώτος γιός του, Κλάους, ήταν συγγραφέας μυθιστορημάτων, διηγημάτων και θεατρικών που στα έργα του απεικόνισε την δυσαρέσκεια της νέας γενιάς στη Γερμανία τη περίοδο του μεσοπολέμου. Παρ’ ότι ομοφυλόφιλος κι αυτός, επειδή ήταν ανοικτός με την ομοφυλοφιλία του, τούτο τον έφερε πολλές φορές σε διαφωνία με τον πατέρα του, ο οποίος είχε επιλέξει να εκφράσει την ομοφυλοφιλία του με άλλον τρόπο. Ο Golo ο δεύτερος γιός του έγινε γνωστός ιστορικός.

Για όλο τον γερμανο-φωνο κόσμο, η επωνυμία Mann, είναι η επιτομή του πολύ καλά μορφωμένου πολίτη, του μορφωμένου πολίτη ανώτερης τάξης. Πράγματα αρκετά από τα έργα του Τόμας Μαν, απεικονίζουν αυτή τη θεώρηση, με πιο κλασσικό το Buddenbrooks, 1901.

Ωστόσο, ο Μαν ήταν αντίθετος με μια ταύτιση με την «μπουρζουάδικη» κοινωνία. Πίστευε ότι η πηγή έμπνευσης της καλλιτεχνικής του έκφρασης βρισκόταν στην αντίθεση της πραγματικής του ζωής, σεξουαλικής (και συγκεκριμένα της ομοφυλόφιλης επιθυμίας του) με τον κόσμο που τον περιέβαλε.

Σε αρκετά εκ των σημαντικών έργων του φαίνεται η εσωτερική μάχη ενός ανθρώπου που πάλευε να διατηρήσει τις ισορροπίες ανάμεσα σε αυτήν του καλλιτέχνη-δημιουργού και του οικογενειάρχη, αλλά και του άνδρα που είχε ερωτική επιθυμία για άλλους άντρες και συχνά αυτό έπρεπε να το αποκρύπτει.

Στο Der Tod in Venedig (Θάνατος στη Βενετία), ο Γουσταύος φον Ασενμπαχ είναι ένας διάσημος συγγραφέας που ζεί στο Μόναχο, και φημίζεται προπαντός για την νηφαλιότητα και την αυτοπειθαρχία του. Μεσόκοπος πια, αποφασίζει να κάνει διακοπές στη Μεσόγειο, με τέρμα του ταξιδιού του στη Βενετία.

Εκεί θα δει τον δεκατετράχρονο Τάτζιο, και γοητευμένος από την ομορφιά του, θα παρατείνει την παραμονή του στη Βενετία, αγνοώντας τις προειδοποιήσεις για την επιδημία χολέρας που έχει ξεσπάσει. Η επικρεμάμενη απειλή του θανάτου, σε μια Βενετία που προσπαθεί ν' αποσιωπήσει το κακό για να μην πληγεί ο τουρισμός της, λειτουργεί για τον Ασενμπαχ σαν επιφοίτηση. Έτσι, αποφασίζει να θυσιάσει τη θέληση και την αξιοπρέπεια μιας ολόκληρης ζωής, μπροστά στο υπέρτατο κάλλος και την τέχνη που του αποκαλύπτει ή ύπαρξη του Τάτζιο.

Η νουβέλα αυτή του Τόμας Μαν, προέρχεται από προσωπικές του εμπειρίες, όταν το 1911 είχε επισκευτεί τη Βενετία και είχε γοητευτεί από έναν 14-χρονο νεαρό Πολωνό. Όπως ο Άσενμπαχ, ο Μαν δεν θα γνωρίσει ποτέ το αγόρι.

Μέσα από τα γράμματα και τα άρθρα του Τόμας Μαν, αλλά και από τα έργα πρόζας του, προκύπτει ξεκάθαρα η έλξη προς άλλους άντρες, ιδιαίτερα προς όμορφα νεαρά αγόρια. Για τους ιστορικούς της λογοτεχνίας, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα γράμματα που είχε ανταλλάξει με νεαρούς, όπως τον Paul Ehrenburg (είχε σχέση μαζί του από το 1899 έως το 1903) και τον Klaus Heuser (τον γνώρισε το 1927 όταν ήταν δεκαέξι ετών και κράτησε πολλά χρόνια).

Στο Tonio Kröger (1903), διαφαίνονται τα ομο-ερωτικά αισθήματα που έχει ο ήρωας που έχει δώσει τον τίτλο στο έργο για τον φίλο του Hans Hansen. Για τους μελετητές του Τόμας Μαν σημαντική θέση κατέχει το δοκίμιό του "Über Platen" ( Για τον Πλάτεν, 1926). Ο August von Platen, ήταν ποιητής που στα ποιήματα και στην αλληλογραφία του αποκαλύπτει την ομοφυλοφιλία του. Όμως ο Τόμας Μαν, επιλέγει στο δοκίμιό του, να διαχωρίσει τον άνδρα από το έργο του. Το κάνει μάλιστα παρ’ ότι αναγνωρίζει ότι ο Πλάτεν «ένιωθε οικεία ίσως και αισθησιακά για ‘ευτελή’ αγόρια».

Επίσης θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ο Τόμας Μαν, όπως έγραψε ο ίδιος, ένιωθε συνάφεια με τον σπουδαίο αμερικανό ποιητή, Γουόλτ Ουίτμαν. Στην ομιλία του Von deutscher Republik" («Επί της Γερμανικής Δημοκρατίας», 1922), ο Μαν περιγράφει ο όραμα για την δημοκρατία του Γουίτμαν ως το ιδανικό για την Γερμανία.

Ο φόβος του ότι ίσως αποκαλυφθεί η κρυφή ομοφυλοφιλική ζωή που ζούσε καταστρέφοντας τη σταθερότητα της ζωής του, φαίνεται στο μυθιστόρημά του Der Zauberberg (1924) – Το μαγικό βουνό. Εκεί ο κύριος ήρωας, Hans Castorp, επισκέπτεται τον θείο του στο Berghof, σανατόριο για φυματικούς. Παρ’ ότι είχε προγραμματίσει να μείνει μόνον τρεις εβδομάδες, μένει επτά χρόνια, εκεί στις Ελβετικές Άλπεις όπου ο χρόνος κυλά με εντελώς διαφορετικούς ρυθμούς απ’ ότι στο μικρό διαμέρισμά του στην πόλη. Αφήνει πίσω του έναν ευρωπαϊκό πολιτισμό που φθίνει και βυθίζεται στο χάος του πολέμου.

Μέσω της σχέσης του, συναισθηματικής και σεξουαλικής με την Clavdia Chauchat, ρωσίδα εμιγκρέ, καταφέρνει, όπως ισχυρίζεται ο Karl Werner Böhm, να ‘ανατρέψει’ την ομοφυλοφιλία του.

Τυπικά, ο Τόμας Μαν δεν μίλησε για την ομοφυλόφιλη επιθυμία απροκάλυπτα, ανοικτά. Η ομοφυλοφιλία στο έργο του εμφανίζεται μέσω συμβόλων και μεταφορών. Στο Der Zauberberg είναι φανερό τούτο. Εκεί ο ήρωας Hans, δανείζεται από τον συμμαθητή του Pribislav ένα μολύβι. Όταν μετά από χρόνια ο Hans ανακαλεί στην μνήμη του αυτό το μολύβι, ο τρόπος περιγραφής από τον Μαν, παραπέμπει ολοφάνερα στο ανδρικό μόριο.

Στον Doktor Faustus (1947), μία αλληγορία του Μαν για την κατάπτωση της Γερμανίας στον φασισμό, απεικονίζεται επίσης και μία καλλιτεχνική φιγούρα που είναι ομοφυλόφιλος. Επίσης πολλοί κριτικοί λογοτεχνίας πιστεύουν ότι σε μετέπειτα έργα του, όπως τα Die Betrogene (1953) and Bekenntnisse des Hochstaplers Felix Krull (1954), οι γυναικείοι χαρακτήρες των έργων του είναι προσωπεία ανδρών που πίσω τους κρύβεται η ομο-ερωτική επιθυμία.

Βιβλιογραφία

- Baumgart, Reinhard. "Thomas Mann als erotischer Schriftsteller." Forum. Homosexualität und Literatur 4 (1988): 5-22.
- Böhm, Karl Werner. "Die homosexuellen Elemente in Thomas Manns 'Der Zauberberg.'" Stationen der Thomas-Mann-Forschung. Aufsätze seit 1970. Hermann Kurzke, ed. Würzburg: Königshausen und Neumann, 1985. 145-165.
- Bravermann, Albert and Larry David Nachman. "The Dialectic of Decadence: An Analysis of Thomas Mann's Death in Venice." Germanic Review 45 (1970): 289-298.
- Detering, Heinrich. "Der Literat als Abenteurer: 'Tonio Kröger' zwischen 'Dorian Gray' und 'Der Tod in Venedig.'" Forum. Homosexualität und Literatur 14 (1992): 5-22.
- Feuerlicht, Ignace. "Thomas Mann and Homoeroticism." Germanic Review 57 (1982): 89-97.
- Härle, Gerhard. Die Gestalt des Schönen. Untersuchung zur Homosexualitätsthematik in Thomas Manns Roman 'Der Zauberberg.' Königstein: Hain Verlag bei Athenäum, 1986.
- _____, ed. "Heimsuchung und süßes Gift:" Erotik und Poetik bei Thomas Mann. Frankfurt am Main: Fischer Taschenbuch, 1992.
- _____. Männerweiblichkeit: Zur Homosexualität bei Klaus und Thomas Mann. Frankfurt am Main: Athenäum, 1988.
- Heilbut, Anthony Thomas Mann: Eros and Literature. New York: Knopf, 1996.
- Jones, James W. We of the Third Sex: Literary Representations of Homosexuality in Wilhelmine Germany. New York: Peter Lang, 1990.
- Lubich, Frederick Alfred. "Die Entfaltung der Dialektik von Logos und Eros in Thomas Manns 'Der Tod in Venedig.'" Colloquia Germanica 18/2 (1985): 140-159.
- Mann, Erika, ed. Thomas Mann. Briefe 1889-1936. Frankfurt a.M.: S. Fischer, 1961.
- Martin, Robert K. "Walt Whitman and Thomas Mann." Quarterly Review 4 (1986): 1-6.
- Mayer, Hans. "Der Tod in Venedig. Ein Thema mit Variationen." Literaturwissenschaft und Geistesgeschichte. Festschrift für Richard Brinkmann. Jürgen Brummack et al., eds. Tübingen: Max Niemeyer, 1981: 711-724.
- Noble, C. A. M. Krankheit, Verbrechen und künstlerisches Schaffen bei Thomas Mann. Bern: Herbert Lang & Cie, 1970.
- Ott, Volker. Homotropie und die Figur des Homotropen in der Literatur des zwanzigsten Jahrhunderts. Frankfurt a.M., Bern: Peter Lang, 1979.
- Reed, T. J. Thomas Mann. "Der Tod in Venedig." Text, Materialien, Kommentar. Munich, Vienna: Carl Hanser Verlag, 1983.
- Wanner, Hans. Individualität, Identität und Rolle. Das frühe Werk Heinrich Manns und Thomas Erzählungen "Gladius Dei" und "Der Tod in Venedig." Munich: tuduv-Verlagsgesellschaft, 1976.
- Winston, Richard and Clara, eds. Thomas Mann Diaries: 1918-1921, 1933-1939. New York: Abrams, 1982.

Πηγή: Glbtq.Com

Μπορείτε ακόμη να δείτε για τον Τόμας Μαν και τα ακόλουθα άρθρα: http://www.tovima.gr/print_article.php?e=B&f=15065&m=S03&aa=1, http://tovima.dolnet.gr/print_article.php?e=B&f=13511&m=S15&aa=1, http://www.serrelib.gr/eisigisi1_2.html.
   
 
εισάγετε την κριτική σας
7 Ιουνίου
Έντουαρντ Φήλντ

Γεννημένος στις 7 Ιουνίου του 1924 στη Νέα Υόρκη, ο Έντουαρντ Φήλντ, διηγείται τη ζωή του μέσα από την ποίησή του. Εκεί απεικονίζει τον εαυτό του ως έναν οξύνου Νεο-Υορκέζο εβραϊκής καταγωγής γκέι ποιητή που του αρέσει ιδιαίτερα η φύση, τα ταξίδια, αχόρταγο για ζωή, φιλία, έρωτα.

Η συζήτηση γύρω από το έργο του Φήλντ, μπορεί να επικεντρωθεί σε δύο κυρίως σημεία: το ύφος του και η εξομολογητική φύση της ποίησής του. Το ύφος του Φήλντ, είναι στρέητ-φόργουρντ και «μη-ποιητικό». Δεν φαίνεται να επιδιώκει μια ‘ποιητική’ λεξιλαγνεία, ούτε ζητά από τους αναγνώστες του να έχουν μια πιο ‘μυστηριακή’ σχέση με την ποίηση.

Όπως εξομολογείται ο ίδιος, του ζητήθηκε να μεταφράσει παιδικά βιβλία, διότι ήταν από τους λίγους ποιητές που η ποίησή του μπορούσε να κατανοηθεί και από δεκάχρονο παιδί. Αυτός είναι ο λόγος που πολλοί θεωρούν ότι στα έργα του υπάρχει μια αμεσότητα και μια ειλικρίνεια, άλλοι όμως τούτο το βρίσκουν ‘άνοστο’ και πολύ κλισέ.

Επίσης κάποιοι κριτικοί βρίσκουν το γεγονός ότι είναι «όπεν», γενναίο. Συστήνεται τρόπο τινά στους αναγνώστες που θα τον επιλέξουν ως «φίλος».

Ο Φήλντς μπορεί να θεωρηθεί καθαρά ως ένας γκέι ποιητής. Τούτο φαίνεται σχεδόν στο σύνολο του έργου του. Η πρώτη του ποιητική συλλογή, Stand Up Friend With Me (1963), θα κερδίσει το βραβείο Lamont Poetry Selection το 1962.

Επόμενες ποιητικές συλλογές θα είναι οι Variety Photoplays (1967), A Full Heart (1977), New and Selected Poems (1987), Counting Myself Lucky (1992).

Τα γκέι ποιήματα του Φήλντ, θα μπορούσαν να χωριστούν σε δύο κατηγορίες: τα καθαρά ερωτικά που μιλούν για το σεξ, κάποιες φορές με το στοιχείο του σαρκασμού και της παραίτησης και άλλα που μιλούν πιο πολύ για την φιλία και την κατάπνιξη της ομοφυλοφιλίας όταν ήταν ακόμη νέος και το κόστος της αποκάλυψης με την ωριμότητα.

Βιβλιογραφία

- Bergman, David. "Edward Field." Dictionary of Literary Biography, Volume One Hundred Five, American Poets Since World War II: Second Series. Detroit: Gale, 1991. 95-105.
- Goldstein, Laurence. "The Spectacles of Edward Field." Parnassus: Poetry in Review 15 (1989): 240-255.
- Howard, Richard. "Edward Field: 'His Body Comes Together Joyfully from All Directions.'" Alone with America: Essays on the Art of Poetry in the United States Since 1950. Enlarged Edition. New York: Atheneum, 1980. 143-157.

Πηγή: Glbtq.Com

The Farewell

They say the ice will hold
so there I go,
forced to believe them by my act of trusting people,
stepping out on it,

and naturally it gaps open
and I, forced to carry on coolly
by my act of being imperturbable,
slide erectly into the water wearing my captain's helmet,
waving to the shore with a sad smile,
"Goodbye my darlings, goodbye dear one,"

as the ice meets again over my head with a click.


Πηγή: http://www.americanpoems.com/poets/Edward-Field/

   
 
εισάγετε την κριτική σας
8 Ιουνιίου
Μαργκερίτ Γιουρσενάρ

Μαργκερίτ Γιουρσενάρ ήταν το ψευδώνυμο της Γαλλοβελγίδας Marguerite Antoinette Jeanne Marie Ghislaine Cleenewerck de Crayencour. Αφού άλλαξε νωρίς το επώνυμό της, προφανώς με αναγραμματισμό του, έμελλε να υμνηθεί ενόσω ακόμη ζούσε ως η μεγάλη κυρία των γαλλικών γραμμάτων, μια από τις σημαντικότερες γυναικείες μορφές της παγκόσμιας λογοτεχνίας, η πρώτη εκλεγμένη γυναίκα στην ανδροκρατούμενη Γαλλική Ακαδημία, αλλά και μια μποέμισσα των ταξιδιών, λάτρις των αισθητικών απολαύσεων, περιηγήτρια της αρχαιότητας, η ενσάρκωση της απελευθερωμένης γυναίκας. Καθώς αναζητούσε τις ρήξεις με το περιβάλλον της, ταξιδεύοντας σε όλο τον κόσμο, αποτύπωνε στα γραπτά της το ωραίο, το απόλυτο, τον χρόνο, τον θάνατο και ταυτόχρονα ενεργοποιούσε έναν μηχανισμό μοντερνοποίησης των αρχαίων ελληνικών και ρωμαϊκών ιδεωδών.

Απρόβλεπτη διαδρομή για μια γυναίκα που γεννήθηκε σε μεγαλοαστική ατμόσφαιρα, στις 8 Ιουνίου 1903, στο πατρογονικό Mont-Noir, στις Βρυξέλλες, και πέθανε στις 17 Δεκεμβρίου 1987 στην Πολιτεία του Μέιν, στο Mount Desert των Ηνωμένων Πολιτειών. Εχασε τη βελγίδα μητέρα της όταν ήταν μόλις δέκα ημερών μωρό και ανατράφηκε αρχικά από τη γιαγιά της στον οικογενειακό πύργο και ακολούθως από τον πατέρα της, έναν αντικομφορμιστή καλλιεργημένο γάλλο ταξιδευτή.

Θα τον συνόδευε στα ταξίδια του, στο Λονδίνο, κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, στον Νότο της Γαλλίας, στην Ελβετία, στην Ιταλία, όπου θα αποκάλυπτε μαζί του την πόλη του Αδριανού στο Τίβολι. Θα παρατηρούσε τον πατέρα της, θα τον βοηθούσε στις ερωτικές περιπέτειές του και θα τις επεξεργαζόταν αργότερα στην πλοκή του έργου της Τι, η αιωνιότητα; Το 1928, σε ηλικία 25 ετών, έγραψε το πρώτο της μυθιστόρημα Αλέξης, το μόνο που πρόλαβε να διαβάσει ο πατέρας της. Μετά τον θάνατό του, το 1929, άρχισε για τη Μαργκερίτ η χορεία των περιπλανήσεων με ταξίδια στο Παρίσι, στη Λωζάννη, στην Αθήνα, στα ελληνικά νησιά, στην Κωνσταντινούπολη, στις Βρυξέλλες. Επιστήθια σύντροφός της εκείνη την περίοδο ήταν η μεταφράστρια Γκρέις Φρικ, η οποία την έφερε στην Αμερική, στη Νέα Υόρκη όπου παρέδιδε μαθήματα συγκριτικής φιλολογίας. Ανέπτυξαν ερωτική σχέση από το 1937 και παρέμειναν μαζί ως τον θάνατο της Φρικ το 1979. Στα υπόλοιπα ταξίδια σε Βρυξέλλες, Αμστερνταμ, Κοπεγχάγη, Παρίσι, Ζυρίχη, Βομβάη, συνοδοιπόρος της Γιουρσενάρ θα γινόταν ο αμερικανός φωτογράφος Τζέρι Ουίλσον.

Το 1951, στη Γαλλία, η Γιουρσενάρ δημοσίευσε το έργο της Αδριανού Απομνημονεύματα, το οποίο έγραφε κατά διαστήματα σε διάρκεια δέκα χρόνων. Ηταν η ζωή και ο θάνατος ενός από τους μεγάλους αυτοκράτορες της αρχαιότητας, του Αδριανού, μέσα από ένα γράμμα που είχε γράψει ο ίδιος στον υιοθετημένο γιο του Μάρκο Αυρήλιο, αναπολώντας τους θριάμβους και τις ήττες του, την αγάπη του για τον Αντίνοο, την όλη φιλοσοφία του. Αυτό το μυθιστόρημα θα γινόταν ένα μοντέρνο κλασικό έργο, ορόσημο για να αναμετριέται πάνω του κάθε μελλοντική λογοτεχνική αναπαράσταση της αρχαιότητας.

Στην Ελλάδα υποδεχτήκαμε τη Μαργκερίτ Γιουρσενάρ για την «ποπ εκδοχή του αρχαίου κόσμου». Και τη γνωρίσαμε καλύτερα μέσα από τη συστηματική έκδοση όλων των βιβλίων της από την εκδότρια Ιωάννα Χατζηνικολή, όπου και το μυθιστόρημα Αβυσσος στη σειρά της ξένης πεζογραφίας, αλλά και οι αυτοβιογραφικοί τόμοι Λαβύρινθος του κόσμου και ο ογκώδης τόμος με την αλληλογραφία της Γράμματα σε φίλους και όχι μόνο, στην οποία βρίσκουμε επιστολές προς την Μπριτζίτ Μπαρντό αλλά και προς τον Νικόλαο Κάλας, τον Ανδρέα Εμπειρίκο, τον Κ.Θ. Δημαρά, αναφορές που καλύπτουν το φάσμα μιας ζωής που εκτάθηκε σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης.

Πηγή Το Βήμα, 14.10.07, της Μαρίας Παπαγιαννίδου

*****


Μαργκερίτ Γιουρσενάρ

Λογοτέχνις, Ακαδημαϊκός (1903-1987)

Η 16χρονη Μαργκερίτ έγραψε σε κομματάκια χαρτί όλα τα γράμματα του οικογενειακού της ονόματος: Κραγιανκούρ (C-R-Ε-Υ-Α-Ν-C-Ο-U-R). Ανακάτεψε τα χαρτάκια και με κλήρωση κατέληξε στο ψευδώνυμό της: Γιουρσενάρ (Υ-Ο-U-R-C-Ε-Ν-Α-R). Με αυτό υπέγραψε την πρώτη ποιητική συλλογή της, μια αναφορά στον Ικαρο με τίτλο «Les jardins des chimeres». Ηταν 16 ετών και γνώριζε άπταιστα αρχαία ελληνικά και λατινικά. Δεν πήγε βέβαια σε σχολείο, καθώς οι γόνοι των αριστοκρατικών οικογενειών στις αρχές του 20ού αιώνα είχαν τον προνόμιο της κατ' οίκον διδασκαλίας. Ούτως ή άλλως έπρεπε να είναι πάντοτε εύκαιρη να φύγει από τον πύργο των 100 δωματίων στη Βόρεια Γαλλία όποτε ο πατέρας της αποφάσιζε να κατέβει προς τα νότια για να παίξει στο καζίνο. Καθώς η μητέρα της πέθανε στη γέννα, η μικρή Μαργκερίτ μεγάλωνε με γκουβερνάντες ενώ αραιά και πού χαιρόταν την πατρική στοργή. Η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ ήταν η πρώτη γυναίκα που έγινε δεκτή το 1980 ως μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας. Ειπώθηκε τότε ότι αυτό που τη βοήθησε να σταθεί στον θώκο ήταν η «αρρενωπότητά» της, με έναν ελαφρύ υπαινιγμό στη σχέση της, επί 40 χρόνια, με την Γκρέις Φρικ. Η αποδοχή της ομοφυλοφιλίας ήταν το θέμα του πρώτου μυθιστορήματός της «Αλέξης ή Σπουδή του μάταιου αγώνα» (1929) με ήρωα έναν νεαρό που παρά τον γάμο του δεν καταφέρνει να καταπνίξει τις ομοφυλοφιλικές επιθυμίες του. Το ζήτημα επανέρχεται στη «Χαριστική βολή» (1939), ενώ υπάρχουν κάποιες εκφάνσεις του θέματος στο κορυφαίο πεζογράφημά της «Αδριανού απομνημονεύματα» (1951). Η Γιουρσενάρ δεν κράτησε κανένα μυστικό. Οχι μόνο μίλησε εξαντλητικά για τη ζωή της στο τρίτομο αυτοβιογραφικό έργο της «Ο λαβύρινθος του κόσμου» (περιλαμβάνει τα βιβλία «Ευλαβικές αναμνήσεις», «Αρχεία του Βορρά» και «Τι, η αιωνιότητα») αλλά τακτοποιούσε με πάθος όλες τις σημειώσεις της, όλα τα αποκόμματα, όλες τις φωτογραφίες. Μαζί με την Γκρέις έφτιαξαν το αρχείο της με τρόπο ώστε όλα να είναι έτοιμα να δεχθούν τους φιλολόγους του μέλλοντος (και να τους κατευθύνουν...). Να υποθέσουμε ότι αποσιωπήθηκαν πληροφορίες, εκεί στο αρχείο της νήσου Μάουντ Ντέζερτ, στα βορειοανατολικά των ΗΠΑ, όπου συζούσαν οι δύο γυναίκες; Τι θα μπορούσε να θεωρηθεί επιλήψιμο;

Μιλώντας για τις αγάπες τις Γιουρσενάρ δεν θα πρέπει να παραλείψουμε την αγάπη της για τον ελληνικό πολιτισμό, τον αρχαίο και τον σύγχρονο. Γνώριζε την ελληνική μυθολογία και επέστρεφε συχνά τόσο στον πολιτισμό του Παρθενώνα όσο και στους Ελληνες της εποχής της. Επιμελήθηκε την ανθολογία ελληνικής ποίησης «Το στεφάνι και η λύρα», εξέδωσε το δοκίμιο «Κριτική παρουσίαση του Κ. Π. Καβάφη» (μετάφραση Γ.Π. Σαββίδη), ήταν φίλη της Ιωάννας Χατζηνικολή που εξέδωσε τα βιβλία της. Στον κατάλογο των ερώτων της, κατά τη βιογράφο της Ζοζιάν Σαβινιό, υπάρχουν τα ονόματα του Ανδρέα Εμπειρίκου (στον οποίο αφιερώνει τις «Νουβέλες της Ανατολής») και της Λούσης Κυριακού. Η Ελλάδα ήταν ένας αγαπημένος τόπος. Ενας από τους πολλούς προορισμούς των αναρίθμητων ταξιδιών της. Η Ιταλία ήταν ένας ακόμη. Ταξίδευε ως τα βαθιά της γεράματα. Οταν έχασε την Γκρέις, πήρε τη βαλίτσα της και συνοδό ένα νεαρό φίλο της και πήγε στην Ολλανδία, στο Μαρόκο, στην Αγγλία. Προγραμμάτιζε μάλιστα και μια επίσκεψη στο Νεπάλ για να δει «τα γεναριάτικα λουλούδια ν' ανθίζουν». Τα λουλούδια, μια μεγάλη αγάπη της. Εξ ου και της άρεσε πολύ το όνομά της: «Είναι ένα όνομα που μου αρέσει γιατί δεν ανήκει σε καμία εποχή ούτε σε καμία κοινωνική τάξη. Υπήρξε το όνομα μιας βασίλισσας και μπορεί να είναι το όνομα μιας χωρικής».

Πηγή Το Βήμα, 14.4.02

*****


Μαθήματα ζωής από τη Μαργκερίτ Γιουρσενάρ

«Φιλία σημαίνει προπαντός σιγουριά, κι αυτό είναι που τη διαχωρίζει από τον έρωτα. Σημαίνει επίσης σεβασμός και απόλυτη παραδοχή του άλλου. Μόνο πάνω σ' ένα θεμέλιο δυστυχίας χτίζεται μια ευτυχία. Νομίζω πως θα μπορέσω να χτίσω» (Μ. Γιουρσενάρ «Χαριστική Βολή»).

Κι είχε πολλούς λόγους, άπειρες αφορμές, «για να μπορέσει να χτίσει». Παρ ότι η ζωή της υπήρξε απολύτως αντιφατική, όπως κι η ίδια. Η μητέρα της πέθανε στη γέννα αλλά η ίδια έτυχε απίστευτης μόρφωσης, με διδασκαλία κατ οίκον (προνόμιο γόνων αριστοκρατικών οικογενειών).

Υπήρξε η πρώτη γυναίκα που έγινε δεκτή το 1980 ως μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας αλλά υπέστη τα σχετικά σχόλια για την ομοφυλοφιλία της. Εζησε μια ζωή απολύτως όπως τη θέλησε, γράφοντας και ταξιδεύοντας, αλλά τα τελευταία χρόνια ταλαιπωρήθηκε αφ ενός με την ασθένεια της Γκρέις Φρικ (με την οποία ήταν μαζί για 40 χρόνια) και αφ ετέρου με την έσχατη σχέση της με τον κατά πολύ νεότερό της Τζέρι Γουίλσον. Πάντοτε υπήρξε όμως σαν το γυαλάκι, κρυστάλλινη και διάφανη. Στα αυτοβιογραφικά της κείμενα «Ο λαβύρινθος του κόσμου» (περιλαμβάνει τα βιβλία «Ευλαβικές αναμνήσεις», «Αρχεία του Βορρά», «Τι, η αιωνιότητα») αλλά και στα μυθιστορήματά της («Αλέξης», «Χαριστική βολή» ακόμα και στα «Απομνημονεύματα του Αδριανού»). Η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ υπήρξε τεράστια συγγραφέας, μεγάλη φιλέλλην και απολύτως διαυγής.

Από τα «Ελληνικά Γράμματα» κυκλοφόρησε πρόσφατα ένα αποκαλυπτικό και αγαπητικό για τη συγγραφέα βιβλίο με τον τίτλο «Μια ευλαβική ανάμνηση» (παίζοντας με το έργο της «Ευλαβικές αναμνήσεις»). Το υπογράφει η δημοσιογράφος και συγγραφέας Εύα Νικολαϊδου. Στα περιεχόμενά του, εκτός από μια συνέντευξη - ποταμό, αποσπάσματα από τα βιβλία της, σκέψεις της για το έργο και τη ζωή της, εκτενής βιογραφία και εργογραφία, σκέψεις της εκδότριας Ιωάννας Χατζηνικολή για τη φίλη και συγγραφέα της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, γράμματα σε φίλους της, απόσπασμα από τη βιογραφία της που υπογράφει η Josyane Savigneau.

H συνάντηση έγινε τον Φεβρουάριο του 1983 και υπήρξε «ανοιχτή στιγμή». Η Γιουρσενάρ θα μιλήσει σχεδόν για τα πάντα. Ξεκινώντας από την πολιτική, τα ταξίδια και τον φεμινισμό, τα παιδικά της χρόνια και τη στέρηση της μητέρας, την Ελλάδα που αγαπά και τον Καβάφη που μεταφράζει, θα καταλήξει στη ζωή τη ζώσα, δίχως διόλου να κρυφτεί:

«Ερωτας είναι η βαθιά συνείδηση, να καταλάβεις δηλαδή ότι με τον έρωτα μπορείς μόνο να εξελιχθείς. Οταν αγαπάς, όταν είσαι ερωτευμένος, όλα γίνονται από μόνα τους. Δεν χρειάζονται θυμοί, φόβοι, αλλά να σέβεσαι την ατομικότητά του. Σημαίνει να μη χάνεται ο κόσμος γύρω σου όταν απομακρύνεσαι, γιατί τότε γίνεται εξάρτηση.

Η ερωτική πράξη είναι μυσταγωγία, είναι ιερή και έτσι πρέπει να την αντιμετωπίζουμε. Ο έρωτας είναι έρωτας όταν δεν προσθέτει, ούτε αφαιρεί. Είναι η βάση για όλα. Φυσικά είμαι υπέρ της ελεύθερης επιλογής. Αγαπάς και ερωτεύεσαι τον άνθρωπο και όχι το φύλο». Βαθύτατα ανθρώπινη, ασύλληπτα απλή, θεωρεί ως υπέρτατο αγαθό τη ζωή την ίδια «που είναι μοναδική για τον καθένα, και που τη ζούμε μόνο μία φορά». Και παραδίδει μαθήματα καθημερινής μαγείας: «Είμαι ένας απλός, καθημερινός άνθρωπος, που ζυμώνει το ψωμί του για να φάει, που λατρεύει τα ζώα, τα φυτά, τους φίλους και νιώθει ευτυχισμένος όταν τ αγαπάει όλα αυτά, χωρίς να περιμένει να τον αγαπήσουν», παραδίδει μαθήματα φιλίας:

«Κάθε αληθινή φιλία είναι ένα απόκτημα διαρκές. Η φιλία, όπως και ο έρωτας, απαιτεί τόση τέχνη όσο μια πετυχημένη φιγούρα χορού. Χρειάζεται πολλή άνεση και μεγάλος συγκρατημός. Ανταλλαγές λόγων. Μεγάλη σιωπή. Και προπαντός σεβασμός.

Το συναίσθημα της ελευθερίας του άλλου. Της αξιοπρέπειάς του. Την παραδοχή. Θυμάμαι πάντα το κοριτσάκι στο βιβλίο του Μοντερλάν που δεν έχει δώσει όνομα στη γάτα του. Και πώς τη φωνάζεις; τη ρωτούν. Δεν τη φωνάζω, έρχεται όποτε θέλει. Έτσι είναι οι φίλοι. Συχνά έρχονται από τύχη».

Η Εύα Νικολαϊδου διαχειρίζεται το πολύτιμο υλικό της, με τρόπο επίσης διαυγές και με σεβασμό. Χωρίς μεγαλοστομίες, αυστηρά κι απέριττα και ταυτοχρόνως βαθιά, ουσιαστικά, τρυφερά. Ολοκληρώνοντας ένα πορτρέτο απολύτως ανθρώπινο και συνάμα μεγαλειώδες. Διότι η συγγραφέας της «Αβύσσου» και του «Αδριανού» μόνον τυχαία δεν ήταν.

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

ΜΑΡΓΚΕΡΙΤ ΓΙΟΥΡΣΕΝΑΡ

Γεννήθηκε στις Βρυξέλλες το 1903 από Βελγίδα μητέρα και Γάλλο πατέρα. Ηταν 16 χρονών και γνώριζε άπταιστα αρχαία ελληνικά και λατινικά. Υπήρξε η πρώτη γυναίκα που έγινε δεκτή το 1980 ως μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας. Εγραφε και ταξίδευε ως τα βαθιά της γεράματα (πέθανε το 1987).

Ανάμεσα στα έργα της:«Τα απομνημονεύματα του Αδρανού», «Αβυσσος», «Με την Επιφύλαξη της Εξακρίβωσης», «Μίσιμα», «Με Ανοικτά τα Μάτια», «Θέατρο», «Το στεφάνι και η Λύρα», «Αnna Soror», «Σαν νερό που κυλάει», «Τι; Η αιωνιότητα», «Αρχεία του Βορρά», «Διηγήματα της Ανατολής», «Το τελευταίο ταξίδι της», «Ο Οβολός του Ονείρου», «Κριτική παρουσίαση του Καβάφη», «Αλέξης», «Γράμματα σε φίλους και όχι μόνο», «Η Σμίλη του Χρόνου», «Μargerite Υourcenar» της Josyane Savigneau. «Ευλαβικές αναμνήσεις», «Χαριστική βολή», «Φωτιές».

Τα βιβλία της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Χατζηνικολή».

Πηγή Έθνος, 24.5.05, της Ελένης Γκίκα
   
 
εισάγετε την κριτική σας
9 Ιουνίου
Κόουλ Πόρτερ

Για περισσότερα από τριάντα χρόνια, ο Κόουλ Πόρτερ βρέθηκε στο προσκήνιο της μουσική σκηνής, γράφοντας πνευματώδη και εκλεπτυσμένη μουσική για μιούζικαλ του Μπρόντγουεϊ και φιλμ του Χόλυγουντ. Φοβόταν ότι η μουσική βιομηχανία και το κοινό του δεν θα έπαιρναν στα σοβαρά έναν ομοφυλόφιλο που έγραφε ερωτικά τραγούδια, γι’ αυτό άλλωστε έζησε την παράδοξη ζωή (αν και όχι τόσο παράδοξη• τη συναντάμε συχνά) ενός ομοφυλόφιλου που όλοι μεν γνωρίζουν, ο ίδιος όμως το αποκρύπτει, δεν το ομολογεί.

Παντρεύτηκε την Linda Lee Thomas μία από τις πιο όμορφες κοσμικές κυρίες της εποχής, θέλοντας να δείξει ένα ετερόφυλο προσωπείο. Παράλληλα όμως είχε συνάψει σχέσεις με πολλούς, όπως τον Boris Kochno, τον αρχιτέκτονα Eddy Tauch, τον χορευτή-χορογράφο Nelson Barclift, ανάμεσα σε άλλους.

Ο Κόουλ Πόρτερ γεννήθηκε στις 9 Ιουνίου του 1891, το μοναδικό παιδί της οικογένειας που επιβίωσε. Ο παπούς από την πλευρά της μητέρας ήταν ο πιο πλούσιος άνθρωπος του Περού και τον υποστήριξε οικονομικά έως την ενηλικίωσή του. Μόλις τέλειωσε το σχολείο του, σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Γέηλ, ενώ το ενδιαφέρον του για τη μουσική μεγάλωνε.

Το 1917 θα κάνει την πρώτη του μουσική παράσταση (See America First), η οποία θα είναι αποτυχημένη στο Παρίσι. Λίγο αργότερα, το 1919, θα παντρευτεί την Linda Lee Thomas, μία όμορφη, κοσμική κυρία μπαίνοντας έτσι στη «μεγάλη κοινωνία».

Η αγάπη του Πόρτερ για τα ταξίδια και την αστική ζωή, απεικονίζονται στα τραγούδια του, όπως στα: "You Don't Know Paree," "I Love Paris," "I Happen to Like New York," "Take Me Back to Manhattan," "Please Don't Monkey with Broadway," "A Stroll on the Plaza Sant'Ana," "Martinique," "Come to the Supermarket in Old Peking," "Siberia," "We Open in Venice".

Η καριέρα του αρκετά επιτυχημένη έως το 1937 όταν θα πάθει ατύχημα πέφτοντας από άλογο σπάζοντας και τα δύο του πόδια. Παρά τις 34 επεμβάσεις που έκανε σε όλη την υπόλοιπη ζωή του, θα υποφέρει από πόνους και θα χρησιμοποιεί πατερίτσες. Όλα αυτά θα τον βυθίσουν στη μελαγχολία και τον αλκοολισμό.

Πέθανε στις 15 Οκτωβρίου του 1964, όταν χρειάστηκε επείγουσα εγχείρηση και οι γιατροί που δεν γνώριζαν καλά το ιστορικό του στον αλκοολισμό, αλλά και τα συμπτώματα πάρκινσον που είχε του χορήγησαν λάθος θεραπεία.

Για παραπάνω από τριάντα χρόνια, από την πρώτη του επιτυχημένη παράσταση, Paris (1928), έως και την τελευταία του παράσταση Silk Stockings (1955), ο Πόρτερ ήταν από τους πιο πετυχημένους μουσικούς του Μπρόντγουεϊ. Συνεργάστηκε με τους πιο μεγάλους περφόρμερ της εποχής του, όπως οι Franny Brice, Fred Astaire, Ethel Merman, Jimmy Durante, Clifton Webb, Gertrude Lawrence, Mary Martin, Sophie Tucker, Beatrice Lillie, Bert Lahr, και Gwen Verdon.

Πολλά από τα έργα του επίσης διασκευάστηκαν κινηματογραφικά, όπως τα Fifty Million Frenchmen (1929), The New Yorkers (1930), The Gay Divorcee (1932), Anything Goes (1934), Jubilee (1935), Red, Hot, and Blue (1936), Leave It to Me (1938), DuBarry Was a Lady (1939), Panama Hattie (1940), Something for the Boys (1942), Mexican Hayride (1944), Kiss Me, Kate (1948), Out of This World (1950), και Can-Can (1953).

Βιβλιογραφία

- Citron, Stephen. Noel and Cole: The Sophisticates. New York: Oxford University Press, 1993.
- Kimball, Robert, ed. The Complete Lyrics of Cole Porter. New York: Alfred A. Knopf, 1983.
- McBrien, William. Cole Porter: A Biography. New York: Alfred A. Knopf, 1998.
- Mordden, Ethan. Broadway Babies: The People Who Made the Broadway Musical. New York: Oxford University Press, 1983.

Πηγή: Glbtq.Com Δείτε μικρό βίντεο-απόσπασμα από ντοκυμαντέρ για τη ζωή του Κόουλ Πόρτερ:

   
 
εισάγετε την κριτική σας
10 Ιουνίου
Τζούντι Γκάρλαντ

Το γεγονός ότι η Τζούντι Γκάρλαντ αποτέλεσε είδωλο για την γκέι κοινότητα, είναι κάτι που άπτεται απολύτως της αλήθειας. Η εύθραυστη, αδάμαστη όμως περσόνα της Γκάρλαντ και η απόλυτα αισθησιακή φωνή της, είναι αυτά που την έκαναν αγαπητή. Το γνωστό της τραγούδι "Over the Rainbow," υπήρξε στην εποχή του ύμνος για την γκέι κοινότητα που ακόμη δεν είχε βγει απ’ την «ντουλάπα» και ‘πόνεσε’ όταν η Γκάρλαντ πέθανε από υπερβολική δόση ναρκωτικών τον Ιούνιο του 1969. Άλλωστε στην προ-στόουνγουωλ εποχή, αυτο-αποκαλούνταν ως «φίλοι της Ντόροθυ», από τον ρόλο της Ντόροθυ στην ταινία του 1939 The Wizard of Oz.

Η Τζούντι Γκάρλαντ στην πραγματικότητα γεννήθηκε περφόρμερ. Οι γονείς της ήταν ιδιοκτήτες του θεάτρου Grand Rapids, στη Μινεσότα, όπου η μικρή Frances Gumm γεννήθηκε στις 10 Ιουνίου του 1922. Ξεκίνησε να τραγουδά και να χορεύει στη σκηνή από τεσσάρων χρονώ. Λίγο αργότερα, μαζί με τις αδερφές της έκαναν περιοδεία, μέχρι το 1935 όταν την ανακάλυψαν ατζέντες της Metro-Goldwyn-Mayer.

Τότε άλλαξε το όνομά της σε Τζούντι Γκάρλαντ και μαζί με τον Μίκι Ρούνι έπαιξαν μαζί στη σειρά φιλμ Andy Hardy και αργότερα έκανε κάστινγκ για την ταινία που θα την καθόριζε, το The Wizard of Oz.

Από νωρίς στην καριέρα της, οι γιατροί των στούντιο άρχισαν να της δίνουν με συνταγή κάποια ναρκωτικά. Στην αρχή έπαιρνε κάποια φάρμακα για να χάσει βάρος και αυτά την δυσκόλευαν στον ύπνο (διεγερτικά) και γι΄αυτό ακριβώς έπαιρνε ταυτόχρονα και ηρεμιστικά ώστε να βρίσκει γαλήνη. Έτσι λοιπόν ξεκίνησε ο κύκλος που σιγά-σιγά θα την οδηγούσε σε όλο και πιο επικίνδυνα μονοπάτια ως την καταστροφή.

Η Γκάρλαντ ήταν οδυνηρά ανασφαλής. Την περίοδο που ξεκίνησε την καριέρα της, οι περφόρμερ, βρίσκονταν κάτω από τον έλεγχο πανίσχυρων στούντιο δουλεύοντας με σκληρά συμβόλαια που έλεγχαν απόλυτα την καριέρα τους. Οι προσπάθειες να πάρει την καριέρα της στα χέρια της έφεραν ως αποτέλεσμα να την αποφεύγουν κάποια στούντιο ως ‘ταραχοποιό’. Το ισχυρό της όμως ταλέντο κάθε φορά έφερνε το ‘καμ-μπακ’.

Μετά το τέλος της παιδικής της καριέρας, όταν ενηλικιώθηκε, εντυπωσίασε το κοινό με την εμφάνισή της σε ρόλο της στο Meet Me το 1944, ενώ αργότερα ακολούθησε το A Star is Born, στο οποίο έπαιξε μαζί με τον James Mason το 1954.

Όταν δεν έβρισκε ρόλους σε ταινίες, επέστρεφε στη σκηνή του θεάτρου. Πράγματι για μεγάλο χρονικό διάστημα έπαιξε πολλούς ρόλους στο New York's Palace Theater. Παρά τη σκληρή εργασία της, και παρά το βραβείο Ακαδημίας που πήρε για το Judgment at Nuremberg (1961) και τις τηλεοπτικές της εμφανίσεις σε τηλεοπτικό σόου του CBS μεταξύ 1963-1964, βρέθηκε κοντά στο τέλος της ζωής της στα όρια της φτώχιας. Έτσι, λίγο πριν πεθάνει αναγκαζόταν να παίζει όποιον ρόλο της έδιναν, αρκεί να έβγαζε τα προς το ζειν.

Η Γκάρλαντ ήταν ιδιαίτερα αγαπητή στο γκέι κοινό σε όλη την καριέρα της. Ο αγαπημένος πατέρας της άλλωστε, Frank Gumm, ήταν ο ίδιος κρυφός ομοφυλόφιλος, ενώ ο μεγαλύτερος υποστηρικτής της στην MGM, ήταν επίσης ομοφυλόφιλος.

Μα, ακόμη και οι δύο σύζυγοί της, ο Vincente Minnelli και ο Mark Herron ήταν ομοφυλόφιλοι.

Βιβλιογραφία

- Clarke, Gerald. Get Happy: The Life of Judy Garland. New York: Random House, 2000.
- DiOrio, Al, Jr. Little Girl Lost: The Life & Hard Times of Judy Garland. Greenwich, Conn.: Kearny Publishing, 1975.
- Gross, Michael Joseph. "The Queen Is Dead." Atlantic Monthly 286.2 (August 2000): 62-70.
- Guly, Christopher. "The Judy Connection." The Advocate No.658 (June 28, 1994): 48-56.
- Vare, Eehlie A. Rainbow: A Star Studded Tribute to Judy Garland. New York: Boulevard Books, 1998.

Πηγή: Glbtq.Com

Ωστόσο, όμως, υπάρχουν ενδείξεις ότι η Τζούντι Γκάρλαντ εκτός από είδωλο της γκέι κοινότητας, υπήρξε και η ίδια τουλάχιστον αμφισεξουαλική. Τούτο προκύπτει από το βιβλίο «The Sewing Circle», στο οποίο ο συγγραφέας, ισχυρίζεται ότι οι ντίβες με τα τρανταχτά ονόματα, όπως η Γκρέτα Γκάρμπο, η Μάρλεν Ντίτριχ, η Τζούντι Γκάρλαντ και η Τζόαν Κρόφορντ, είχαν ερωτικές σχέσεις μεταξύ τους. Μπορείτε να διαβάσετε σχετικό άρθρο, από την Εφημερίδα, «Το Βήμα», πιέζοντας εδώ.

Η Τζούντι Γκάρλαντ τραγουδά, Somewhere Over The Rainbow

   
 
εισάγετε την κριτική σας
 
 
 
ΠΟΛΥΧΡΩΜΟΣ ΠΛΑΝΗΤΗΣ - COLOURFUL PLANET: Ε. Αντωνιάδου 6, Πεδίον Άρεως ΑΘΗΝΑ Τ.Κ. 10434 - Τηλ. 210 8826600, 8826605 Fax 210 8826898
Πίσω Πάνω

powered by Marinet
copyright © 2004
Marinet Web design and development