::: ΠΟΛΥΧΡΩΜΟΣ ΠΛΑΝΗΤΗΣ - COLOURFUL PLANET - ΕΚΔΟΣΕΙΣ - ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ::::::....
 
 
 
Εκδόσεις Πολύχρωμος Πλανήτης- Οι εκδόσεις μας
Gay Λογοτεχνία
Λεσβιακή Λογοτεχνία - Ποίηση
Τρανς Λογοτεχνία
LGBT Θέατρο - Κινηματογράφος - Τέχνες
LGBT Μελέτες- Δοκίμια
Λογοτεχνικά Χρονικά
Ποίηση
Αστυνομική λογοτεχνία
Photobooks
Κόμικ
Ημερολόγια
Περιοδικά
Οι Σελιδοδείκτες μας
Υπό Έκδοση
Βιβλιοπωλείο Πολύχρωμος Πλανήτης
Gay Λογοτεχνία
Gay Ποίηση
Gay Σεξουαλικότητα
Λεσβιακή Λογοτεχνία - Ποίηση
Transsexual Λογοτεχνία - Ποίηση
LGBT Θέατρο - Κινηματογράφος - Τέχνες
LGBT Δοκίμια - Βιογραφίες - Μαρτυρίες
Σεξουαλικότητα
BDSM Λογοτεχνία
Γενική Λογοτεχνία
Γκραβούρες
Παιδική λογοτεχνία
Ξενόγλωσσα Βιβλία
Lesbian books
Gay Books
Transsexual Books
LGBT Books
Συγγραφείς
Έλληνες Συγγραφείς
Ξένοι Συγγραφείς
Ταξιδιωτικοί Οδηγοί - Gay & Lesbian Guides
Spartacus Guides
Damron Guides(NEW)
Photobooks - Comics
Gmunder Gay Photobooks
Goliath Gay Photobooks
Art Books - Λευκώματα Τέχνης
FotoFactory Gay Photobooks
Taschen Books
Other Gay Photobooks
Lesbian Photobooks
Bel Ami Productions
Comic Gay Photobooks
Ralf Koenig Comics
BDSM PHOTOBOOKS
Transsexual Photobooks
Postcards
Ημερολόγια - Calendars 2011
Lesbian Calendars 2011
DVD
Gay DVD
Lesbian DVD
Transsexual DVD
Queer as Folk USA Series
Μουσικά DVD
Queer as Folk British Series
The L-Word
Six feet under - Γραφείο κηδειών Φίσερ
DVD Γενικού Ενδιαφέροντος
Comic DVD's
Gay Τηλεοπτικές Σειρές
Erotic Gay DVD
Bel Ami DVD's
K. Bjorn DVD's
RASCAL DVD's
Μουσικά CD
Ελληνική Μουσική
Soundtrack Ταινιών
Rainbow Είδη Δώρων
Σημαίες
Lesbian T-shirts
Βραχιόλια
Καρφίτσες
Mousepad
Αυτοκόλλητα
Πετσέτες
Ποτήρια - Κούπες
Βεντάλιες
Πορτοφόλια
Καπέλα
Ανοιχτήρια- Μπρελόκ
Rainbow κουκλάκια
ΛΕΣΒΙΑΚΕΣ ΚΑΡΤΕΣ
GAY ΚΑΡΤΕΣ
Φωτιστικά
Κηροπήγια
Άλατα-Καλλυντικά
ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ - ΤΥΠΟΣ
Λογοτεχνικά Περιοδικά
Ελληνικός LGBT Tύπος - Περιοδικά
Ξενόγλωσσος LGBT Tύπος - Περιοδικά
Ερωτικά Gay Περιοδικά
Πίνακες Ζωγραφικής
Gay Πίνακες
Λεσβιακοί Πίνακες
Αφιερώματα σε Gay, Λεσβίες, Transsexual Συγραφείς - Ποιητές - Καλλιτέχνες
Άλαν Χόλινγκχερστ
Πατρίτσια Χάισμιθ
Γουίλιαμ Μπάροουζ
R.W. Fassbinder
Λογοτεχνικός Διαγωνισμός
Διαγωνισμός Ποίησης 06-07
Διαγωνισμός Διηγήματος 2005
Λογοτεχνικές Εκδηλώσεις
Φωτογραφίες Εκδηλώσεων Πολύχρωμου Πλανήτη
Λογοτεχνικές Βραδιές
Συζητήσεις - Ομιλίες
Παρουσιάσεις νέων βιβλίων
LGBT Ειδήσεις - Δελτία Τύπου - Άρθρα
***HEADLINE NEWS***
Πολύχρωμες Ειδήσεις
LGBT ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΝΕΑ - ΤΕΧΝΕΣ
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
Δελτία Τύπου
Άρθρα
Τι έγραψε ο Τύπος για μας
Το σκίτσο της εβδομάδας
Clips - videos
Athens Pride 2007-Photos
Athens Pride 2008 - Videos
Τα LGBT σύμβολα
*** Σαν Σήμερα ***
LGBT People in History
Ιανουάριος
Φεβρουάριος
Μάρτιος
Απρίλιος
Μάιος
Ιούνιος
Ιούλιος
Αύγουστος
Σεπτέμβριος
Οκτώβριος
Νοέμβριος
Δεκέμβριος
Banners
Banners
 
Newsletter
Παρακαλούμε εισάγετε το e-mail σας αν θέλετε να καταχωρηθείτε στην λίστα αλληλογραφίας για να ενημερώνεστε μέσω e-mail για τις δραστηριότητές μας.
 
*** οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½ οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½ ***
LGBT People in History >> οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½οΏ½
 
Σημείωση


Τα κείμενα που δεν αναφέρονται οι πηγές, προέρχονται κυρίως από μεταφράσεις από τον ιστότοπο http://www.glbtq.com/, από την on-line βιβλιοθήκη Wikipedia και το 365Gay.Com.
   
 
εισάγετε την κριτική σας
1 Αυγούστου
Χέρμαν Μελβίλ

Ο Χέρμαν Μελβίλ υπήρξε από τους πιο σημαντικούς αμερικανούς λογοτέχνες του 19ου αιώνα του οποίου η ομοφυλοφιλία απεικονίστηκε και στα γραπτά του.

Γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη την 1η Αυγούστου του 1819. Η οικογένειά του υπήρξε εύπορη και αριστοκρατική. Το 1830, η χρεοκοπία του πατέρα του που τον οδήγησε τελικά στην τρέλα, έφερε ριζοσπαστικές αλλαγές την ζωή του νέου άντρα. Η αίσθηση του αριστοκρατικού παρελθόντος, ενός κρυφού μυστικού και η απώλεια του κοινωνικού στάτους θα ήταν κάτι που θα τον ακολουθούσε στην υπόλοιπη ζωή του.

Έτσι ο Χέρμαν Μελβίλ αναγκάστηκε να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα μιας περιορισμένης ζωής και τελικά κατέφυγε στην καριέρα του ναυτικού. Έτσι το 1939 μετά την χρεοκοπία και του αδερφού του θα μπαρκάρει στο Λίβερπουλ ως καμαρότος (τις εμπειρίες του θα τις καταγράψει στο μυθιστόρημά του Redburn - 1849.

Μετά από την επιστροφή του σε ταξίδι που έκανε δυτικά, θα ταξιδέψει στις νότιες θάλασσες και θα επιστρέψει μέσω Ταϊτής και Χαβάης (οι εμπειρίες του καταγράφονται στο Typee - 1846). Ο Μελβίλ θα παντρευτεί το 1847 και θα ζήσει στην Νέα Υόρκη μέχρι το 1850 όταν θα φύγει για το Πίτσιφηλντ και εκεί θα γράψει το Μόμπυ Ντικ (1851).

Παρ’ ότι ο Μόμπυ Ντικ ήταν το μυθιστόρημα που τον έκανε γνωστό παγκοσμίως, ο Μελβίλ είχε επίσης γράψει και ταξιδιωτικά μυθιστορήματα με πιο γνωστό το Typee and Omoo (1847).

Ένα από τα κύρια θέματα του Typee ήταν ο ρατσισμός και οι επιπτώσεις της αποικιοκρατίας. Ο Μελβίλ επίσης εμπνεύστηκε από την παράδοση και τα εξωτικά νησιά του Νοτίου Ειρηνικού περιγράφοντάς τα ως μία πρωτόγονη ουτοπία και έναν ερωτικό παράδεισο και επικέντρωσε στις ερωτικές σχέσεις του ιδίου φύλου.

Ο Μελβίλ φαντάζεται τον εαυτό του ως τον πρώτο επισκέπτη σε έναν άγνωστο παράδεισο που θαυμάζει τα γυμνά αντρικά σώματα των Πολυνησίων με τα τατουάζ, ενώ σε άλλες στιγμές φέρνει στο νου το Ελληνικό ιδεώδες για το αντρικό κορμί. Βρίσκεται ανάμεσα σε δύο κουλτούρες, αυτήν που ανακαλύπτει και την δυτική, ενώ υπάρχουν στιγμές που του αντρικό και το γυναικείο εμπλέκονται σε αντρο-γυνικό σύμπαν.

Ένα άλλο σπουδαίο έργο του, το Redburn σκιαγραφεί αυτοβιογραφικά του στοιχεία συμπεριλαμβανομένου του ταξιδιού του από το Λίβερπουλ, δέκα χρόνια νωρίτερα.

Όπως ο σύγχρονός του Γουόλτ Γουίτμαν, βλέπει την αντρική φιλία ως μία «κοινωνική προοπτική» που συνδέεται με την «δημοκρατική αποστολή» των Ηνωμένων Πολιτειών. Η ματιά όμως του Μελβίλ είναι πιο σκοτεινή απ’ του Γουίτμαν αντιδιαστέλλοντας τον κοινωνικό ρατσισμό με την σεξουαλική αρμονία.

Για τον Μελβίλ η δημοκρατική προοπτική είναι μια απειλή όχι μόνο για τις κρατούσες εξουσιαστικές αρχές, περισσότερο είναι απειλή για την διατήρηση της πατριαρχικής ισχύουσας ιεραρχίας.

Παρ’ ότι είχε ξεχαστεί προς το τέλος της ζωής του, οι γνωριμίες του με αρκετούς γκέι συγγραφείς τη δεκαετία του ’20 όπως με τους E. M. Forster, Hart Crane και William Plomer, τον αναζωογόνησαν.

Το γεγονός ότι ο Μελβίλ υπήρξε σύζυγος και πατέρας καθυστέρησε αναμφίβολα την αναγνώριση της ομοφυλοφιλίας του, σήμερα όμως πλέον οι κριτικοί και ιστορικοί λογοτεχνίας δεν διστάζουν να μιλούν με σιγουριά γι’ αυτό.

Βιβλιογραφία

- Arvin, Newton. Herman Melville. A Critical Biography. New York: Sloane, 1950.
- Chase, Richard. Herman Melville. A Critical Study. New York: Macmillan, 1949.
- Creech, James. Closet Writing/Gay Reading. The Case of Melville's Pierre. Chicago: University of Chicago Press, 1993.
- Martin, Robert K. Hero, Stranger, and Captain. Male Friendship, Social Critique, and Literary Form in the Sea Novels of Herman Melville. Chapel Hill: University of North Carolina Press, 1986.
- Miller, Edwin Haviland. Melville. New York: Braziller, 1975.
- Rogin, Michael. Subversive Genealogy. The Politics and Art of Herman Melville. New York: Knopf, 1983.
- Sedgwick, Eve Kosofsky. Epistemology of the Closet. Berkeley: University of California Press, 1990.

Πηγές: Glbtq.Com
   
 
εισάγετε την κριτική σας
2 Αυγούστου
νέο!
Τζέιμς Μπάλντουιν


Ο Τζέιμς Μπάλντουιν το 1955
Ο Τζέιμς Μπάλντουιν υπήρξε από τους πιο σπουδαίους αμερικανούς συγγραφείς του 20ου αιώνα που στιγμάτισε με σαφήνεια και καθαρότητα τον αμερικανικό ρατσισμό και την εξαναγκαστική ετεροφυλοφιλία.

Οι συνθήκες γέννησης του Μπάλντουιν δεν είχαν κάτι το εξαιρετικό: Γεννήθηκε στις 2 Αυγούστου του 1924 σε ένα νοσοκομείο του Χάρλεμ στη Νέα Υόρκη – μητέρα του ήταν μια φτωχή, άγαμη γυναίκα είκοσι ετών, ονόματι Emma Berdis Jones. Ο θάνατός του όμως εξηντατρία χρόνια αργότερα στο σπίτι του στη νότιο Γαλλία την 1η Σεπτεμβρίου του 1987, ήταν ένα γεγονός που καλύφθηκε στις πρώτες σελίδες πολλών εφημερίδων όλου του κόσμου. Πράγματι, το ταξίδι της ζωής του μέσα από μια πολύ δύσκολη παιδική ηλικία στο Χάρλεμ, στον μετέπειτα γνωστό συγγραφέα με ένα μεγάλο διεθνές και πιστό κοινό, υπήρξε αντικείμενο μελέτης και θαυμασμού μιας σπουδαίας φιγούρας των αμερικανικών γραμμάτων

Τα παιδικά του χρόνια ήταν ταραγμένα. Στο σπίτι, είχε να αντιμετωπίσει έναν αρκετά βίαιο θετό πατέρα, ενώ έξω από το σπίτι του γινόταν αντικείμενο χλευασμού λόγω του μικροσκοπικού σώματός του και λόγω της θηλυπρεπούς συμπεριφοράς του. Σαν έφηβος, θα βρει καταφύγιο στην εκκλησία και μετά από αρκετή εσωτερική αναζήτηση, σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών θα αποφασίσει να γίνε ιερωμένος που κήρυττε σε ευαγγελικές εκκλησίες εντός και εκτός του Χάρλεμ.

Ως νεαρός ενήλικος θα κάνει αρκετές και διαφορετικές δουλειές: εργάστηκε ως εργάτης σε σιδηροδρόμους, εισπράκτορας σε λεωφορεία, χειριστής ανελκυστήρων. Ήταν η ίδια εποχή που ξεκίνησε να γράφει – τα πρώτα του ενδιαφέρονται ήταν άρθρα και κριτικές βιβλίων.

Από μικρός ένοιωθε τις επιπτώσεις του να είναι κάποιος νέγρος και όσο μεγάλωνε το αντιλαμβανόταν ακόμη περισσότερο, νοιώθοντας τον ρατσισμό στο πετσί του. Ακόμη δέ πιο πολύ λόγω του ότι ήταν φανερή, λόγω της θηλυπρέπειάς του, η ομοφυλοφιλία του. Για να ξεφύγει από την κατάθλιψη και την τρέλα, αποφασίζει να φύγει για το Παρίσι το 1948, με σαράντα μόνο δολάρια στην τσέπη και χωρίς να γνωρίζει γαλλικά. Στην Γαλλία θα ζήσει τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του, ως επαγγελματίας συγγραφέας.

Από τους πιο δημιουργικούς συγγραφείς, ο Μπάλντουιν εξέδωσε εικοσιτέσσερα βιβλία στα σαράντα χρόνια της καριέρας του. Έγραψε συλλογές άρθρων, μυθιστορήματα, θέατρο και ποίηση. Τα πρώτα χρόνια της καριέρας του εξέδωσε την συλλογή άρθρων, Notes of a Native Son – 1955 και την αυτοβιογραφία Nobody Knows My Name – 1961.

Στο Fire Next Time (1963), την πιο γνωστή μη μυθοπλαστική δουλειά του, γίνεται αδυσώπητα κριτικός απέναντι στον ρατσισμό από μέρους των λευκών, και προτείνει ένα «εξιλαστικό ταξίδι μακριά από την φυλετική αποκάλυψη». Στα πιο εριστικά κείμενά του, όπως το Blues for Mister Charlie (1964) και The Evidence of Things Not Seen (1985) διερευνά επίμονα τις διασυνδέσεις ανάμεσα στις σεξουαλικές ανασφάλειες και της φυλετικής διαπάλης. Παρ’ ότι τα κείμενά του ήταν εξόχως εριστικά και χαρακτηρίστηκε ένας «άγριος προφήτης», πίσω από την εξοργισμένη ρητορική του, υπάρχει το μήνυμα για αγάπη, συγχώρεση και συμφιλίωση.

Ως μία καλή αρχή για να καταλάβει κανείς το πόσο σημαντικός υπήρξε ο Μπάλντουιν για την γκέι κληρονομιά, θα μπορούσε να προταθεί ένα όχι τόσο γνωστό άρθρο του, το "The Preservation of Innocence." Πρωτοδημοσιεύτηκε στο Zero, ένα «σκοτεινό» και πλέον μη ενεργό μαροκινό περιοδικό, το καλοκαίρι του 1949. Στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν εμφανίστηκε δημοσιευμένο μέχρι το καλοκαίρι του 1989, όταν δημοσιεύτηκε στο Out/Look με μια εισαγωγή του Melvin Dixon.

Σ’ αυτό, ένα από τα πρώτα κείμενά του, επικεντρώνεται στην ομοφυλοφιλία, υπερασπιζόμενος την φυσιολογικότητα της ομοφυλοφιλικής επιθυμίας αντιπαραβάλλοντας με την ομοφυλοφοβία παρουσιάζοντάς την ως συνέπεια ετεροκανονιστικού πανικού.

Λίγο αργότερα, το 1951, θα παρουσιάσει το "Outing," το πρώτο μυθοπλαστικό του κείμενο με ομο-ερωτική θεματική. Είναι η ιστορία του σεξουαλικού ξυπνήματος δύο έφηβων του Johnny Grimes και του David Jackson που περνούν μια μέρα μαζί σε ένα πικνικ της εκκλησίας. Καθώς προχωρά η ημέρα, ο Τζόνυ γίνεται όλο και πιο εξομολογητικό για την σεξουαλικότητά του στο Ντέηβηντ, κάτι που τον ενθουσιάζει, αλλά και τον τρομοκρατεί μαζί. Η αφήγηση τελειώνει με μία αμφίσημη βασανιστική σημείωση του συγγραφέα για τον Τζόνι που ανακαλύπτωντας την σεξουαλικότητά του, βλέπει νέες πιθανότητες για την ζωή του, βλέπει όμως τους κινδύνους και τα ρίσκα που έχει να αντιμετωπίσει.

Ο Μπάλντουιν, θα σκιαγραφήσει το θέμα του εφηβικού ξυπνήματος της ομοφυλοφιλικής σεξουαλικότητας με πιο περίτεχνο τρόπο σε ένα από τα πρώτα του και ίσως καλύτερά του μυθιστορήματα, στο Go Tell It on the Mountain (1953). Εδώ γίνεται πιο αυτοβιογραφικός και η διήγησή του γίνεται πιο επική.

Το θέμα της σεξουαλικής ταυτότητας, κυριαρχεί και στο δεύτερο μυθιστόρημά του, στο Giovanni's Room (1956). Το γεγονός ότι όλοι οι ήρωες είναι λευκοί και ο τρόπος που επεξεργάστηκε το ομοφυλοφιλικό «ρομάντσο» απογοήτευσε πολλούς θαυμαστές του, παρ’ όλα αυτά, το «Δωμάτιο του Τζιοβάνι» θεωρείται – δικαίως – από τα πιο σημαντικά μυθιστορήματα στην κληρονομιά της αμερικάνικης γκέι λογοτεχνίας.

Το «Δωμάτιο του Τζιοβάνι» είναι ένα λυρικό μυθιστόρημα, όπου ο Μπάλντουιν μας διηγείται την ιστορία του Ντέιβηντ, ενός νεαρού αμερικανού στο Παρίσι. Εκεί γνωρίζει και ερωτεύεται τον Τζιοβάνι, έναν όμορφο Ιταλό. Ο Ντέιβηντ όμως δεν είναι έτοιμος να αποδεχτεί τον γκέι εαυτό του και εγκαταλείπει τον Τζιοβάνι, ο οποίος απαρηγόρητος, αναζητά καταφύγιο στον σεξουαλικό «υπόκοσμο» της πόλης. Σε μία μάλλον συναισθηματική τροπή των πραγμάτων, ο Τζιοβάνι δολοφονεί τον Guillaume έναν εργοδότη που τον ταπεινώνει. Πολύ σύντομα συλλαμβάνεται, δικάζεται, αποδεικνύεται η ενοχή του και καταδικάζεται σε θάνατο.

Θα ακολουθήσει το Another Country, το πιο γνωστό και ευπώλητο μυθιστόρημά του. Γι’ αυτό το βιβλίο του Μπόλντουιν μπορείτε να διαβάσετε πιο κάτω

Τα επόμενα μυθιστορήματά του είναι τα Tell Me How Long the Train's Been Gone (1968), If Beale Street Could Talk (1974) και Just Above My Head (1979).

Βιβλιογραφία

- Adams, Stephen. The Homosexual as Hero in Contemporary Fiction. London: Vision Press, 1980.
- Bergman, David. Gaiety Transfigured: Gay Self-Representation in American Literature. Madison: University of Wisconsin Press, 1991.
- Bigsby, C. W. E. "The Divided Mind of James Baldwin." Journal of American Studies 14 (1980): 325-342.
- Bloom, Harold, ed. James Baldwin. New York: Chelsea House, 1986.
- Campbell, James. Talking at the Gates: A Life of James Baldwin. New York: Viking, 1991. - Cederstrom, Lorelei. "Love, Race and Sex in the Novels of James Baldwin." Mosaic 17.2 (1984): 175-188.
- Cohen, William A. "Liberalism, Libido, Liberation: Baldwin's Another Country." Genders 12 (Winter 1991): 1-21.
- Giles, James R. "Religious Alienation and 'Homosexual Consciousness' in City of Night and Go Tell It on the Mountain." College English 36 (November 1974): 369-380.
- Harris, Trudier. Black Women in the Fiction of James Baldwin. Knoxville: University of Tennessee Press, 1985.
- Kinnamon, Keneth, ed. James Baldwin: A Collection of Critical Essays. Englewood Cliffs, N.J.: Prentice Hall, 1974.
- Leeming, David. James Baldwin: A Biography. New York: Knopf, 1994.
- Lowenstein, Andrea. "James Baldwin and His Critics." Gay Community News (February 9, 1980): 11-12, 17.
- Macebuh, Stanley. James Baldwin: A Critical Study. New York: The Third Press, 1973.
- Nelson, Emmanuel S. "James Baldwin." Contemporary Gay American Novelists: A Bio-Bibliographical Critical Sourcebook. Emmanuel S. Nelson, ed. Westport, Conn.: Greenwood Press, 1993. 6--24.
- _____. "James Baldwin's Vision of Otherness and Community." MELUS 10.2 (1983): 27-31.
- Sarotte, Georges-Michel. Like a Brother, Like a Lover: Male Homosexuality in the American Novel and Theatre from Herman Melville to James Baldwin. Garden City, N.Y.: Anchor Press/Doubleday, 1978.
- Summers, Claude J. Gay Fictions: Wilde to Stonewall. New York: Continuum, 1990.
- Trope, Quincey, ed. James Baldwin: The Legacy. New York: Simon & Schuster, 1989.

Πηγή: Glbtq.Com

* * * * * *

Σε μαύρο φόντο

της Παρής Σπίνου

Μαύρος, ομοφυλόφιλος, ιεροκήρυκας, αριστερός...

Θα μπορούσε να είναι σύντομο ανέκδοτο αν δεν επρόκειτο για τη σοβαρή περίπτωση του αμερικανού συγγραφέα Τζέιμς Μπάλντουιν (1924-1987), ο οποίος τόσο με το έργο όσο και με τις πράξεις του αγωνίστηκε εναντίον των φυλετικών διακρίσεων και οραματίστηκε έναν κόσμο όπου οι μαύροι θα ζουν «χωρίς τη συμπόνια των λευκών» και οι λευκοί «χωρίς την επιβεβαίωση της οργής των μαύρων».

Ο λόγος του, αιχμηρός, αφτιασίδωτος, βάζει το μαχαίρι στο κόκαλο και δεν χαρίζεται σε κανένα χρώμα, όπως επιβεβαιώνει και το μυθιστόρημά του «Μια άλλη χώρα», που πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Πατάκη» σε μετάφραση Κώστα Αρβανίτη.

Η δράση εκτυλίσσεται στη Νέα Υόρκη στα τέλη της δεκαετίας του '50. Πέντε από τους ήρωες είναι καλλιτέχνες. Ο Ρούφους, μαύρος ντράμερ της τζαζ ο οποίος παίρνει την κατιούσα έπειτα από μια θυελλώδη σχέση με μια λευκή και ξεσπά πάνω της, θεωρώντας την υπεύθυνη για τη δυστυχία του. Η αδερφή του Αϊντα, τραγουδίστρια των μπλουζ, προσπαθεί να αναγνωριστεί ως μαύρη ντίβα και δεν διστάζει να μπει στο παιχνίδι μιας κατασκευασμένης εικόνας.

Ο Βιβάλντο, συγγραφέας με ταλέντο αλλά χωρίς έμπνευση, παιδεύεται να φτιάξει ένα ποιοτικό μυθιστόρημα σε αντίθεση με τον ομότεχνό του Ρίτσαρντ, ο οποίος με το εύπεπτο βιβλίο του καταφέρνει να βρει εκδότη. Σ' αυτούς προστίθεται ο Ερικ, ομοφυλόφιλος ηθοποιός που επιστρέφει από τη Γαλλία, όπου άλλωστε έζησε για πολλά χρόνια, μέχρι το τέλος της ζωής του, ο Μπάλντουιν.

Η ατμόσφαιρα των κλαμπ με τον αισθησιασμό επί σκηνής και της παρέες που συζητούν ανάμεσα σε καπνούς τσιγάρων ζωντανεύει στο «Μια άλλη χώρα», ταυτόχρονα όμως με την παραδοχή ότι η μαύρη τζαζ καταναλώθηκε από τη λευκή κοινωνία, χάνοντας τον αρχικό δυναμισμό αλλά και τη σημειολογία της.

Ο Μπάλντουιν δεν περιγράφει μόνο τις ιδιαιτερότητες της αφροαμερικανικής κουλτούρας, τη ζωή των καλλιτεχνών και τις σχέσεις τους: τη φιλία, τον έρωτα, το μίσος, τη ζήλια, τη μοναξιά. Στέκεται ιδιαίτερα στις διαφυλετικές σχέσεις μεταξύ μαύρων και λευκών, που οδηγούν τον Ρούφους στην αυτοκτονία. Οι εμπειρίες που εναποθέτει στο χαρτί είναι ποτισμένες με οργή, μίσος και τον πόνο των μαύρων Αμερικανών της εποχής του.

«Σε κρατάνε εδώ επειδή είσαι μαύρος, ενώ διατυμπανίζουν ανοησίες για τη χώρα της ελευθερίας και την πατρίδα των γενναίων... Μερικές φορές θα 'θελα να μπορούσα να γίνω μια μεγάλη γροθιά και να κάνω αυτή την ελεεινή χώρα σκόνη. Μερικές φορές πιστεύω ότι δεν δικαιούται να υπάρχει», γράφει ο Μπάλντουιν ο οποίος μεγάλωσε στους δρόμους του Χάρλεμ, έκανε δεκάδες δουλειές -έπλενε πιάτα, ήταν το παιδί του ασανσέρ- ενώ ταυτόχρονα βίωσε τον ρατσισμό.

Εχει μάλιστα καταθέσει πώς ένιωσε όταν τον πέταξαν έξω από ένα εστιατόριο του Νιου Τζέρσεϊ, αρχές της δεκαετίας του '40: «Ηθελα να πιάσω τον λαιμό της σερβιτόρας και να τον σπάσω, αλλά της πέταξα μια κανάτα και το έβαλα στα πόδια. Η ζωή μου ήταν σε κίνδυνο, όχι γι' αυτό που έκανα αλλά από το μίσος που ένιωθα», έχει πει ο συγγραφέας, που πίστευε ότι οι Αφροαμερικανοί έπασχαν από έλλειψη ταυτότητας, ενώ η καταπίεση των λευκών είχε δηλητηριάσει την ψυχή τους σε σημείο που να προκαλεί δικαιολογημένες πράξεις βίας.

Ο αιχμηρός του λόγος δεν άφησε απ' έξω και τους φιλελεύθερους πουριτανούς: «Το αμερικανικό ιδεώδες για τη σεξουαλικότητα έχει τις ρίζες του στην αμερικανική ιδέα περί αρρενωπότητας», έγραφε το 1985. «Αυτό το ιδεώδες έχει δημιουργήσει καουμπόηδες και Ινδιάνους, καλούς και κακούς, σκληρούς και μαλακούς, μαύρους και λευκούς... Είναι ένα ιδεώδες τόσο παραλυτικό που πραγματικά απογορεύει στα αγόρια να γίνουν "σύνθετοι" άνδρες».

Πηγή: Ελευθεροτυπία, 3.8.03, της Παρής Σπίνου

Βιβλιογραφία στα Ελληνικά

- Baldwin, James. Φώναξέ το στα βουνά / Τζέιμς Μπόλντουιν • μετάφραση Μαρία Κονδύλη. - 1η έκδ. - Αθήνα : Μεταίχμιο, 2006.
- Baldwin, James. Το δωμάτιο του Τζοβάνι / Τζέιμς Μπόλντουιν • μετάφραση Τερέζα Βεκιαρέλλη. - 1η έκδ. - Αθήνα : Μεταίχμιο, 2005.
- Baldwin, James. Μια άλλη χώρα / Τζέιμς Μπόλντουιν • μετάφραση Κωστής Αρβανίτης. - 1η έκδ. - Αθήνα : Πατάκη, 2003.

Πηγή: Biblionet.Gr

Ακολουθεί 7λεπτη συνέντευξή του:

   
 
εισάγετε την κριτική σας
3 Αυγούστου
νέο!
Ρούπερτ Μπρουκ

Ο Ρούπερτ Μπρουκ υπήρξε Άγγλος ποιητής, του οποίου η αμφισεξουαλικότητα απεικονίζεται τόσο στα ποιήματα, όσο και στα γράμματά του.

Γεννήθηκε στις 3 Αυγούστου του 1887 και πέθανε σε ηλικία μόλις είκοσι επτά ετών κατά την οδό που πήγαινε στην Gallipoli να πολεμήσει, λίγο μετά την έκδοση των πέντε σονέτων του όπου εξυμνούσε της αξίες της πατριωτικής αυτοθυσίας. Ο τραγικός πρώιμος θάνατος του Μπρουκ συνδέθηκε στην κοινή γνώμη με τα σονέτα του, κάτι που τον έκανε εθνικό ήρωα.

Για να μπορέσει να διατηρήσει το θρύλο του ήρωα, ο Geoffrey Keynes, εκτελεστής της φιλολογικής του διαθήκης, σκόπιμα προσπάθησε επιμελώς να αποκρύψει την έλξη του Μπρουκς προς τα άτομα του ιδίου φύλου.

Όταν αργότερα ανθολόγησε σε μια έκδοση τα γράμματα του Μπρουκς, τελικά συμπεριέλαβε και δύο γράμματά του στα οποία καταγράφεται ο έρωτάς του για δύο αγόρια της ηλικίας του (για τους Lascelles και Michael Sadleir), παρ’ ότι σβήνει τα ονόματά τους.

Ο Μπρουκς παρά το ότι από μικρός ένιωθε έλξη προς τους άνδρες, δεν θα πραγματοποιήσει τις επιθυμίες του πριν την ηλικία του εικοσιδύο ετών, όταν γνωρίζει τον Denham Russell Smith, τον νεαρότερο αδερφό ενός φίλου του. Τον Ιούλιο του 1912 όμως ο Smith θα πεθάνει από λοίμωξη και ο Μπρουκς αργότερα σε γράμμα του προς τον James Strachey, περιγράφει με λεπτομέρεις πως «αποπλάνησε» τον Smith.

Όμως ο Μπρουκς θα μπορούσε να χαρακτηριστεί περισσότερο αμφιφυλόφιλος, παρά ομοφυλόφιλος, καθώς ένοιωθε έλξη και προς τα δύο φύλα. Τούτο βέβαια τον βασάνιζε και ίσως γι’ αυτό τον λόγο ένοιωθε ισχυρή ταύτιση με τον Σαίξπηρ (είχε γράψει: «η αλήθεια είναι ότι κάποιοι μεγάλοι άνδρες είναι και σοδομιστές και γυναικάδες»).

Σε όλη τη διάρκεια της σύντομης ζωής του, ο Μπρουκς είχε φίλους ομοφυλόφιλους και με κάποιους εξ αυτών είχε ερωτευτεί. Όταν ήταν μαθητής είχε ερωτευθεί τον αισθητιστή ποιητή John Lucas-Lucas. Αργότερα στο Καίμπριτζ, ο καλύτερος φίλος του ήταν ο James Strachey, τον οποίο λάτρευε, ενώ προς το τέλος της ζωής του ερωτεύτηκε τον Edward Marsh.

Τα πιο σημαντικά ποιήματά του θεωρούνται τα "God Give," "It is Well," "Dedication," "The Path of Dreams," "The Return," "In January," "In the End," "Vanitas," "The Beginning," "Song," "Pine Trees and Sky: Evening," "Failure," και "Choriambics I and II."

Βιβλιογραφία

- Caesar, Adrian. Taking It Like a Man: Suffering, Sexuality and the War Poets: Brooke, Sassoon, Owen, Graves. Manchester, U.K.: Manchester University Press, 1993.
- Hale, Keith, ed. Friends and Apostles: The Correspondence of James Strachey, 1905-1914. London: Yale University Press, 1998.
- Hassall, Christopher. Rupert Brooke: A Biography. London: Faber & Faber, 1964.
- Lehmann, John. The Strange Destiny of Rupert Brooke. New York: Holt, 1980.

Πηγή: Glbtq.Com

Διαλέγουμε το ακόλουθο ποίημα του Μπρουκς:

Sleeping Out: Full Moon

They sleep within. . . .
I cower to the earth, I waking, I only.
High and cold thou dreamest, O queen, high-dreaming and lonely.
We have slept too long, who can hardly win
The white one flame, and the night-long crying;
The viewless passers; the world's low sighing
With desire, with yearning,
To the fire unburning,
To the heatless fire, to the flameless ecstasy! . . .
Helpless I lie.
And around me the feet of thy watchers tread.
There is a rumour and a radiance of wings above my head,

An intolerable radiance of wings. . . .
All the earth grows fire,
White lips of desire
Brushing cool on the forehead, croon slumbrous things.
Earth fades; and the air is thrilled with ways,
Dewy paths full of comfort. And radiant bands,
The gracious presence of friendly hands,
Help the blind one, the glad one, who stumbles and strays,
Stretching wavering hands, up, up, through the praise
Of a myriad silver trumpets, through cries,
To all glory, to all gladness, to the infinite height,
To the gracious, the unmoving, the mother eyes,
And the laughter, and the lips, of light.

Πηγή: http://www.geocities.com/~bblair/brooke1.htm#P3

   
 
εισάγετε την κριτική σας
4 Αυγούστου
νέο!
Ρούντι Βαν Ντάντσιχ

Ο Ρούντι Βαν Ντάντσιχ υπήρξε καλλιτεχνικός διευθυντής και μόνιμος χορογράφος του Εθνικού Μπαλέτου της Ολλανδίας από το 1971 έως και το 1991. Με το ταλέντο και την ακούραστη δουλειά του ανέδειξε το Εθν. Μπαλέτο της χώρας του στην διεθνή σκηνή με ένα ευρύ φάσμα ρεπερτορίου, τόσο στο κλασσικό μπαλέτο, όσο και στο μοντέρνο. Δημιούργησε ένα σώμα καλλιτεχνικής δουλειάς με σκοπό την αναζήτηση της απελευθέρωσης, της ελπίδας, μα ακόμη περισσότερο την ανάδειξη των ομοφυλόφιλων στην θέση που πρέπει να έχουν στην κοινωνία.

Γεννημένος στο Άμστερνταμ στις 4 Αυγούστου του 1933, ήταν μόλις έξι ετών όταν τα γερμανικά στρατεύματα εισέβαλλαν στην Ολλανδία. Τα επόμενα πέντε χρόνια της ζωής του θα τα ζήσει υπό ναζιστική κατοχή και για μια μικρή περίοδο οι γονείς του τον έστειλαν να ζήσει στην επαρχία με τους γονείς τους για να είναι πιο ασφαλής.

Στο βραβευμένο αυτοβιογραφικό του μυθιστόρημα For a Lost Soldier (1991), ο Ντάντσιχ καταγράφει τις σκληρές εμπειρίες που έζησε εκείνη την περίοδο από την ματιά ενός παιδιού, ενώ αργότερα, μετά την απελευθέρωση, περιγράφει τον ερώτα του 12χρονου Jeroen (που αναπαριστά τον ίδιο) με έναν καναδό στρατιώτη που βρίσκεται στην πόλη του με τις συμμαχικές δυνάμεις το 1945.

Ένα από τα θέματα που κυριαρχεί στο βιβλίο αυτό του Ντάντσιχ είναι η απώλεια της αθωότητας και η πολυπλοκότητα των ανθρωπίνων σχέσεων μέσα στο κλίμα του πολέμου και του φόβου. Δεν αποτελεί έκπληξη ότι τα ίδια θέματα θα τον ενδιαφέρουν αργότερα στην καριέρα του ως χορογράφο.

Έφηβος επιστρέφει στο Άμστερνταμ. Στο σχολείο δεν δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα μαθήματά του και το όνειρό του είναι να γίνει ζωγράφος. Στα δεκαπέντε του χρόνια θα συμμετάσχει στην ταινία The Red Shoes ένα αριστούργημα του Michael Powell με θέμα το μπαλέτο. Από αυτή τη στιγμή θα κολλήσει το μικρόβιο του χορού και θα γίνει το πάθος του.

Παίρνει μαθήματα χορού από την Anna Sybranda και στη συνέχεια στο στούντιο της Sonia Gaskell, πρώην χορεύτρια των ρωσικών μπαλέτων. Είχε βέβαια το ντισαβαντάζ ότι άρχισε τον χορό αρκετά αργά, η Gaskell διαβλέπει όμως το μεγάλο του ταλέντο. Πράγματι, το 1955 θα κάνει την πρώτη του χορογραφία (Nachteiland).

Λόγω όμως διαφωνιών του με την Gaskell, θα φύγει και θα ενώσει τις προσπάθειές του με τους Hans van Manen και Benjamin Harkarvy, μαζί με τους οποίους θα ιδρύσει το Netherlands Dance Theatre.

Η εταιρεία θα συγχωνευτεί με το Amsterdam Ballet και η τελική ονομασία θα είναι Dutch National Ballet. Το 1971 θα αναλάβει την καλλιτεχνική διεύθυνση. Μία από τις πιο σημαντικές του παραστάσεις που έκανε αίσθηση στην πρεμιέρα ήταν το Dead Boy, με ομο-ερωτικό θέμα, όπως και πολλές ακόμη χορογραφίες του.

Επίσης, δύο ακόμη έργα του που θεωρούνται σημαντικά είναι το Sans Armes, Citoyens (1987, με μουσική επένδυση Hector Berlioz) και το εμβληματικό Sans Armes, Citoyens.

Βιβλιογραφία

- Campbell, R.M. "On Stage at PNB Dance Work from a Dutch Master." Seattle Post-Intelligencer (January 27, 1998): D1.
- Dantzig, Rudi van. For a Lost Soldier. Arnold J. Pomerans, trans. London: Bodley Head, 1991.
- Klooss, Helma. "Dostoyevski of the Dance." Dance Magazine 67.11 (November 1993): 92.
- Loney, Glenn. "Evolution of an Ensemble: Rudi van Dantzig on the National Ballet of Holland." Dance Magazine 48.3 (March 1974): 34-39.
- Perceval, John. "The Voice of the People." Dance and Dancers 448 (May-June 1987): 32-34.
- Utrecht, Luuk. Rudi van Dantzig: A Controversial Idealist in Ballet. Nicoline Gatehouse, trans. Zutphen, The Netherlands: Walburg Press, 1993.
- Utrecht, Luuk. "Rudi van Dantzig." International Encyclopedia of Dance. Selma Jeanne Cohen, ed. New York: Oxford University Press, 1998. 2:346-348.

Πηγή: Glbtq.Com

Μπορείτε να δείτε την παρακάτω χορογραφία του Ρούντι Βαν Ντάντσιχ, στο "Ρωμαίος και Ιουλιέτα".

   
 
εισάγετε την κριτική σας
6 Αυγούστου
νέο!
Άντι Γουόρχολ

Γεννήθηκε στο Πίτσμπουργκ το 1928 από Σλοβάκους γονείς και τα παιδικά του χρόνια, παγιδευμένα σε ένα τυπικά καθολικό περιβάλλον, συνέπεσαν με τη μεγάλη οικονομική κρίση της δεκαετίας του ’30, γεγονός που τον ανάγκασε να αποκωδικοποιήσει από μικρή ηλικία το πώς λειτουργούσε ο κόσμος προκειμένου να επιβιώσει.

Tα αποτελέσματα αυτής της γνώσης μπορούμε να αναγνωρίσουμε στην τέχνη του, γιατί έτσι ο Γουόρχολ ανακάλυψε την εικόνα του εαυτού του, «πλάσμα της φαντασίας» όπως αυτοχαρακτηριζόταν, ένα έξυπνο «κατασκεύασμα» που περιφερόταν από ντισκοτέκ σε κινηματογραφικές λέσχες, επιδείξεις μόδας και γκαλερί.

Ξεκίνησε ως «δόκιμος» στον Aφηρημένο Eξπρεσιονισμό, τον οποίο γρήγορα απέρριψε και η μεγάλη του εξόρμηση στον κόσμο της τέχνης γίνεται το 1961 όταν άρχισε να ζωγραφίζει κονσέρβες σούπας, μπουκάλια Coca-Cola και εξώφυλλα περιοδικών. Τα εμπορικά σήματα ή τα πορτρέτα της Tζάκι ήταν σύμβολα της ποπ. Tο γεγονός ότι θα συνεπαγόταν και την απόλυτη εμπορευματοποίηση της τέχνης (μαζί με ένα πλήθος εύκολων πλαστογραφιών) ίσως και να διασκέδαζε τον καλλιτέχνη.

Ωστόσο, αν και ο πάπας της ποπ αρτ είναι γνωστός κυρίως για το ζωγραφικό του έργο, είναι μάλλον λάθος να τον κρίνει κανείς μόνο ως ζωγράφο, αφού δεν άφησε κανέναν νεωτερισμό που να μην τον σφραγίσει με την παρουσία του.

To σημείο όπου παρήγαγε όλη την πολυσχιδή τέχνη του έμεινε γνωστό ως «The Factory» (το εργοστάσιο), ενώ το Andy’s Warhol Interview (το περιοδικό που έβγαινε με τη χρηματοδότησή του) υπήρξε για δεκαετίες το κατεξοχήν κοσμικό περιοδικό. Tο Factory ήταν ένα παλιό εργοστάσιο κατασκευής καπέλων στον πέμπτο όροφο ενός κτιρίου στον αριθμό 231 της Aνατολικής 47ης οδού στη Nέα Yόρκη. Για να φτάσεις εκεί έπρεπε να πάρεις ένα βιομηχανικό ασανσέρ, το οποίο σε έφερνε σε έναν ενιαίο χώρο με παράθυρα που έβλεπαν στον δρόμο μιας γειτονιάς.

Tο ενοίκιο ήταν μόνο εκατό δολάρια. Ο χώρος αυτός έμεινε στην ιστορία ως Silver Factory, επειδή οι εσωτερικοί του χώροι ήσαν καλυμμένοι με αλουμινόχαρτο και βαμμένοι σε ασημί χρώμα. Tο είχε διακοσμήσει ο φίλος του, Mπίλι Nέιμ, ο οποίος εκτελούσε και χρέη επίσημου φωτογράφου του Factory.

Aπό την πρώτη στιγμή στον χώρο εκτός από τον Γουόρχολ και τους βοηθούς του άρχιζαν να μαζεύονται τα πιο ταλαντούχα και κακομαθημένα παιδιά της Nέας Yόρκης και να γίνονται τα πιο προχωρημένα πάρτι όπου καλλιτέχνες, διασημότητες, αστέρια της underground σκηνής, όμορφα αγόρια και κορίτσια, μοντέλα και γκαλερίστες, τραβεστί και έμποροι ναρκωτικών, φιλότεχνοι και Mαικήνες, χρηματιστές και συλλέκτες επιδίδονταν σε συζητήσεις, περιπτύξεις και κατανάλωση ουσιών υπό τους ήχους εκκωφαντικής μουσικής.

To 1965 o Γουόρχολ είναι πλέον ένας αναγνωρισμένος καλλιτέχνης. Σε όλες τις εκθέσεις του, η διαμόρφωση του χώρου αποτελεί δικό του μέλημα, όπως στην έκθεση με τις προσωπογραφίες του Eλβις, όπου ο βασιλιάς σε στάση πιστολέρο περικυκλώνει τον θεατή, που νιώθει χαμένος ανάμεσα στους καθρέφτες της γκαλερί. Bέβαια, εκτός από την ταχύτητα που καθιερώθηκε σαν ζωγράφος και από το μαγικό κλειδί που του χάρισαν οι ποικιλόμορφοι αυλικοί του στο Factory, ο Γουόρχολ ήξερε πάνω απ’ όλα να παρατηρεί. Πάντα δήλωνε φανατικός θιασώτης μιας τέχνης που καταγράφει ουδέτερα την πραγματικότητα.

H δεκαετία του ’70 είναι σημαδεμένη από την κεντρική ιδέα του θανάτου. Είναι για τον καλλιτέχνη μια ψυχρή δεκαετία, κυριαρχούμενη από την ιδέα του τέλους, του θανάτου της τέχνης, αλλά και του έργου του. Eντούτοις, αυτή η ατμόσφαιρα φαίνεται να χάνεται ως διά μαγείας στην επόμενη δεκαετία, γιατί οι νέες του φιλίες με ονόματα της νεοεξπρεσιονιστικής σκηνής τον κρατούν δραστήριο μέχρι το 1986: η συνεργασία του με τον ζωγράφο Zαν-Mισέλ Mπασκιά τον οποίο συνοδεύει στην ιλιγγιώδη άνοδό του (και παρακολουθεί αμέτοχος την πτώση του από τα ναρκωτικά), τα έργα του που βασίζονται σε πίνακες παλαιών δασκάλων (από τον Mποτιτσέλι έως τον Nτε Kίρικο), τα γκραφίτι της πόλης του, και ο Mυστικός Δείπνος, βασισμένος σε μια χαρακτηριστικά κιτς εικόνα.

O Γουόρχολ πέθανε στη Nέα Yόρκη, στις 22 Φεβρουαρίου του 1987. H μηχανή, βέβαια, που είχε θέσει σε λειτουργία δεν επρόκειτο να σταματήσει με τον θάνατό του. Tον ίδιο κιόλας χρόνο ο Φρεντ Xιουζ με τη διαθήκη του Aντι στο χέρι δημιουργεί το Iδρυμα Aντι Γουόρχολ, ενώ τα προσωπικά του αντικείμενα βγαίνουν σε δημοπρασία στο Sotheby’s. Bέβαια, λίγα χρόνια πιο πριν δήλωνε, «όταν πεθάνω δεν θέλω να μείνει κανένα ίχνος μου.

Δεν θέλω να αφήσω τίποτα πίσω. Θέλω ο "μηχανισμός" μου να σβήσει». Oσο κι αν ακούγεται ειρωνική η σκέψη του που δημοσιεύθηκε το 1975 στη «Φιλοσοφία του», το μόνο σίγουρο είναι ότι τα ίχνη του βρίσκονται παντού. Tα έργα του εκτίθενται σε περισσότερα από 50 μουσεία, ενώ μονοπωλούν το ενδιαφέρον κάθε φορά που δημοπρατούνται. Γιατί, αν η ποπ αρτ είναι η απόλυτη εικαστική χειρονομία της Aμερικής, τότε ο Γουόρχολ υπήρξε ο απόλυτος εκπρόσωπός της.

Ο Γουόρχολ και τo σινεμά

«Eιναι οι ταινιες που ελέγχουν τα πράγματα στην Aμερική από τότε που εφευρέθηκε ο κινηματογράφος. Σου δείχνουν τι να κάνεις, πώς να το κάνεις, πότε να το κάνεις, πώς να νιώσεις γι’ αυτό και πώς να δείχνεις ότι νιώθεις γι’ αυτό». Aυτό δήλωσε ο Γουόρχολ και από το 1963 μέχρι το 1968 βρήκε χρόνο και σκηνοθέτησε περισσότερες από 60 ταινίες. Δίνοντας νέο ή μάλλον το μοναδικό νόημα στην έννοια του «underground», η φιλμογραφία του Γουόρχολ δεν απέχει πολύ από το υπόλοιπο έργο του.

Aποσπασματική, βασισμένη στην ιδέα της επανάληψης, γεμάτη από όμορφα αγόρια, κατεστραμμένες ντίβες, εφήμερες πόζες και ακόμη πιο εφήμερες φιλοδοξίες δεν υπάρχει καμία ταινία του που να μην μπορεί να ιδωθεί ως σινεμά, video art, παραλήρημα ενός ευφυούς καλλιτέχνη που τελικά έδειχνε να ενδιαφέρεται ελάχιστα για ταινίες φιλικές προς τον θεατή ή για την οποιαδήποτε επαφή του βλέμματός του με τον εμπορικό, λαϊκό κινηματογράφο των τριών προβολών.

Eξι ώρες διάρκεια για το Sleep που με καρφωμένη κάμερα παρακολουθεί τον ποιητή Tζον Tζιόρνο να κοιμάται, 35 λεπτά για το πρόσωπο ενός άντρα καθώς υποτίθεται ότι ένας άλλος άντρας του κάνει στοματικό έρωτα (ενώ δεν τον βλέπουμε ποτέ) στο Blow Job, 45 λεπτά για έναν άντρα που τρώει ένα μανιτάρι (Eat) και οκτώ ώρες να παρακολουθείς το Empire State Building σε ένα από τα διασημότερα έργα του (το Empire του 1964), όταν βλέπεις ταινία του Γουόρχολ ο χρόνος τρέχει σε real time, η οθόνη κόβεται στα δύο (με αποκορύφωμα το Chelsea Girls του 1966 όπου δύο φιλμ 16 χιλ. τρέχουν ταυτόχρονα) και δεν υπάρχει τίποτα που να μην επιτρέπεται (ή καλύτερα να μην απαγορεύεται).

Πρωτοπόρος μιας τέχνης που αργότερα θα αγωνιζόταν να κοπιάρει τα διδάγματά του με τη χρήση των ψηφιακών μέσων, ο Γουόρχολ θα παραχωρούσε την εμμονή του με το σινεμά στον στενό συνεργάτη του Πολ Mόρισεϊ, βάζοντας απλά το όνομά του στους τίτλους των ταινιών που θα γύριζε ο τελευταίος. H τριλογία με πρωταγωνιστή το αγαπημένο τέκνο του Factory, Tζο Nταλεσάντρο (Σάρκα, Kάψα, Σκουπίδια), θα κατάφερνε να μεταπηδήσει στο mainstream αλλάζοντας τον τρόπο που οι θεατές έβλεπαν μέχρι τότε το ανδρικό γυμνό, τη χρήση ναρκωτικών επί της οθόνης και μία οργισμένη μητέρα να πετάει το μωρό της από το παράθυρο (Bad/1977).

O Γουόρχολ και η Eλλάδα

Tη μοναδική φορά που ο Γουόρχολ επισκέφθηκε την Eλλάδα ήταν το 1983 σε ένα ταξίδι του προς την Tουρκία, μαζί με τον Aμερικανό συγγραφέα Tρούμαν Kαπότε. Tο δίδυμο Γουόρχολ-Kαπότε φιλοξενήθηκε για τέσσερις ημέρες στη βίλα του Iόλα στην Aγία Παρασκευή.

H σχέση του Γουόρχολ με τον Iόλα ήταν μάλλον το σημαντικότερο κεφάλαιο της καλλιτεχνικής ζωής του πάπα της ποπ αρτ. Ο Mέγας Aλέξανδρος, μπήκε στο πάνθεον των πορτρέτων του Γουόρχολ, μαζί με του Mάο Tσε Τουνγκ, αλλά και της θρυλικής Mέριλιν Mονρόε ή της Eλίζαμπεθ Tέιλορ. Ο Mέγας Aλέξανδρος και ο Mάο ήταν παραγγελίες του Iόλα.

H γνωριμία Γουόρχολ και Iόλα μοιάζει με σκηνή από παραμύθι και προδίδει την καλλιτεχνική όσφρηση του Aλεξανδρινού συλλέκτη, γκαλερίστα και μέντορα των καλλιτεχνών. Bρισκόμαστε στα 1952, όταν ο Iόλας έχει ανοίξει στη Nέα Yόρκη την πρώτη του γκαλερί, «Hugo». Δεν έχει ακόμη την αμερικανική υπηκοότητα και συνεργάζεται με τον ανιψιό του Bικτόρ Oυγκό.

Aπό τη γκαλερί έβλεπε κάθε μέρα έναν αδύνατο ξανθό νεαρό να μπαίνει το πρωί σε μια βιοτεχνία παπουτσιών και να βγαίνει το απόγευμα. Kάποια μέρα τον ρώτησε πώς τον λένε και πού πάει. «Σχεδιάζω παπούτσια για μια βιοτεχνία», του απάντησε ο 24χρονος νεαρός. «Mπορείτε να μου φέρετε μερικά σχέδιά σας να δω;», τον ρώτησε. Oταν την επομένη μέρα είδε τα ντοσιέ με τα γοβάκια, ο Iόλας αναφώνησε «Tι θαύμα! Aυτά τα σχέδια είναι υπέροχα. Aγαπητέ μου, σας κάνω έκθεση».

Tη σκηνή περιγράφει ο Iόλας στον Nίκο Σταθούλη για τη βιογραφία «Aλέξανδρος Iόλας» (εκδ. Λιβάνη, 1994). Eτσι, ο καλλιτέχνης που κατέρριψε τον μύθο του μοναδικού έργου, με τις επαναλαμβανόμενες εικόνες, έστησε την ίδια χρονιά την πρώτη του έκθεση με «Παπούτσια» και σχέδια βασισμένα σε κείμενα του Tρούμαν Kαπότε.

«Δεν μπορείς να φανταστείς τι έγινε στην πρώτη έκθεση του Aντι», συνεχίζει στη διήγηση ο Iόλας. Oι κριτικοί είχαν διχαστεί, οι εφημερίδες το ίδιο. «Πώς είναι δυνατόν να μας δείχνει τα ιερά τέρατα της τέχνης ο κ. Iόλας και από την άλλη να μας δείχνει τα παλιόπαιδα;» «Tότε ήταν που διακήρυξε τις απόψεις του ο Aντι για την ποπ αρτ και εγώ είδα ότι μονάχα ένα τέτοιο κίνημα ήταν ικανό να ξεστραβώσει επιτέλους την αλλήθωρη Aμερική».

H σχέση τους στην τέχνη και στη φρενήρη ζωή τους, κράτησε ως το τέλος. Aφησαν τα εγκόσμια την ίδια χρονιά, το 1987. Tο κύκνειο άσμα ήταν ίδιο και για τους δύο. O «Mυστικός Δείπνος» ήταν η τελευταία έκθεση του Γουόρχολ στην τελευταία γκαλερί του Iόλα στο Mιλάνο, στο Παλάτσο Στελίνε.

O «Mυστικός Δείπνος», παραγγελία του Iόλα, ήταν έργο ζωής και για τους δύο. Oλα πήγαν στραβά. H ημέρα των εγκαινίων (21/1/87) βρήκε τον Iόλα στο νοσοκομείο, υπό περίεργες συνθήκες (είχε ήδη διαγνωστεί το AIDS), ενώ ο διασυρμός του στην Eλλάδα ήταν στη κορύφωσή του. O Αντι Γουόρχολ πέθανε στις 22 Φεβρουαρίου και ο Αλέξανδρος Iόλας στις 6 Iουνίου.

Oι Eλληνίδες του Aντι

Ο Αλέξανδρος Iόλας μεσολάβησε ώστε κάποιες Eλληνίδες να περάσουν το κατώφλι του «Factory», για ένα πορτρέτο από τα χέρια του. Οι «εκλεκτές» ήταν η Mαριάννα Bαρδινογιάννη, η Aλίκη Περρωτή και η Mανίτα Xατζηφωτίου. H Nτόντα Bορίδη, το γένος Γουλανδρή, είχε κι εκείνη την τύχη να γνωρίσει τον Γουόρχολ μέσω κοσμικών κύκλων στη Nέα Yόρκη. Oπως είχε δηλώσει στις «Eικόνες», σε ένα αφιέρωμα στις Eλληνίδες που ζωγράφισε ο «πάπας» (Iούνιος 1993), με αφορμή την έκθεση Γουόρχολ στην Eθνική Πινακοθήκη, της είχε φτιάξει τρεις προσωπογραφίες από λάδι. Διάλεξε το «Nτόντα.

Πορτρέτο 1», αντί του ποσού των 20.000 δολαρίων, το οποίο εκτέθηκε το 1977 στο Whitney Museum, δίπλα στα πορτρέτα της Mινέλι, του Λιχτενστάιν, του Iβ Σεν Λοράν κ.ά. H κ. Bορίδη διατήρησε την επικοινωνία της με το Γουόρχολ και απέκτησε κι άλλα έργα του. Ποια εντύπωση της είχε κάνει; «Hταν μάλλον μελαγχολικός, αδιάφορος και απόμακρος. Mερικές φορές ευχάριστος και διασκεδαστικός».

Δεν διαφέρει πολύ και η αίσθηση της κ. Xατζηφωτίου: «Eίχε μια αδύναμη προσωπικότητα. Eπηρεαζόταν πολύ... Hταν όμως δεκτικός, απόμακρος και προσιτός μαζί. Tαυτοχρόνως, απλός και γλυκός». Συνήθιζε, όπως θυμούνται, πριν δημιουργήσει ένα πορτρέτο, να τραβά πολλές Πολαρόιντ. Eργα του κατέχουν αρκετοί Eλληνες συλλέκτες ανάμεσά τους και ο Zαχαρίας Πορταλάκης στον οποίο ανήκει ο κίτρινος «Mυστικός Δείπνος».

Tα ρεκόρ του Γουόρχολ

Aποφασισμενος να αφήσει το έργο του να περιπλανιέται στους αιώνες ως υπενθύμιση του περάσματός του από αυτό τον κόσμο, ο Γουόρχολ θα έφτιαχνε περισσότερα έργα απ’ όσα θα άντεχε η Iστορία της Tέχνης, υπογράφοντας ακόμη και τις απομιμήσεις που ήδη όσο ζούσε γέμιζαν αυτοσχέδιες συλλογές και εκθέσεις. Πίνακες, φωτογραφίες, κομμάτια φιλμ, γλυπτά, ηχογραφήσεις, φορέματα και πρώιμο ψηφιακό υλικό κυκλοφορούν πια ελεύθερα προς πώληση, ανεβάζοντας χρόνο με τον χρόνο τις μετοχές του πάπα της Ποπ και επιβεβαιώνοντας τη διαχρονικότητα της (όπως ήθελε ο ίδιος) εφήμερης τέχνης του.

Kαταχωρισμένος ήδη ως ο best seller καλλιτέχνης της μεταπολεμικής εποχής, ο Γουόρχολ (και δη η προσωπογραφία του Mάο που ζωγράφισε το 1972) θα έφτανε τον Nοέμβριο του 2006 να πωληθεί σε δημοπρασία των Christie’s στην τιμή των 17,1 εκ. δολαρίων σε έναν μεγιστάνα από το Xονγκ Kονγκ. Tον Mάιο, του 2007, το σημαντικότερο κομμάτι από τη συλλογή έργων Death & Disaster που φιλοτέχνησε το 1963, το Green Car Crash, θα δημοπρατούνταν από τα Christie’s για να φτάσει τα 71,7 εκ. δολ. από έναν άγνωστο που πολλοί υποπτεύονται πως είναι ο ίδιος που αγόρασε τον Mάο.

Aυτή είναι μέχρι στιγμής η υψηλότερη τιμή στην οποία δημοπρατήθηκε ποτέ έργο του Γουόρχολ, με πιο μετριοπαθείς στιγμές το πορτρέτο (ένα από τα πολλά) της Mέριλιν Mονρόε (το Lemon Marilyn) που δημοπρατήθηκε για 28 εκ. δολ. και μια τετραπλή αυτοπροσωπογραφία του που άγγιξε τα 8 εκ. δολ. Iσως η διάσημη ρήση του πως «ο καλλιτέχνης είναι κάποιος που παράγε έργα που οι άνθρωποι δεν χρειάζονται να έχουν» να αξίζει, ωστόσο, περισσότερα...

Πηγή: In & Out, http://www.inout.gr/showthread.php?t=25185

   
 
εισάγετε την κριτική σας
7 Αυγούστου
νέο!
Τσαρλς Γουάρεν Στόνταρντ

Ο Τσαρλς Γουάρεν Στόνταρντ υπήρξε καλιφορνέζος συγγραφέας πιο γνωστός για τα ομο-ερωτικού περιεχομένου διηγήματά του South-Sea Idyls και The Island of Tranquil Delights.

Ο Στόνταρντ γεννήθηκε στις 7 Αυγούστου του 1843 στη Νέα Υόρκη, το τρίτο από τα πέντε παιδιά των Sarah Freeman και Samuel Burr Stoddard, χαρτεμπόρου. Καθώς υπήρξαν οικονομικές δυσκολίες, η οικογένεια μετακόμισε στο Σαν Φρανσίσκο το 1854.

Παρ’ ότι γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη και στη συνέχεια για κάποια χρόνια έζησε ανατολικά με την οικογένεια του παππού του, πάντα θεωρούσε τον εαυτό του καλιφορνέζο.

Τα πρώτα του ποιήματα θα τα δημοσιεύσει με το ψευδώνυμο "Pip Pepperpod," στο Golden Era.

Κατά τη δεκαετία του 1860 θα εγκαταλείψει το σχολείο του και θα αφοσιωθεί στο γράψιμο, ενώ αργότερα θα βρεθεί στους λογοτεχνικούς και μποέμ κύκλους του Σαν Φρανσίσκο γνωρίζοντας τους Ambrose Bierce, Ina Coolbrith, Bret Harte, και Samuel Clemens καθώς και τους Theodore F. Dwight και Dewitt Miller.

Εμπνευσμένος από το "Calamus" του Γουίτμαν, στα ταξίδια του στην Χαβάη και την Ταϊτή θα γράψει για τις εμπειρίες του με τους ιθαγενείς στα South-Sea Idyls (1874, 1892) και The Island of Tranquil Delights (1904), όπου ο ομο-ερωτισμός είναι έκδηλος.

Την δεκαετία του 1870 ο Στόνταρντ ερωτεύεται τον ζωγράφο Frank Millet και ζει μαζί του στην Βενετία. Ωστόσο όμως συνοδεύεται και από άλλες νεαρές παρέες. Μία από τις αγαπημένες του παρέες ήταν ο 15χρονος εκείνη την εποχή Kenneth O'Connor τον οποίο ανεπίσημα υιοθέτησε και τον πήρε μαζί του στην επιστροφή του στην Ουάσινγκτον.

Το 1903 καθώς η υγεία του χειροτερεύει και η σχέση του με τον Kenneth O'Connor λήγει, επιστρέφει στην Καλιφόρνια και μένει στο Μοντερέϊ. Εκεί θα πεθάνει από καρδιακό επεισόδιο στις 23 Απριλίου του 1903.

Βιβλιογραφία

- Austen, Roger. Genteel Pagan: The Double Life of Charles Warren Stoddard. John W. Crowley, ed. Amherst: University of Massachusetts Press, 1991.
- _____. Playing the Game: The Homosexual Novel in America. Indianapolis: Bobbs-Merrill, 1977.
- Crowley, John W. "Howells, Stoddard, and Male Homosocial Attachment." The Mask of Fiction: Essays on W. D. Howells. Amherst: University of Massachusetts Press, 1989.
- Gale, Robert L. Charles Warren Stoddard. Western Writers Series No. 30. Boise, Idaho: Boise State University Press, 1977.
- Longton, Ray C. Three Writers of the Far West: A Reference Guide. Boston: G. K. Hall, 1980.
- Stroven, Carl G. "A Life of Charles Warren Stoddard." Ph.D. Diss. Duke 1939.
- Walker, Franklin. San Francisco's Literary Frontier. New York: Knopf, 1939.

Πηγή: Glbtq.Com
   
 
εισάγετε την κριτική σας
8 Αυγούστου
νέο!
Σάρα Τίζντειλ

Όπως ακριβώς απεικονίζεται και στην ποίησή της, οι πιο ισχυρές συναισθηματικές σχέσεις που είχε η Σάρα Τίζντειλ ήταν με γυναίκες.

Γεννήθηκε στο Σεντ Λιούις την 8η Αυγούστου του 1884 σε μία μεσο-αστική ευγενή οικογένεια. Η μητέρα της ήταν υπερπροστατευτική απέναντί της και της εμφύσησε ενοχές για το σώμα της κάτι που την επηρέασε αρκετά στη ζωή της.

Λόγω των φόβων της μητέρας της, η Τίζντειλ δεν πήγε στο σχολείο πριν τα εννιά της χρόνια, έτσι από μικρή είχε μάθει να ζει στον δικό της μοναχικό, εσωτερικό, ονειρικό κόσμο. Πέρναγε ώρες ολόκληρες πλέκοντας φανταστικές ρομαντικές πιθανότητες για τη ζωή της. Κρατώντας την πραγματικότητα σε μία «γευστική» απόσταση δημιούργησε στη ζωή και στην τέχνη της.

Παρ’ ότι καλλιέργησε ρομαντικά συναισθήματα απέναντι σε άνδρες, οι πιο ισχυρές συναισθηματικές της σχέσεις ήταν με γυναίκες. Αφ’ ότου ολοκλήρωσε τις σπουδές της στο Hosmer Hall του Σεντ Λιούις μαζί με άλλες γυναίκες ίδρυσε έναν λογοτεχνικό σύλλογο, ονόματι The Potters, που εξέδιδε μηνιαίο περιοδικό, το The Potter's Wheel. Εκεί πρωτο-εμφανίστηκαν τα ποιήματά της.

Πολλά από τα πρώτα της ποιήματα ήταν ολοφάνερα γραμμένα προς γυναίκες. Πράγματι, ένα από τα πιο σπουδαία έργα της, γραμμένο υπό μορφή σονέτων, ήταν αφιερωμένο στην Eleonora Duse, που περιλαμβάνεται στην πρώτη συλλογή της Duse and Other Poems (1907).

Το 1908 δημιούργησε μια ιδιαίτερα εσωτερική σχέση με την Marion Cummings Stanley με την οποία για πρώτη φορά μπορεί και συζητά ανοιχτά τα πάντα: από την εύθραυστη υγεία της έως και τις πιο μύχιες σκέψεις της στο σεξ. Σ’ αυτήν θα αφιερώσει το πολύ τρυφερό «My sun and stars are you», το οποίο περιέχεται στην συλλογή της Helen of Troy and Other Poems, (1911).

Η ποίησή της έγινε πιο γνωστή όταν εξέδωσε το Rivers to the Sea (1915) που θεωρείται από τις πιο σημαντικές δουλειές της.

Τα επόμενα χρόνια η συναισθηματική της ζωή θα γίνει πιο ασταθής, γεγονός που ίσως οφείλεται και στην κακή της υγεία. Όλα αυτά απεικονίζονται στις συλλογές της Flame and Shadow (1920) και Dark of the Moon (1926), που είναι πιο σκοτεινές και μιλούν για τον θάνατο.

Η τελευταία της γνωριμία θα είναι με την Margaret Conklin, το 1926 μια νεαρή φοιτήτρια, μια σχέση που θα την συνεπάρει. Το τέλος όμως για εκείνη ήταν κοντά. Τον Ιανουάριο του 1933 θα χάσει την μάχη με την ζωή. Η συλλογή της Strange Victory θα δημοσιευθεί ένα χρόνο αργότερα στην οποία περιέχεται ποίημα αφιερωμένο στην αγαπημένη της Margaret.

Βιβλιογραφία

- Carpenter, Margaret H. Sara Teasdale: A Biography. New York: Schulte, 1960.
- Drake, William. Sara Teasdale: Woman & Poet. San Francisco: Harper & Row, 1979.
- Schoen, Carol B. Sara Teasdale. Boston: Twayne Publishers, 1986.

Πηγή: Glbtq.Com

Διαλέγουμε τα δύο παρακάτω της ποιήματα:

Jewels

If I should see your eyes again,
I know how far their look would go —
Back to a morning in the park
With sapphire shadows on the snow.

Or back to oak trees in the spring
When you unloosed my hair and kissed
The head that lay against your knees
In the leaf shadow's amethyst.

And still another shining place
We would remember -- how the dun
Wild mountain held us on its crest
One diamond morning white with sun.

But I will turn my eyes from you
As women turn to put away
The jewels they have worn at night
And cannot wear in sober day.

After Death

Now while my lips are living
Their words must stay unsaid,
And will my soul remember
To speak when I am dead?
Yet if my soul remembered
You would not heed it, dear,
For now you must not listen,
And then you could not hear.

Πηγή: http://www.baymoon.com/~ariadne/poets/sara.teasdale.htm#sonnets

   
 
εισάγετε την κριτική σας
9 Αυγούστου
νέο!
Ζαν Λορέν (Πωλ Ντιβάλ)


Καρικατούρα του Ζαν Λορέν από τον George Goursat.
Ο Ζαν Λορέν υπήρξε Γάλλος ομοφυλόφιλος ποιητής, μυθιστοριογράφος και δημοσιογράφος του «κινήματος παρακμής» ("decadent movement") κατά την εποχής της Μπελ-Επόκ (1890-1914).

Το πραγματικό του όνομα ήταν Πωλ Ντιβάλ και γεννήθηκε στις 9 Αυγούστου του 1855 στη Νορμανδία. Καταγόταν από εύρωστη οικογένεια (ο πατέρας του ήταν εφοπλιστής). Ήταν ένα νευρικό, φιλάσθενο παιδί που υπέφερε από την ασφυκτική αγάπη της πολύ στοργικής μητέρας. Με σκοπό να σκληραγωγηθεί οι γονείς του τον έστειλαν εσωτερικό σε σχολείο στα προάστια του Παρισιού, στην Vanves και στο Arcueil (1864-1872), όπου εκεί ένοιωθε όπως έγραψε ο ίδιος «αφόρητη μοναξιά, μοναξιά, μοναξιά, μακριά από το σπίτι και την οικογένεια, χωρίς καν έναν φίλο». Ο ίδιος κατάλαβε τον σεξουαλικό του προσανατολισμό στα δεκαπέντε περίπου χρόνια του, όταν ερωτεύθηκε σφόδρα έναν συμμαθητή του.

Επέστρεψε στο Fécamp το 1872, ο πατέρας του όμως τον πίεσε να μπει στον επαγγελματικό στίβο. Εκπλήρωσε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις μεταξύ 1875-1876, και στη συνέχεια ακολούθησε νομικές σπουδές τις οποίες εγκατέλειψε το 1880 για να αφοσιωθεί στη λογοτεχνία.

Λόγω της επιμονής του πατέρα του θα υιοθετήσει λογοτεχνικό ψευδώνυμο: Jean Lorrain. Έκδωσε τον πρώτο τόμο ποίησης το 1882 ιδίοις εξόδοις και στη συνέχεια ακολούθησαν πολλές ποιητικές συλλογές, διηγήματα, μυθιστορήματα. Εξέδωσε κάπου σαράντα συνολικά βιβλία μέχρι το θάνατό του και ακόμη περισσότερα εξεδόθησαν μετά θάνατον.

Το σύνηθες θέμα του Λορέν είναι ο «σκοτεινός» αστικός υπόκοσμος του σοδομισμού, του λεσβιασμού και το εγκλήματος. Οι μελετητές του υποστηρίζουν ότι τα πιο μεστά είναι τα τελευταία μυθιστορήματά του. Τα Monsieur de Bougrelon (1897), Monsieur de Phocas (1901), και Le Vice Errant (1902) βρίσκονται στο κέντρο ενός σκοτεινού υπόκοσμου που βρίσκεται σε μια ντεκαντάνς, διαφθορά και οι χαρακτήρες είναι ομοφυλόφιλοι. Λίγο αργότερα στο La Maison Philibert (1904) θα μας δώσει μια παραστατική εικόνα των επαρχιακών πορνείων και μια πανοραμική εικόνα της πορνείας και της εγκληματικότητας στο Παρίσι.

Το περισσότερο υλικό του Λορέν προέρχεται από τα επίκαιρα της δημοσιογραφίας. Άλλωστε ο ίδιος από το 1880 διατηρούσε δημοσιογραφική στήλη σε αρκετές μεγάλης κυκλοφορίας εφημερίδες όπως οι Le Courrier français, L'Événement, και L'Écho de Paris. Εκτός των άλλων χρονογραφούσε τη θεατρική ζωή του Παρισιού, τα λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά δρώμενα, όσο και τη ζωή της Γαλλικής κοινωνίας σε όλα της τα επίπεδα.

Ο Λορέν στο σχεδόν αυτοβιογραφικό βιβλίο του Très Russe (1886) διαπιστώνει για την ίδια του την αντιφατική φύση: «Την ίδια και απαράλλαχτη στιγμή, αφελής και σκεπτικιστής, μεροληπτικός και γενναιόδωρος, σκληρός σαν γυναίκα, άκακος σαν παιδί, ευμετάβλητος στις διαθέσεις, ανυποχώρητος στη καθημερινότητα, καλός, αψίθυμος, ευσυγκίνητος, υπερόπτης και απλός...»

Η πραγματική του μεγάλη αγάπη όμως ήταν η μητέρα του. Της έγραψε (όταν ήταν τριανταενός χρονώ): «Αγαπητή μου, πολυαγαπημένη μου μητέρα, μοναδικό μου πάθος, σ’ αγαπώ πραγματικά... Εάν μια ημέρα μας χωρίσει ο θάνατος και κάποιος από τους δυό μας επιζήσει, τουλάχιστον, θα έχουμε την παρηγορία ότι λατρέψαμε ο ένας τον άλλον». Πράγματι, μετά τον θάνατο το πατέρα του, το 1886, ο Λορέν, πήρε επάνω του την φροντίδα της αγαπημένης του μητέρας, της Madame Duval, που έζησε μαζί του μέχρι την ημέρα του θανάτου του (εκείνη έζησε είκοσι χρόνια ακόμη).

Όταν ήταν νεαρός, είχε σφοδρά αισθήματα για δύο γυναίκες, οι οποίες τον απέρριψαν, όμως υπάρχουν βιογράφοι του που ισχυρίζονται ότι τελικώς ήταν αμφισεξουαλικός που γινόταν αποκλειστικά ομοφυλόφιλος για χρονικά διαστήματα που ήταν συναισθηματικά ανασφαλής. Ωστόσο κανείς δεν διαφωνεί ότι από τη δεκαετία του 1880 και μετά ζούσε μια ανοικτά ομοφυλοφιλική ζωή, που το one-night stand ήταν καθημερινότητα.

Ο Λορέν ωστόσο απεχθανόταν τους ομοφυλόφιλους άντρες της ανωτέρας τάξης που έκρυβαν επιμελώς την σεξουαλική τους ταυτότητα. Επίσης ήταν εθισμένος στον μεθυλαιθέρα που τον έπαιρνε για να μπορεί να καλμάρει τα νεύρα του, αλλά υπέσκαπτε την υγεία του. Λέγεται ότι όταν έκαναν εκταφή το 1986, το πτώμα μύριζε ακόμη μεθυλαιθέρα.

Ο Λορέν επίσης δεν αγαπούσε ιδιαίτερα το Παρίσι και η απέχθεια μεγάλωνε όσο γερνούσε. Στα πρώτα του χρόνια μπορούσε και μοίραζε τη ζωή του ανάμεσα στο Παρίσι και στο Fécamp. Μετέπειτα είχε τη δυνατότητα να ταξιδεύει στην επαρχία και στο εξωτερικό. Έγραψε: «Αχ! τι ωραία να βρίσκεται κανείς μακριά απ’ το Παρίσι» (Toulon, Δεκέμβριος 1899) και έναν χρόνο αργότερα μαζί με τη μητέρα του εγκαταστάθηκε στην Nice. Ωστόσο στο Παρίσι πέθανε, στις 30 Ιουνίου του 1906.

Βιβλιογραφία

Anthonay, Thibaut d'. Jean Lorrain: Miroir de la Belle Époque. Paris: Fayard, 2005.
Jullian, Philippe. Jean Lorrain. Paris: Fayard, 1974.

Πηγή: Glbtq.Com

   
 
εισάγετε την κριτική σας
10 Αυγούστου
νέο!
Μαρκ Ντότι


Μαρκ Ντότι - Φωτογραφία Mark Lacey.
Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, και ιδίως στην Ελλάδα, η σύναψη των λέξεων «ποιητής» και «γκαίη» είναι ακόμα σχεδόν αδιανόητη στον λόγο της λογοτεχνικής κριτικής. Στις περιπτώσεις που ένας ποιητής είναι γνωστό χωρίς αμφιβολία ότι είναι ομοφυλόφιλος, η παρουσία του γεγονότος αυτού στην ποίησή του είναι, όπως στην περίπτωση του Καβάφη, αντικείμενο καταδίκης, κριτικής παράλειψης, θέμα υποτιμημένο, ή απλώς αδιάφορο. Το αναπόφευκτο αποτέλεσμα είναι ότι οι ίδιοι οι ποιητές αποφεύγουν μια έξω από τα δόντια διερεύνηση του θέματος: εκτός από τον Χριστιανόπουλο, τον Ασλάνογλου, τον Χρονά (και ενδεχομένως έναν περιορισμένο αριθμό λιγότερο γνωστών ποιητών, όπως ο Θεοδωρακόπουλος και ο Αγγελάκης), ποιος Ελληνας ποιητής τόλμησε να συζητήσει ανοιχτά την ομοφυλοφιλία του μέσα στην ποίησή του;

Κι όμως, ένας από τους πιο αναγνωρισμένους Αμερικανούς ποιητές της γενιάς του, ο πρώτος Αμερικανός που τιμήθηκε με το βρετανικό βραβείο ποίησης T.S. Eliot, ο Μαρκ Ντότι (10/8/1953-), μας δείχνει πως είναι δυνατόν να μιλήσει η ποίηση από τη σκοπιά μιας καθορισμένης μειονότητας με τρόπο που να είναι ηθικά και αισθητικά ελκυστικός στους αναγνώστες που θεωρούν τους εαυτούς τους μέλη της ίδιας μειονότητας αλλά και στους υπόλοιπους.

Το μυστικό της επιτυχίας του Ντότι πρέπει κανείς να το αναζητήσει σε μια σειρά από δεξιότητες που χαρακτηρίζουν την ποίησή του: ιδιαίτερη αίσθηση της λυρικής έντασης, βλέμμα οξυμένο στη λεπτομέρεια που συλλαμβάνουν οι αισθήσεις, χάρισμα της αφήγησης, ταλέντο στη δημιουργία ρυθμικών και μορφικών σχημάτων με το επικίνδυνο και ρευστό υλικό του ελεύθερου στίχου. Αλλά ένα χαρακτηριστικό που ίσως κανείς δεν θα περίμενε να συνεισφέρει στην ποιότητα του ποιητικού αποτελέσματος είναι ο τρόπος με τον οποίο η προσωπική ποιητική φωνή χρωματίζεται από την ηχώ μιας συγκεκριμένης ποιητικής παράδοσης, καθώς πλέκεται με αναφορές σε ό,τι θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «υψηλή παράδοση» της ομοφυλόφιλης ποίησης: τον Whitman, τον Hart Crane και τον Καβάφη. Κάνοντας τον εαυτό του μέρος αυτής της παράδοσης, ο Ντότι αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο η ποίηση η γεννημένη από την ομοφυλόφιλη ευαισθησία, και ως εκ τούτου αναπόδραστα στιγματισμένη από την περιθωριοποίηση και την απόρριψη την οποία η δυτική κοινωνία επιφυλάσσει στους παρίες της, έχει δημιουργήσει μια ειδική φωνή για να εξερευνήσει την ανθρώπινη κατάσταση. Πρόκειται για μια ποίηση από την οποία ο μέσος αναγνώστης έχει πολλά να μάθει και με την οποία έχει πολλά να μοιραστεί, χωρίς ίσως ποτέ να καταφέρει να κατακτήσει την πλήρη ταύτιση που μπορούν να γνωρίσουν μόνο όσοι έχουν ζήσει παρόμοιες εμπειρίες. Είναι επίσης, όπως και η ποίησή του Καβάφη, μια εκπληκτικά δεξιοτεχνική ποίηση, η οποία εξερευνά έως ορίων τη δύναμη της γλώσσας και της αισθητικής.

Στην πρώτη συλλογή του Ντότι, Χελώνα, Κύκνος (Turtle, Swan), τα ποιήματα χρησιμοποιούν ανεκδοτολογικό υλικό -προσωπικές ιστορίες, κυρίως λεπτομέρειες της σχέσης τού ποιητή με τους γονείς του, τη σύζυγό του, τον εραστή του, αλλά επίσης και τις τυχαίες ειδήσεις για τον φόνο ενός ομοφυλόφιλου νέου- ως αφηγηματικό πλαίσιο για να εξερευνήσουν στιγμές εξαιρετικής ομορφιάς, τη φύση και τις συνέπειες της μεταβλητότητας, τις διαδικασίες της αισθητικής δημιουργίας. Είναι μια ποίηση που εκθλίβει τις διαφορές -παρόν/παρελθόν, εμπειρία/γλώσσα, τέχνη/ζωή- και προκρίνει την άμεση, σωματική αντίληψη των αντικειμένων, των ανθρώπων, των τόπων, ως το όχημα των έντονων αισθημάτων τα οποία η γραφή του ποιητή καλείται όχι μόνο να κρατήσει αλλά και να δημιουργήσει, αφού το όριο μεταξύ μνήμης και φαντασίας είναι δυσδιάκριτο.

Σε αυτή τη συλλογή το ποίημα-κλειδί για την κατανόηση της υποδόριας αισθητικής της και της σχέσης μεταξύ αυτής της αισθητικής με τη σεξουαλική επιλογή του ποιητή είναι το ποίημα «Στον Καβάφη», το οποίο προσφέρει μα και την ίδια στιγμή αναστοχαστικά σχολιάζει τη δύναμη μιας επιφανειακής εικόνας να συνεγείρει τον πόθο. Το αφηγηματικό πλαίσιο, και ως εκ τούτου και το χρονικό επίπεδο, είναι διπλό: κάποιοι φίλοι σχολιάζουν τον ρόλο της εικόνας ως ερέθισμα της επιθυμίας, έπειτα ο Ντότι αρχίζει να ζωγραφίζει μια μικρή σκηνή, μια ομάδα αγοριών τη στιγμή που κάνουν βουτιές. Η περιγραφή έχει κάτι από ιμπρεσιονιστική ακρίβεια -πλήθος είναι οι λεπτομέρειες για το χώρο, το χρόνο, το φωτισμό και τα χρώματα-, αλλά η λειτουργία της σιγά σιγά μετατρέπεται, και από καταγραφή ενός γεγονότος του παρελθόντος γίνεται η ενσάρκωση της ερωτικής επιθυμίας στο παρόν. Από την αρχή λοιπόν το κύρος της περιγραφής υπονομεύεται.

Μια ιστορία που πλάθω με το νου όσο και τη θυμάμαι και, παράδοξο, καθώς η περιγραφή γίνεται πιο έντονη, τρισδιάστατη, αρχίζει να κυριαρχεί η αίσθηση του ποιητή που ερωτεύεται αυτό που ο ίδιος δημιουργεί παρά καταγράφει ένα παλαιότερο συναίσθημα. Οπως τον Μποντλέρ τον ενδιαφέρει η γηραία κυρία (little old lady) στο πεζοτράγουδό του «Τα παράθυρα», όχι για τη «ρεαλιστικότητα» της εικόνας, της, αλλά λόγω της δύναμής της να γίνει η πιθανή πηγή ενός μύθου, ο Ντότι βλέπει το αγόρι με τους όρους των αισθητικών δυνατοτήτων του μάλλον, παρά απλώς με ρεαλιστικούς όρους ερωτικής συνεύρεσης, αν και η γλώσσα του καταφέρνει να ενώσει τις δύο αυτές πλευρές, χρησιμοποιώντας ένα ρήμα με ερωτικά συμφραζόμενα, «εισχωρώ, μπαίνω», και συνάπτοντάς το σε μια αισθητική εικόνα: «όπως βούτηξε ανέμελα από τη μικρή αποβάθρα, σίγουρος για τον εαυτό του», το αγόρι «γίνεται μορφή καθαρή».

Σε αυτό το σημείο το ποίημα φαίνεται μάλλον ολοκληρωμένο: το αφηρημένο ζήτημα της ερωτικής έλξης που προκαλεί η επιφάνεια, η εικόνα των πραγμάτων, παίρνει ζωή καθώς μετασχηματίζεται στην ερωτική μνήμη των σωμάτων των νέων κολυμβητών• η δύναμη της μνήμης επαναπροσδιορίζεται και γίνεται παραδειγματική ως ερωτική φαντασία ικανή να γίνει πηγή ποίησης. Ομως ο Ντότι κυρώνει τη δική του εκδοχή αυτής της διαδικασίας με το να την κάνει μέρος ενός ευρύτερου συστήματος αξιών που ορίζουν τη δημιουργικότητα, συνάπτοντάς τη στην ποιητική μορφή του Καβάφη και σε μια υποθετική σχέση μεταξύ επιθυμίας, εμπειρίας και ποιητικής δημιουργίας στην καβαφική ποίηση.

Ο Καβάφης, στο ποίημα του Ντότι, είναι, όπως ο Καισαρίων στο ποίημα του Καβάφη, μια μορφή που την έχει καλέσει η φαντασία με μόνο στήριγμα λέξεις γραμμένες στο χαρτί.

Με τη διαφορά ότι, εν προκειμένω, πρόκειται για τις λέξεις τού «Ο Ηλιος του Απογεύματος» και «Ρωτούσε για την ποιότητα», κι όχι για τις γραμμές βιβλίων ιστορίας.

Ο Καβάφης, μαντεύει ο Ντότι, ξαναδουλεύοντας τη μνήμη των ανδρών που συνάντησε στη ζωή του, όχι μόνο μεταμορφώνει την εμπειρία της σωματικής επιθυμίας σε κάτι αισθητικά τελειότερο -άνδρες πιο βουβοί και ιδεώδεις/ κι όλο πιο τέλειοι όσο τους ξαναδούλευε»- αλλά κάνοντας κάτι τέτοιο δημιουργεί ένα καινούργιο φορτίο πόθου που έχει να κάνει αποκλειστικά με τα ίδια τα ποιήματα. Αυτή είναι ουσιαστικά και η ιδέα του «ερωτισμού της μνήμης» (memory's erotics) την οποία ο Ντότι θα αναπτύξει στη μεταγενέστερη συλλογή του με τίτλο Η Αλεξάνδρειά μου. Εν κατακλείδι, το ποίημα «Στον Καβάφη» της συλλογής Χελώνα, Κύκνος είναι σημαντικό, όχι μόνο επειδή εμπεριέχει το κλειδί για τη σχέση της επιθυμίας με την τέχνη στον Ντότι, αλλά και γιατί προσφέρει μια οξυδερκή ανάγνωση των ίδιων στοιχείων στον Καβάφη.

Προδημοσίευση από το υπό έκδοση 24ο τεύχος του περιοδικού «Ποίηση»

Πηγή: Ελευθεροτυπία, 26.11.04, του Κρίστοφερ Ρόμπινσον, μτφρ. Δημ. Παπανικολάου

Βιβλιογραφία

- Hennessy, Christopher. "Going to the Source: An Interview with Mark Doty." Lambda Book Report 10 (2002): 12-17.
- Landau, Deborah. "'How to Live. What to Do.': The Poetics and Politics of AIDS." American Literature 68.1 (1996): 193-225.
- "Mark Doty." Contemporary Authors. Scot Peacock, ed. Detroit: Gale, 1998. 108-111.
- Martin, Robert K. The Homosexual Tradition in American Poetry. Rev. ed. Iowa City: University of Iowa Press, 1998.
- Minderovic, Christine Minder. "Mark (A.) Doty." Contemporary Poets. Thomas Riggs, ed. Seventh ed. Detroit: St. James Press, 2001. 290-92.
- Padel, Ruth. "Songs of Myself." The New York Times (March 17, 2002): 15.
- Vendler, Helen. "Comic and Elegiac. Two Poets and the Question of Tradition." New Yorker (April 8, 1996): 100-101.
- Wunderlich, Mark. "About Mark Doty." Ploughshares 25 (1999): 183-89.

Πηγή: Glbtq.Com

The Embrace

You weren't well or really ill yet either;
just a little tired, your handsomeness
tinged by grief or anticipation, which brought
to your face a thoughtful, deepening grace.

I didn't for a moment doubt you were dead.
I knew that to be true still, even in the dream.
You'd been out—at work maybe?—
having a good day, almost energetic.

We seemed to be moving from some old house
where we'd lived, boxes everywhere, things
in disarray: that was the story of my dream,
but even asleep I was shocked out of narrative

by your face, the physical fact of your face:
inches from mine, smooth-shaven, loving, alert.
Why so difficult, remembering the actual look
of you? Without a photograph, without strain?

So when I saw your unguarded, reliable face,
your unmistakable gaze opening all the warmth
and clarity of you—warm brown tea—we held
each other for the time the dream allowed.

Bless you. You came back so I could see you
once more, plainly, so I could rest against you
without thinking this happiness lessened anything,
without thinking you were alive again.

Πηγή: http://www.americanpoems.com/poets/Mark-Doty/

Poet Mark Doty reading Saturday, March 23, 2008 at the Split This Rock Poetry Festival March 21-24, 2008 Washington, DC

   
 
εισάγετε την κριτική σας
 
 
 
ΠΟΛΥΧΡΩΜΟΣ ΠΛΑΝΗΤΗΣ - COLOURFUL PLANET: Ε. Αντωνιάδου 6, Πεδίον Άρεως ΑΘΗΝΑ Τ.Κ. 10434 - Τηλ. 210 8826600, 8826605 Fax 210 8826898
Πίσω Πάνω

powered by Marinet
copyright © 2004
Marinet Web design and development