::: ΠΟΛΥΧΡΩΜΟΣ ΠΛΑΝΗΤΗΣ - COLOURFUL PLANET - ΕΚΔΟΣΕΙΣ - ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ::::::....
 
 
 
Εκδόσεις Πολύχρωμος Πλανήτης- Οι εκδόσεις μας
Gay Λογοτεχνία
Λεσβιακή Λογοτεχνία - Ποίηση
Τρανς Λογοτεχνία
LGBT Θέατρο - Κινηματογράφος - Τέχνες
LGBT Μελέτες- Δοκίμια
Λογοτεχνικά Χρονικά
Ποίηση
Αστυνομική λογοτεχνία
Photobooks
Κόμικ
Ημερολόγια
Περιοδικά
Οι Σελιδοδείκτες μας
Υπό Έκδοση
Βιβλιοπωλείο Πολύχρωμος Πλανήτης
Gay Λογοτεχνία
Gay Ποίηση
Gay Σεξουαλικότητα
Λεσβιακή Λογοτεχνία - Ποίηση
Transsexual Λογοτεχνία - Ποίηση
LGBT Θέατρο - Κινηματογράφος - Τέχνες
LGBT Δοκίμια - Βιογραφίες - Μαρτυρίες
Σεξουαλικότητα
BDSM Λογοτεχνία
Γενική Λογοτεχνία
Γκραβούρες
Παιδική λογοτεχνία
Συγγραφείς
Έλληνες Συγγραφείς
Ξένοι Συγγραφείς
Ξενόγλωσσα Βιβλία
Lesbian books
Gay Books
Transsexual Books
LGBT Books
Ταξιδιωτικοί Οδηγοί - Gay & Lesbian Guides
Spartacus Guides
Damron Guides(NEW)
Photobooks - Comics
Gmunder Gay Photobooks
Goliath Gay Photobooks
Art Books - Λευκώματα Τέχνης
Taschen Books
FotoFactory Gay Photobooks
Other Gay Photobooks
Lesbian Photobooks
Bel Ami Productions
Comic Gay Photobooks
Ralf Koenig Comics
Transsexual Photobooks
BDSM PHOTOBOOKS
Postcards
Ημερολόγια - Calendars 2011
Lesbian Calendars 2011
DVD
Gay DVD
Lesbian DVD
Transsexual DVD
Queer as Folk USA Series
Μουσικά DVD
Queer as Folk British Series
Six feet under - Γραφείο κηδειών Φίσερ
The L-Word
DVD Γενικού Ενδιαφέροντος
Comic DVD's
Gay Τηλεοπτικές Σειρές
Erotic Gay DVD
Bel Ami DVD's
K. Bjorn DVD's
RASCAL DVD's
Μουσικά CD
Ελληνική Μουσική
Soundtrack Ταινιών
Rainbow Είδη Δώρων
Σημαίες
Lesbian T-shirts
Βραχιόλια
Καρφίτσες
Mousepad
Αυτοκόλλητα
Πετσέτες
Ποτήρια - Κούπες
Βεντάλιες
Πορτοφόλια
Καπέλα
Ανοιχτήρια- Μπρελόκ
Rainbow κουκλάκια
ΛΕΣΒΙΑΚΕΣ ΚΑΡΤΕΣ
GAY ΚΑΡΤΕΣ
Φωτιστικά
Κηροπήγια
Άλατα-Καλλυντικά
ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ - ΤΥΠΟΣ
Λογοτεχνικά Περιοδικά
Ελληνικός LGBT Tύπος - Περιοδικά
Ξενόγλωσσος LGBT Tύπος - Περιοδικά
Ερωτικά Gay Περιοδικά
Πίνακες Ζωγραφικής
Gay Πίνακες
Λεσβιακοί Πίνακες
Αφιερώματα σε Gay, Λεσβίες, Transsexual Συγραφείς - Ποιητές - Καλλιτέχνες
Άλαν Χόλινγκχερστ
Πατρίτσια Χάισμιθ
Γουίλιαμ Μπάροουζ
R.W. Fassbinder
Λογοτεχνικός Διαγωνισμός
Διαγωνισμός Ποίησης 06-07
Διαγωνισμός Διηγήματος 2005
Λογοτεχνικές Εκδηλώσεις
Φωτογραφίες Εκδηλώσεων Πολύχρωμου Πλανήτη
Λογοτεχνικές Βραδιές
Συζητήσεις - Ομιλίες
Παρουσιάσεις νέων βιβλίων
LGBT Ειδήσεις - Δελτία Τύπου - Άρθρα
***HEADLINE NEWS***
Πολύχρωμες Ειδήσεις
LGBT ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΝΕΑ - ΤΕΧΝΕΣ
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
Δελτία Τύπου
Άρθρα
Τι έγραψε ο Τύπος για μας
Το σκίτσο της εβδομάδας
Clips - videos
Athens Pride 2007-Photos
Athens Pride 2008 - Videos
Τα LGBT σύμβολα
*** Σαν Σήμερα ***
LGBT People in History
Ιανουάριος
Φεβρουάριος
Μάρτιος
Απρίλιος
Μάιος
Ιούνιος
Ιούλιος
Αύγουστος
Σεπτέμβριος
Οκτώβριος
Νοέμβριος
Δεκέμβριος
Banners
Banners
 
Newsletter
Παρακαλούμε εισάγετε το e-mail σας αν θέλετε να καταχωρηθείτε στην λίστα αλληλογραφίας για να ενημερώνεστε μέσω e-mail για τις δραστηριότητές μας.
 
Νέες κυκλοφορίες >> LGBT ΞžΒ›ΞžΒŸΞžΒ“ΞžΒŸΞžβ‚¬ΞžΒ•ΞžΒ§ΞžΒΞžΒ™ΞžΒšΞžΒ‘ ΞžΒΞžΒ•ΞžΒ‘ - Ξžβ‚¬ΞžΒ•ΞžΒ§ΞžΒΞžΒ•ΞžΒ£
 
Προσεχώς στη Βενετία
νέο!
Ελευθεροτυπία, 3.3.09, Β.Β

Ο Ανγκ Λι θα είναι ο φετινός πρόεδρος της Κριτικής Επιτροπής του Φεστιβάλ Βενετίας (2-12 Σεπτεμβρίου). Ο γεννημένος στην Ταϊλάνδη σκηνοθέτης του «Brokeback Mountain» κέρδισε το Χρυσό Λιοντάρι το 2005 και το Οσκαρ καλύτερης ταινίας με την ιστορία δύο ομοφυλόφιλων καουμπόηδων και έκανε αίσθηση το 2001 παίρνοντας τέσσερα Οσκαρ για το έπος ανατολίτικων πολεμικών τεχνών «Τίγρης και Δράκος».

«Πρόκειται για έναν από τους πλέον διακεκριμένους διεθνώς κινηματογραφιστές», δηλώνει μέσω της ιστοσελίδας του το Φεστιβάλ, συμπληρώνοντας πως ο δημιουργός του «Προσοχή Πόθος» και του «Λογική και Ευαισθησία» είναι «από τους πιο πετυχημένους στη δημιουργία διαλόγου ανάμεσα στην κινηματογραφική κουλτούρα Ανατολής και Δύσης».

Πηγή: Ελευθεροτυπία, 3.3.09, Β.Β.

   
 
εισάγετε την κριτική σας
Είναι σταρ
νέο!
Ελευθεροτυπία, 1.3.09, του Κωνσταντίνου Γιάνναρη

Την ημέρα της κηδείας της Μελίνας, ιταλική εφημερίδα κυκλοφόρησε με τον υπέροχο πρωτοσέλιδο τίτλο: «Η Τελευταία Θεά».

Κάπως έτσι έβλεπε και η ίδια η Ελλάδα (ασχέτως πολιτικών πεποιθήσεων) το πρόσωπο της Μελίνας Μερκούρη και ξεχείλισε στους δρόμους για τον τελευταίο αποχαιρετισμό.

Παράδοξο πώς δημιουργήθηκε αυτός ο μύθος. Ιδιαίτερη ομορφιά δεν είχε... Τα χαρακτηριστικά της ασύμμετρα, στόμα και χείλη υπερβολικά μεγάλα, σώμα αδύνατο. Το υποκριτικό της ταλέντο (αν εξαιρέσουμε το σκηνοθετικό καλούπωμα στη «Στέλλα») μέτριο.

Η φωνή της, τουλάχιστον ιδιόμορφη, μαγευτικά ώρες-ώρες... Κατάφερε να καταστρέψει την καριέρα ενός πολλά υποσχόμενου σκηνοθέτη, ο οποίος ενθουσιωδώς θυσιάστηκε στο, βωμό της προσωπικότητάς της. Καθιερώθηκε ως σταρ στην Ελλάδα και ως ευρωπαϊκή μεταπολεμική ντίβα. Ηταν το διαμάντι μιας καθυστερημένης φτωχής χώρας. Μια ελληνίδα «Σοράγια», που άντεξε στον χρόνο και έδωσε τη μάχη ως το τέλος.

Γυναίκα μεγαλοαστικής καταγωγής που ντυνόταν υπέροχα, που πετούσε πάνω απ' την μιζέρια της εποχής. Φλέρταρε με ρόλους επικίνδυνους: πόρνη, τσιγγάνα, λεσβία, κλέφτρα, γυναίκα μποέμ, γυναίκα ελεύθερων ηθών...

Η αντιδικτατορική της δράση, «Je suis nee Grecque» και τα λοιπά, την καθιέρωσαν ως ρομαντικό κομμάτι μιας προς τα έξω αντίστασης απέναντι σε ένα αδιανόητο καθεστώς. Αναλαμβάνοντας το υπουργείο Πολιτισμού επί ΠΑΣΟΚ, προσπάθησε να μεταφέρει στην Ελλάδα κινηματογραφικούς θεσμούς (cinema de auteur) που προωθούσαν το έργο του δημιουργού. Επίσης έδωσε μεγάλη ώθηση στο θέατρο (όλοι ξέρουμε πως η Ελλάδα μας είναι η χώρα όπου γεννήθηκε το θέατρο). Για τις εικαστικές τέχνες (βλ. συλλογή Ιόλα) ήταν μια σκέτη καταστροφή.

Αυτό το κράμα «bourgeois chic», σεξουαλικότητας- ρομαντικού εθνικισμού, βρήκε το απόγειό του στην προσωπική της εκστρατεία για την επιστροφή των Μαρμάρων του Παρθενώνα. Μια παθιασμένη εκστρατεία, σχεδόν μυστικιστική, που εκμεταλλεύθηκε τα τελευταία αποκαΐδια του ευρωπαϊκού φιλελληνισμού. Τη θυμάμαι στη βρετανική τηλεόραση την εποχή του '80, όταν βγήκε να κηρύξει τον ανένδοτο για τον Παρθενώνα.

Ημασταν με μια παρέα και την ακούγαμε να εκφωνεί παθιασμένα: «Ι want my marbles back»! «Θέλω πίσω τα μάρμαρά μου!» Πεθάναμε όλοι από τα γέλια: Κανείς δεν την είχε προειδοποιήσει πως αυτή η, καίρια για τον αγώνα της, φράση σήμαινε στην αργκό: «Δώσε πίσω τα μυαλά μου γιατί πάω να τρελαθώ»... Ομως εκείνο το βράδυ η Μελίνα μάς έπεισε όλους.

Τελικά, ας σταθούμε σ' αυτό που είναι σημαντικό: Η γυναίκα αυτή δεν ξέρει από τραγούδι, χορό, υποκριτική. Αλλά μην τη χάσετε. Είναι σταρ...

Πηγή: Ελευθεροτυπία, 1.3.09, του Κωνσταντίνου Γιάνναρη.

   
 
εισάγετε την κριτική σας
Ο γκέι που ήρθε από το μέλλον
νέο!
Τα Νέα, 28.2.09, του Δημήτρης Παπανικολάου

Ένα ξεκαρδιστικό μυθιστόρημα γκέι φαντασίας για τη μοναξιά, την αρρώστια και τον θάνατο. Ο Αύγουστος Κορτώ, κάπου εδώ βρίσκει επιτέλους τη φόρμα του.

Ο τριανταπεντάρης Νίκος Αποστόλου έχει δυο γονείς που τον υπεραγαπάνε, μια μεγάλη περιουσία, ένα πετυχημένο καφεμπάρ στα Εξάρχεια, μια σειρά υπαλλήλους και φίλους που τον παραδέχονται, μια μίζερα ανύπαρκτη σεξουαλική ζωή και μια επίμονη άφτρα στη γλώσσα. Την οποία δεν είναι και να την παραβλέπει κανείς, διότι, όπως ο αναγνώστης μαθαίνει στην πρώτη σελίδα του μυθιστορήματος, το σημάδι αυτό σημαίνει θάνατο: ο Νίκος έχει ΑΙDS, και στη διάρκεια του χρόνου που καλύπτει η αφήγηση θα έχει πεθάνει θάνατο φρικτό, «άρρωστος μ΄ αρρώστιες τερατώδεις».

Πολιτικά ορθό μυθιστόρημα Ο αφανισμός του Νίκου του Αύγουστου Κορτώ μπορεί να μην είναι, το στυλ του όμως είναι άκρως κολλητικό• κλείνεις το βιβλίο και συνειδητοποιείς ότι έχεις αρχίσει να σκέφτεσαι σε ρυθμικές φράσεις με σαχλό χιούμορ και μια ανυποχώρητη τάση προς σύστοιχα αντικείμενα, παρηχήσεις και ομοιοκατάληκτα. Η αφήγηση ροκανίζει κοινόχρηστες μεταφορές, υπονομεύει μονίμως σύμβολα, χαρακτήρες και περιγραφές και εκβιάζει το συνεχές γέλιο με αστεία που γίνονται συνήθως στα όρια της λέξης και της φράσης, τη στιγμή που στο μακροεπίπεδο προσπαθεί να ισορροπήσει μια ιστορία τραγική για τη μοναξιά, την απόρριψη, την αρρώστια και τον θάνατο.

Ανέραστος

Συνειδητοποιεί κανείς σιγά σιγά ότι μια βαθιά ειρωνεία συνέχει το μυθιστόρημα, ξεκινώντας απ΄ τον τίτλο του (ο Αφανισμός...). Ο Νίκος είναι γκέι μεν, ανέραστος δε. Έχει κάνει σεξ μία (ή μάλλον μισή) φορά στη ζωή του, όταν επισκέφθηκε όχι και πολύ πετυχημένα μια πόρνη στα δεκαπέντε, η επαφή ήταν όμως αρκετή για να κολλήσει τον ιό. Ενώ τον αγαπούν οι πάντες, ο ίδιος αισθάνεται απομονωμένος, κρύβει τη σεξουαλικότητά του, πάσχει από ενοχικά σύνδρομα. Όπως και για τον Ρίτσαρντ στις Ώρες του Κάνιγκχαμ, οι μνήμες του Νίκου κατακάθονται συνεχώς και μέχρι το τέλος σε στιγμές απόρριψης και μοναξιάς. Μαθαίνοντας ότι είναι άρρωστος αποφασίζει να αποφύγει τη φαρμακευτική αγωγή σε μια ύστατη προσπάθεια να τιμωρήσει τον εαυτό του. Ο παροξυσμός αυτοσαρκασμού, αυτολύπησης και αυτοκαταστροφής που ακολουθεί, είναι φτιαγμένος για να βγάζει γέλιο, και μάλιστα τόσο περισσότερο όσο η κατάσταση του ήρωα χειροτερεύει, ταιριάζει όμως και με την ψυχολογική του κατάσταση. Καθώς όλα σιγά σιγά αποσυντίθεται, ο Νίκος, όπως ακριβώς και ο Πράιορ στους Άγγελους στην Αμερική , αρχίζει να μπερδεύει παραισθήσεις και πραγματικότητα• κάπου εκεί εμφανίζεται μια μάγισσα που είναι σαν να έχει βγει από το Μatrix, και του προσφέρει τη δυνατότητα να ταξιδέψει στο παρελθόν. Σκέτος Μάικλ Φοξ στο Επιστροφή στο μέλλον, ο Νίκος αποφασίζει να γυρίσει πίσω στην Αθήνα του 1970 για να γνωρίσει τους γονείς του πριν ακόμα γνωριστούν αυτοί μεταξύ τους: σε μια ύστατη προσπάθεια να τους κάνει να μην τον γεννήσουν. Καθώς Αϊνστάιν, Φρόυντ και επιστημονική φαντασία σηκώνουν τα χέρια ψηλά, η επιστροφή αυτή στο παρελθόν θα καταλήξει σε ένα άδοξο φλερτ με τη μέλλουσα μητέρα, αλλά και με τον πατέρα του• το ζευγάρι θα ακολουθήσει το πεπρωμένο, και θα ερωτευθούν μεταξύ τους. Η αποστολή αποτυγχάνει παταγωδώς, πλην όμως κάπου προς το τέλος ο αποκαμωμένος, αποπροσανατολισμένος και πλέον πολύ άρρωστος Νίκος θα βρει τουλάχιστον μια μοναδική εμπειρία ολοκληρωμένου σεξ στο Ζάππειο του 1970. Ο Νίκος θα πεθάνει τελικά στον Άγιο Σάββα του παρελθόντος, κρατώντας στα χέρια του ένα λούτρινο ζωάκι, και γύρω του οι νοσοκόμες να αναρωτιούνται για την ιδιόμορφή του αρρώστια.

Όπως ίσως έχουν παρατηρήσει οι προσεκτικοί αναγνώστες, ο Νίκος πριν πεθάνει θα έχει ενδεχομένως, στη μοναδική του νύχτα έρωτα, κληροδοτήσει στον κόσμο έναν παράξενο ιό, τον οποίο θα έχει άθελά του φέρει μαζί του από το... μέλλον.

Σε όσους έχουν διαβάσει προηγούμενα μυθιστορήματά του, το στυλ του τριαντάχρονου μεν, πολυγραφότατου δε, Κορτώ είναι αναγνωρίσιμο. Εδώ όμως μοιάζει όχι μόνο να έχει εξελιχθεί, τιθασεύοντας κάπως τα πιο εκνευριστικά του στοιχεία (προχειρογραφία, αυτοθαυμασμό, ψυχαναγκασμό), αλλά και να έχει βρει και τον στόχο του καλύτερα από ποτέ. Όσοι αρέσκονται στις συγκρίσεις, ίσως βρουν ότι η γραφή αυτή θυμίζει το πρόσφατο είδος τής, ας την πούμε, ελληνικής μπακουρολογοτεχνίας, που ξεκινάει κάπου στον Τατσόπουλο και βρίσκει την εντυπωσιακότερή της εξέλιξη κάπου στον Λένο Χρηστίδη. Ο Κορτώ τους μοιάζει και δεν τους μοιάζει- η διαφορά τους είναι η διαφορά μεταξύ χαβαλέ και camp• ανεπαίσθητη ίσως κάποτε, σημαντική πάντως.

Χιούμορ και ειρωνεία

Η ειρωνεία στον Αφανισμό του Νίκου δένεται εντυπωσιακά τόσο με την ιστορία όσο και με τον κεντρικό της χαρακτήρα. Η οπτική γωνία της αφήγησης δεν ταυτίζεται πάντα με αυτή του Νίκου, συμμερίζεται όμως απόλυτα το χιούμορ του. Αφήγηση και χαρακτήρας μοιάζουν στον τρόπο που βλέπουν τα πράγματα• μοιράζονται, δηλαδή, ένα χιούμορ και μια στρατηγική επιβίωσης που φαίνεται να (και θέλει να δείχνει ότι) έχει ψηθεί στην αντιφατική εμπειρία του να μεγαλώνεις, να αποκτάς ταυτότητα, να ζεις και να γράφεις ως γκέι σε μια σύγχρονη μικροαστική Ελλάδα. Ποπ καθίζηση, μόνιμος αυτοσαρκασμός, ιερόσυλη υπονόμευση (των πάντων, ακόμα και του κανόνα που θέλει ένα μυθιστόρημα να είναι καλοδομημένο και πρωτότυπο), αναρχική ανάμειξη παραπομπών, σχετική αδιαφορία για τη μεγάλη εικόνα και τη «μεγάλη» λογοτεχνία. Δεν λέω ότι όλα αυτά είναι χαρακτηριστικά μόνο μιας γκέι οπτικής γωνίας. Ούτε καν κάθε γκέι οπτικής γωνίας: στο κάτω κάτω, χαρακτήρας και αφηγητής ξεκινούν από, και μιλούν σε ένα δυτικό, μεσοαστικό, προνομιούχο περιβάλλον το οποίο και υπονομεύουν (γι΄ αυτό και οι εύκολες και λίγο ανεύθυνες αναφορές στην αρρώστια δεν είναι προσβλητικές). Στην προκειμένη όμως περίπτωση, αυτή η συγκεκριμένη και χρονοτοπικά προσδιορισμένη γκέι γωνία οργανώνει το ύφος της γραφής, τους τρόπους, τις στρατηγικές και τις αναφορές της. Ας μην το παρακουράζω: ο Κορτώ προσπαθεί να αρθρώσει, σε πείσμα του ελληνικού λογοτεχνικού συστήματος που δεν τα πάει κάτι τέτοια, μια ελληνική queer λογοτεχνία. Το αποτέλεσμα δημιουργεί ένα ελληνικό μεταμοντέρνο που έχει ενδιαφέρον και για το ότι ξεκινάει από τα στενότερα όρια μια συγκεκριμένης ταυτοτικής εμπειρίας, πριν αποφασίσει να τριγυρίσει και να ανακατέψει τον κόσμο όλο.

* Ο Δημήτρης Παπανικολάου είναι λέκτορας Πολιτισμικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης (ο δαίμων της φωτοσύνθεσης αφαίρεσε το όνομά του από το Βιβλιοδρόμιο της 21-2-09 και την κριτική τού «Απόψε τρώμε στης Ιοκάστης» του Άκη Δήμου)

Πηγή: Τα Νέα, 28.2.09, του Δημήτρης Παπανικολάου.

   
 
εισάγετε την κριτική σας
Το παλικάρι που έγινε νεράιδα
νέο!
Ελευθεροτυπία, 1.3.2009, της Ματούλας Κουστένη

Είναι παραμύθι, αλλά μιλά για την ομοφυλοφιλία. Είναι μια κλασική όπερα, αλλά μιλά για γεγονότα που διαδραματίζονται τον 19ο αιώνα. Εχει για πρωταγωνιστή έναν πρίγκιπα που αδυνατεί να ερωτευτεί μια γυναίκα και απαγορεύεται να ζήσει με τον άνδρα που ποθεί. Μπέρδεμα, μοναξιά, ανεκπλήρωτοι έρωτες.

Η μαγευτική όπερα του Αντονίν Ντβόρζακ «Ρούσαλκα» ανεβάζεται πρώτη φορά στην Ελλάδα, την Παρασκευή, από τη Λυρική Σκηνή. Πρόκειται για την τραγική ιστορία μιας απόκοσμης «νεράιδας» και τον παράφορο έρωτά της για έναν πρίγκιπα. Ερωτας χωρίς ανταπόκριση, που θα την οδηγήσει στο θάνατο. Την όπερα που αποτελεί συμπαραγωγή με την Οπερα της Νίκαιας σκηνοθετεί η Γαλλίδα Μάριον Βάσερμαν.

Η Ρούσαλκα -που στα τσεχικά σημαίνει νεράιδα- βασίζεται σε ποιητικό κείμενο του Γιάροσλαφ Κβάπιλ και αντλεί αρκετά στοιχεία από την «Ουντίνε» του Φρίντριχ ντε λα Μοτ Φουκέ. Πρώτη φορά, δε, ανεβάστηκε στο Εθνικό Θέατρο της Πράγας στις 31 Μαρτίου 1901. Η ιστορία εκτυλίσσεται μέσα στο παλάτι του πρίγκιπα και κινείται ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα, στα βιώματα και τα οράματα. «Η βασική ιδέα από την οποία ξεκινήσαμε είναι ότι η Ρούσαλκα δεν υπάρχει. Είναι ένα πνεύμα, μία εικόνα, αλλά ποτέ μία πραγματική γυναίκα. Κατά τη διάρκεια της παράστασης παίρνει διαφορετικές μορφές. Κυρίως, όμως, είναι το θηλυκό είδωλό του πρίγκιπα η ψυχή του. Ο πρίγκιπας οικειοποιείται την προσωπικότητα της Ρούσαλκα και τελικά ταυτίζεται μαζί της. Εκείνη θα γίνει το θηλυκό του κομμάτι. Θα αντιπροσωπεύσει την ψυχή του, τα όνειρα, τις μαγικές του ανάγκες, προκειμένου να αντέξει τον κόσμο και την ίδια του τη ζωή», λέει η Μάριον Βάσερμαν, σκηνοθέτις της παράστασης.

- Τελικά, όπως φαίνεται, ο ρόλος του πρίγκιπα αναδεικνύεται στον βασικό της παράστασης.

«Οντως. Η βασική έμπνευση ήρθε από την προσωπικότητα του Λουδοβίκου Β' της Βαυαρίας. Υπήρξε ονειροπόλος, ρομαντικός και, τελικά, δυστυχής σε αυτή τη θέση απόλυτης πολιτικής εξουσίας. Ο Λουδοβίκος βασανίστηκε πολύ από τη σύγκρουση της λογικής με το συναίσθημα, από το διχασμό ανάμεσα στην ομοφυλοφιλία και τις επιταγές του αξιώματός του. Η παρακμή του Λουδοβίκου υπήρξε, φυσικά, πολύ πιο σταδιακή. Στην παράστασή μας, αυτή η εσωτερική σύγκρουση είναι πολύ πιο βίαιη, καθώς ο πρίγκιπας οδηγείται στην τρέλα σε πολύ μικρότερο διάστημα -λόγω... περιορισμένου θεατρικού χρόνου».

- Θα δούμε μια μοντέρνα ή μια κλασική παράσταση;

«Μάλλον και τα δύο. Εχουμε μεταφέρει τη δράση γύρω στα 1870, και όλο το περιβάλλον παραπέμπει σε μια αυτοκρατορική γερμανική αυλή του 19ου αιώνα. Κατά συνέπεια θα μπορούσε κανείς να πει ότι πρόκειται για μια κλασική σκηνοθεσία με την έννοια της ιστορικής αναπαράστασης. Από την άλλη, η σκηνοθεσία είναι εντελώς μοντέρνα καθώς παράλληλα υπάρχει κι ένας άλλος κόσμος: της απόλυτης αφαίρεσης, της μαγείας. Εχουμε προβεί σε ριζικές αλλαγές: Ολο το λιμπρέτο έχει μεταφερθεί σε μια εντελώς διαφορετική κατάσταση και είναι ίσως κρίμα για το ελληνικό κοινό που δεν έχει κανένα σημείο αναφοράς σε σχέση με το έργο».

- Το ελληνικό κοινό, όντως, δεν γνωρίζει τη «Ρούσαλκα». Συνήθως προτιμάτε τους πιο ενημερωμένους θεατές;

«Εκείνοι που γνωρίζουν το έργο έχουν ήδη δημιουργήσει δεσμούς με αυτό, έχουν συνείδηση του τι θα συμβεί και συγχρόνως έχουν συγκεκριμένες προσδοκίες. Από την άλλη πλευρά, οι μη γνώστες δεν έχουν καμία προσδοκία. Κάποιος που περιμένει να δει κάτι γνώριμο, κινδυνεύει να απογοητευτεί και να χάσει αυτό που του προσφέρεται. Το κοινό που δεν έχει αναφορές είναι ανοιχτό, θα ζήσει την παράσταση χωρίς να αναρωτιέται. Και ίσως τελικά αυτοί οι θεατές να είναι πιο τυχεροί».

- Μπορεί ένα παραμύθι να μιλήσει για σημερινά θέματα;

«Βεβαίως. Εξάλλου στα παραμύθια συναντάμε την πραγματική ζωή. Με τη μόνη διαφορά ότι στο παραμύθι απουσιάζει η έννοια του χρόνου και η αφήγηση περνά στο χώρο του συμβολικού. Στη δική μας ερμηνεία της Ρούσαλκα, συναντάμε καταστάσεις όπως η ομοφυλοφιλία ή η σχιζοφρένεια, καταστάσεις γνωστές στη σύγχρονη πραγματικότητα που λειτουργούν επίσης στο πλαίσιο της ιστορίας μας που είναι ένα παραμύθι».

*Η παράσταση θα παρουσιαστεί και στις 7, 8, 13, 14, 15 Μαρτίου σε μουσική διεύθυνση Γιάροσλαφ Κίζλινκ, σκηνικά Τιερί Γκουντ, κοστούμια Μπρινό Φαταλό.

Τους δύο βασικούς ρόλους ερμηνεύουν οι Πάβελ Τσέρνοχ, Κόρι Μπιξ, Νατάλια Ουσάκοβα, Μάτα Κατσούλη.

Πηγή: Ελευθεροτυπία, 1.3.2009, της Ματούλας Κουστένη

   
 
εισάγετε την κριτική σας
Οι τρελές το ’σκασαν απ’ το κλουβί…
νέο!
Καθημερινή, 1/3/2009, Του Δημήτρη Ρηγόπουλου

Η σημερινή ζωή ανατρέπει τα γκέι στερεότυπα, παρά τις προσκολλήσεις της βιομηχανίας της ψυχαγωγίας

Με τόσα «αγάπη μου» στις κουτσομπολίστικες εκπομπές της μεσημεριανής ζώνης και άλλα τόσα «μωρή» σε ελληνικά σίριαλ υψηλής θεαματικότητας, το γεγονός ότι το «Κλουβί με τις τρελές» που ανεβάζει ο Σταμάτης Φασουλής στις 5 Μαρτίου στο «Παλλάς» ξεπουλάει κυριολεκτικά στο θεατρικό μποξ όφις δεν πρέπει να προκαλεί εντύπωση.

Είναι άλλη μια παράδοξη όψη της ελληνικής πραγματικότητας του 2009: μπορεί να μην έχουμε δημόσιο λόγο για τους ομοφυλόφιλους και τις ζωές τους, ούτε έναν πολιτικό ανοιχτά ομοφυλόφιλο, αλλά στην τηλεόραση, την κατ’ εξοχήν δημόσια αρένα της ελληνικής κοινωνίας, τα καλιαρντά, η λούμπεν γκέι αργκό, πάνε και έρχονται. Θυμίζουμε λίγο Τουρκία, στη χώρα όπου ένας τραβεστί τραγουδιστής μπορεί να λατρεύεται σαν θεός, αλλά οι ίδιοι οι γκέι ακτιβιστές απειλούνται με φυλάκιση επειδή διεκδικούν αυτονόητα δικαιώματα.

Ελληνική κοινωνία

Στην Ελλάδα ευτυχώς κανένας ομοφυλόφιλος δεν πηγαίνει στη φυλακή, βιώνει, όμως, την σχιζοφρενική αυτή πραγματικότητα. Ποτέ στο παρελθόν του σύγχρονου ελληνικού κράτους η γκέι κουλτούρα δεν είχε εισβάλει τόσο ορμητικά στη δημόσια σφαίρα. Μα είναι γκέι κουλτούρα τα «αγάπη μου» και τα «μωρή», ακούω τις διαμαρτυρίες. Οχι, μόνο, φυσικά. Είναι μια πλευρά της όμως, έστω ρηχή και ανεπεξέργαστη. Το θέμα παραμένει: η εξοικείωση με τις πιο επιφανειακές όψεις της δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχες διεργασίες στο σώμα της ελληνικής κοινωνίας. Τα κλισέ και τα στερεότυπα εξακολουθούν να βασιλεύουν, ενώ ακόμα και οι πιο αθώες απόπειρες «αναπαράστασης» της πραγματικότητας δύο «κανονικών» ανθρώπων που ερωτεύονται (όπως το περίφημο «φιλί» στο σίριαλ του Παπακαλιάτη) μπορούν να προκαλέσουν ένα μικρό σκάνδαλο.

Το «Κλουβί με τις τρελές» έρχεται από μιαν άλλη εποχή. Γράφτηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’70, την επαύριο της σεξουαλικής απελευθέρωσης και της πολιτικοποίησης του κινήματος των γκέι (βλέπε «Μιλκ»). Οικειοποιείται όλα τα γνωστά κλισέ (το ζευγάρι αποτελούν ένας πρώην παντρεμένος με παιδί και ο φίλος του που κάνει ντραγκ σόου στο μπαρ του πρώτου), με την έννοια ότι αναπαράγεται μονοδιάστατα το στερεότυπο του θηλυπρεπούς ομοφυλόφιλου σ’ ένα περιβάλλον λεκτικής, ενδυματολογικής (και όχι μόνο) υπερβολής. Εκείνα τα χρόνια ήταν κάτι να δείξεις δύο ομοφυλόφιλους να είναι μαζί κάτω από τα ίδια κεραμίδια ή να τους βλέπεις να διαχειρίζονται σύνθετα θέματα όπως η πατρότητα, έστω και μ’ αυτόν τον κάπως γκροτέσκο τρόπο.

Αλλά σήμερα; Τι νόημα έχει ένα τέτοιο έργο το 2009; Ρωτήσαμε τον Γιάννη Μπέζο, έναν από τους πρωταγωνιστές της παραγωγής του «Παλλάς». Αλλά δεν μείναμε εκεί. Απευθυνθήκαμε σε τρία δημοφιλή γκέι μπλογκ, σε μια προσπάθεια να πιάσουμε επαφή με την πραγματική κοινωνία. Ταυτόχρονα, αφήσαμε το θέατρο για να δούμε τι συμβαίνει στην τηλεόραση, τον πλέον αντιπροσωπευτικό καθρέφτη της κοινωνικής εξέλιξης. Ειδικά στα αμερικανικά δίκτυα συντελείται μια μικρή επανάσταση. Οι γκέι χαρακτήρες είναι σχεδόν παντού· τόσο πολύ που το «θέμα» δεν είναι πια «θέμα». Οπως δηλαδή θα έπρεπε να συμβαίνει και στην «πραγματική» ζωή.

. Oι (γκέι) μπλόγκερ μιλάνε για τα κλισέ

ethan and the city

«Δεν μου αρέσει η συνεχής – μονοδιάστατη απεικόνιση των ομοφυλοφίλων ως καρικατούρες, που αν δεν απατώμαι χρησιμοποιείται στην πλειοψηφία των εγχώριων τηλεοπτικών – θεατρικών πραγμάτων, με μοναδικές εξαιρέσεις κάποιες σειρές του Παπακαλιάτη αλλά και το πιο πρόσφατο “Η Πολυκατοικία”. Ο τύπος του “λαμπερού” κραυγαλέου γκέι με την τσιριχτή φωνή, το ιδιαίτερο στυλ ντυσίματος και τη σχεδόν δραματική αντιμετώπιση των πραγμάτων σαφώς και υπάρχει ανάμεσά μας, χωρίς όμως να αποτελεί τον κανόνα. Πιστεύω πως η εμμονή των σκηνοθετών σε κλισέ που θέλουν μονίμως τον εν λόγω χαρακτήρα “φτερού” πηγάζει από δύο κύριους παράγοντες. Κατ’ αρχάς οτιδήποτε τραβηγμένο από τα μαλλιά κατά κάποιο τρόπο προκαλεί, αν όχι εκβιάζει, πιο εύκολα το γέλιο, κοινώς πουλάει περισσότερο. Επίσης αυτή η κραυγαλέα απεικόνιση του συγκεκριμένου χαρακτήρα ίσως συνιστά μικρότερη “απειλή” στα μάτια του φιλοθεάμονος κοινού, ένας ήρωας βουτηγμένος στην υπερβολή που δεν φέρει καμία σχέση με την πραγματικότητα, ένα χαριτωμένο παραμύθι που δεν τους αφορά. Ο ομοφυλόφιλος που παρουσιάζεται απλά και ρεαλιστικά ως άνθρωπος της διπλανής πόρτας, ένας άνθρωπος που προσεγγίζει τον περιβόητο μέσον όρο και θα μπορούσε εν δυνάμει να είναι γιος, αδερφός ή φίλος μας ενδεχομένως να προξενεί άβολα συναισθήματα στους θεατές. Πιστεύω πως έχουν γίνει κάποια βήματα, αλλά προσωπικά θα επιθυμούσα μεγαλύτερη ισορροπία, να μην προβάλλεται σχεδόν αποκλειστικά η μία πλευρά και φυσικά είναι θεμιτή η συμμετοχή ομοφυλόφιλων ηρώων σε έργα ευρείας αποδοχής».

Gay super hero

«Το ζητούμενο είναι κατά πόσο ένας δημιουργός μπορεί να βγάλει χιούμορ μέσα από την γκέι κατάσταση χωρίς να καταλήξει στις ευκολίες που του παρέχουν τα κλισέ και οι καρικατούρες. Το “Κλουβί με τις τρελές” παρέχει ακριβώς μια τέτοια χρυσή ευκαιρία. Πέρα από τα φτερά και τα πούπουλα –που είναι άλλωστε αναμενόμενα ως αισθητική στα προ–metrosexual και ντίσκο ’70s, οπότε και πρωτοπαρουσιάστηκε το έργο– η συγκεκριμένη παράσταση έχει στην καρδιά της το ζήτημα της ομογονεϊκότητας – δηλαδή της ανατροφής ενός παιδιού από ένα ζευγάρι του ίδιου φύλου. Αυτό είναι που κάνει το έργο τόσο πρωτοποριακό για τη δεκαετία του ’70 και τόσο επίκαιρο σήμερα.

Ο πυρήνας του έργου είναι η επιθυμία του γιου του γκέι ζευγαριού να παντρευτεί μια κοπέλα με θρήσκους, συντηρητικούς γονείς. Αντί λοιπόν να ρίχνουμε το βάρος στα φτερά και τα πούπουλα, θα μπορούσαμε να στρέψουμε τον χιουμοριστικό άξονα στη σύγκρουση ανάμεσα στην ασφυκτική, περίκλειστη και υπερπροστατευτική ελληνική οικογένεια και το νέο αίμα των διεκδικήσεων που είναι αναγκασμένη να αντιμετωπίσει. Οι θεατράνθρωποί μας έχουν αποδειχτεί εξαιρετικά ικανοί να εκμεταλλευτούν αυτή τη σύγκρουση με μεγάλη επιτυχία όταν πρόκειται για τους μετανάστες (π.χ. στο “Απόψε τρώμε στης Ιοκάστης” ή σε πολλές παραστάσεις των Ρέππα – Παπαθανασίου). Για ποιο λόγο δεν μπορούν να εκμεταλλευτούν το ίδιο γόνιμα την αντιπαράθεση ανάμεσα στις παραδοσιακές και τις νέες μορφές οικογένειας; “Turn the joke on them”, που θα έλεγαν και οι Αγγλοι. Μένει βέβαια να αποδειχτεί κατά πόσο το καλλιτεχνικό κατεστημένο της χώρας μας είναι το ίδιο ανέτοιμο, ανίκανο και αμήχανο να αντιμετωπίσει αυτά τα ζητήματα με το πολιτικό κατεστημένο…».

Το Aπέναντι Πεζοδρόμιο

« (Οι κωμωδίες με γκέι ήρωες, όπως το Κλουβί με τις τρελές, απευθύνονται στο μεγάλο κοινό, κατά τεκμήριο ετεροφυλοφιλικό και στην πλειοψηφία του ομοφυλοφοβικό. Όσο τίμιες και αγαθές κι αν είναι οι προθέσεις τους, το αποτέλεσμα παραμένει στην καλύτερη περίπτωση αμφίβολο. Τι προσλαμβάνει τελικά το κοινό; Διασκεδάζει με τους στερεοτυπικούς αποκλίνοντες χαρακτήρες και τις προβλέψιμες κωμικές καταστάσεις, που του επιβεβαιώνουν τα ετεροκανονικά του πρότυπα, ή βλέποντας και την άλλη πλευρά εξοικειώνεται με τη διαφορετικότητα και αντιλαμβάνεται τη σχετικότητα των καταστάσεων ανεξάρτητα από τον σεξουαλικό προσανατολισμό;)

Έχοντας δει όλα τα ανεβάσματα των σχετικών θεατρικών έργων στην Αθήνα μετά τη μεταπολίτευση, τείνω να απαντήσω με σχεδόν κατηγορηματικό τρόπο ότι η συνεισφορά αυτών των παραστάσεων στην ορατότητα των ομοφυλοφίλων είναι ελάχιστα θετική. Άλλωστε, μετά τις πρώτες μέρες, όπου μπορεί όντως να υπάρχει κάποια “άποψη”, όταν αρχίσει η προσέλευση των θεατών με τα εισιτήρια της Εργατικής Εστίας ή των συλλόγων, όλες καταλήγουν να μετατρέπονται σε “Δελφινάριο”.

Θυμάμαι, για παράδειγμα, το πρώτο ανέβασμα του “Κλουβιού με τις τρελές”. Βέβαια, τότε ήμουν σχετικά μικρός στην ηλικία και ίσως δεν μπορούσα να αξιολογήσω ακριβώς τα όσα συνέβαιναν επί σκηνής, θυμάμαι όμως ότι τα χλευαστικά γέλια και τα σχόλια των θεατών, η διάδραση της σκηνής με την πλατεία, μού δημιουργούσαν την επιθυμία να κρυφτώ κάτω από το κάθισμά μου, ν’ ανοίξει η γη να με καταπιεί. Μετά από τριάντα τόσα χρόνια η εφιαλτική εκείνη ανάμνηση με στοιχειώνει ακόμη.

Θα έλεγα ότι σε αυτές τις παραγωγές τη μεγαλύτερη ευθύνη για το πόσο αξιοπρεπώς θα ερμηνευθούν οι γκέι ρόλοι τη φέρουν οι ηθοποιοί. Αλλά επίσης και λιγότερο εμφανείς συντελεστές όπως ο μεταφραστής, ο ενδυματολόγος, ο σκηνογράφος κ.ά. Ας μην ξεχνάμε ότι το λιμπρέτο της μουσικής διασκευής του έργου στο Μπρόντγουεϊ το έγραψε ο Harvey Fierstein και τη μουσική ο Jerry Hermman, ομοφυλόφιλοι και οι δύο, και το τραγούδι τους «I am what I am» το διασκεύασε μετά σε disco η Γκλόρια Γκέινορ, για να γίνει ο ύμνος των απανταχού γκέι στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Όμως δεν φθάνει να κλείνουν κάποιες φορές το μάτι στους λίγους “μυημένους”. Το σημαντικό είναι να υπάρχει σεβασμός στην ανάγνωση σε πρώτο επίπεδο, εκείνη που προορίζεται για τους πολλούς. Κι εκεί, δυστυχώς, τον λόγο φαίνεται να τον έχει το ταμείο, με αποτέλεσμα μια ασφαλή αναπαραγωγή των στερεοτύπων, στο όριο της καρικατούρας, που κολακεύουν και επιβεβαιώνουν τους φοβικούς ή αλλιώς περιορισμένη μιντιακή προβολή, άδειες καρέκλες, θλίψη και κατήφεια. Δηλαδή, μια, έτσι κι αλλιώς, χαμένη μάχη, ακόμη και για εκείνους που θα ήθελαν να τη δώσουν».

. Καλώς ήρθατε στο τηλεοπτικό δίκτυο Gay Tv

Yπάρχει μια σκηνή στον πέμπτο κύκλο του Six Feet Under (Γραφείο Κηδειών Φίσερ), αδιανόητη για οποιαδήποτε τηλεόραση του κόσμου, μόλις λίγα χρόνια πίσω. Ο 35άρης συντηρητικός, ομοφυλόφιλος, συγκρατημένος συνήθως Ντέιβιντ Φίσερ ξεσπάει στον ετεροφυλόφιλο, ομοφοβικό συνεργάτη του Ρίκο Ντίαζ. «Εχω σύζυγο, Ρίκο, και δύο παιδιά. Πότε σκοπεύεις να συνειδητοποιήσεις ότι είμαι ένα ανθρώπινο ον ακριβώς σαν κι εσένα; Πότε; Ε, πότε;».

Ναι, κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι από τα χρόνια του ταλαίπωρου Στίβεν Κάρινγκτον, μάλιστα, της γνωστής «Δυναστείας», όταν σε πολύ πιο άγρια χρόνια, στα μέσα της δεκαετίας του ’80 και της δίνης του AIDS, προσπαθούσε να ψελλίσει στον φοβερό και τρομερό Μπλέικ Κάρινγκτον, τον τηλεοπτικό του πατέρα, ότι ναι, είναι ομοφυλόφιλος. Ήταν μια μικρή επανάσταση εκείνη την εποχή να αποτολμήσει ένα μαζικό προϊόν του prime time (ζώνη υψηλής θεαματικότητας), όπως ήταν η «Δυναστεία» να «πλασάρει» (και να «πουλήσει») στο κοινό της έναν ομοφυλόφιλο πρωταγωνιστή.

Το γκέι κοινό είναι υπολογίσιμη δύναμη στην διαφημιστική αγορά, γι’ αυτό και προσπαθούν να το «καλοπιάσουν» τα μεγάλα δίκτυα. Στο «Gossip Girl», ο αδελφός της Σιρίνα είναι ομοφυλόφιλος. Στο νεανικό «Will and Grace» ο Γουίλ είναι μεν ξεκάθαρα γκέι, με ελάχιστη «δράση» δε. Πού οι ρεαλιστικές ερωτικές σκηνές του Ντέβιντ στο «Six Feet Under», του ορθολογιστή, κυνικού δικηγόρου Κέβιν Γουόκερ στο «Brothers and Sisters» ή του δραστήρου Κάλβιν στο «Greek», διαδόχου του αλησμόνητου «Χτυποκάρδια στο Μπέβερλι Χιλς»; Ακόμα περισσότερο, υπάρχουν «στοχευμένες» σειρές που απευθύνονται σχεδόν αποκλειστικά στο γκει κοινό. Σ’ αυτήν την κατηγορία ανήκουν το «Queer as Folk» (για γκέι άντρες) και το «The L Word» για τα κορίτσια.

. Γιάννης Μπέζος: Επιφανειακή αποδοχή

O Γιάννης Μπέζος πριν σταδιοδρομήσει ως «πάτερ φαμίλιας» σε μερικά από τα πιο δημοφιλή σίριαλ της ελληνικής ιδιωτικής τηλεόρασης, είχε ταυτιστεί με τον ρόλο του γκέι συγκάτοικου του αείμνηστου Βλάση Μπονάτσου στους «Απαράδεκτους» της Δήμητρας Παπαδοπούλου. Εκείνος ο «Γιάννης», πολύ κοντά στο αρχέτυπο της «υστερικής αδελφής», έμοιαζε διαρκώς θυμωμένος και εκνευρισμένος, προφανώς λόγω «καταπίεσης» και περιορισμένης σεξουαλικής δραστηριότητας.

Σήμερα ο Γιάννης Μπέζος καλείται να ερμηνεύσει έναν πολύ διαφορετικό ρόλο: του ιδιοκτήτη μπαρ στο «Σεν Τροπέ», εκεί που κάνει (ντραγκ) σόου ο σύντροφός του. Επίσης, είναι πατέρας ενός νέου παιδιού από έναν προηγούμενο άτυχο γάμο, παιδί το οποίο ετοιμάζεται να παντρευτεί. «Δηλαδή, καμία απολύτως σχέση με τον τηλεοπτικό Γιάννη», ανακεφαλαιώνει. «Εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν άνθρωπο πιο λαϊκό και μεγαλύτερο σε ηλικία, ο οποίος επιπροσθέτως έχει να αντιμετωπίσει και ζητήματα πατρότητας. Ακόμα εδώ παρουσιάζεται μια σχέση, η σχέση ανάμεσα στους δύο αυτούς άντρες. Και η ματιά του έργου «βγάζει» τρυφερότητα και συγκίνηση». Οταν του επισημαίνουμε τη διαφορά στα ήθη ανάμεσα στη δεκαετία του ’70, όταν πρωτοπαρουσιάστηκε το έργο, το 1991 των «Απαράδεκτων» και το 2009, ο Γιάννης Μπέζος γίνεται αιχμηρός. «Μη νομίζετε ότι έχουν αλλάξει πολλά πράγματα κατά βάθος. Η αποδοχή των γκέι μου φαίνεται μάλλον επιφανειακή, υπάρχει σχεδόν πάντα μια δόση γραφικότητας, αν το παρατηρήσετε. Η κοινωνία μας αποδέχεται τους ομοφυλόφιλους με τον ίδιο τρόπο που “αποδέχεται” τα κατοικίδια ή τους μετανάστες. Δεν τους βάζει στην ίδια θέση γιατί τους φοβάται».

Πηγή: Καθημερινή, 1/3/2009, Του Δημήτρη Ρηγόπουλου
   
 
εισάγετε την κριτική σας
Η ιστορία μιας φωτογραφίας
νέο!
Ελευθεροτυπία, 1 Μαρτίου 2009, της Σταυρούλας Παπασπύρου

Μια άγνωστη εικόνα του Κ. Καβάφη, που δείχνει τον ποιητή σε νεαρή ηλικία, αποκαλύπτει ο συλλέκτης και ποινικολόγος Κώστας Κούτρας.

Πώς ήταν ο Καβάφης στα νιάτα του; Υπάρχουν φωτογραφίες του από την εποχή που ήταν παιδί, όπως κι άλλες, από στούντιο όλες τους, όπου εμφανίζεται σε μεγαλύτερη ηλικία. Ντοκουμέντα, ωστόσο, τα οποία ν' αποτυπώνουν τη μορφή του γύρω στα είκοσι δεν είχαν δημοσιευτεί έως τώρα. Εξ ου και η έκπληξη όσων βρέθηκαν, τις προάλλες, στο Σπίτι του Καβάφη στην Αλεξάνδρεια, με αφορμή τις εκδηλώσεις που οργάνωσε το παράρτημα του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού, όταν αντίκρισαν ένα άγνωστο νεανικό πορτρέτο του ποιητή, τυπωμένο σε πόστερ μεγάλων διαστάσεων.

Το πρωτότυπο της φωτογραφίας που δημοσιεύεται σήμερα στο «7» δεν προέρχεται από το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού, όπου και το Αρχείο Καβάφη. Βρίσκεται πάντα προστατευμένο στο οβάλ κάδρο με το κοίλο τζάμι που το κοσμεί εδώ κι έναν αιώνα, κι ανήκει στον ποινικολόγο Κώστα Κούτρα, μέλος της ελληνικής επιτροπής της Διεθνούς Αμνηστίας και πρόεδρο της οργάνωσης «Δικηγόροι χωρίς σύνορα». Εναν λάτρη της καβαφικής ποίησης, αλλά και παθιασμένο συλλέκτη που την έχει στην κατοχή του κοντά τριάντα χρόνια!

Οπως εξηγεί, «μου τη χάρισε το 1980 ο φίλος και κουμπάρος μου Κώστας Ζήβας, έμπορος αντικών που χάθηκε αργότερα σε τροχαίο, και του οποίου η υπαίθρια έκθεση στο Μαρούσι εξακολουθεί να λειτουργεί. Θυμάμαι ότι ρωτώντας για την προέλευση της φωτογραφίας, μου απάντησε πως την είχε προμηθευτεί στην Αθήνα μαζί με άλλα αντικείμενα στις αρχές της δεκαετίας του '50, από τους κληρονόμους μιας παλιάς οικογένειας της Κωνσταντινούπολης. Φυσικά, το ζήτημα της αυθεντικότητας είχε απασχολήσει και τον ίδιο. Είχε απευθυνθεί στον έμπειρο φωτογράφο Κούνιο, στο ειδικό κατάστημα κορνιζών της Λυμπεράκη, σε καβαφιστές όπως ο Γ. Π. Σαββίδης, κι είχε πειστεί πως ήταν γνήσια, τραβηγμένη στο τέλος του 19ου αιώνα σ' επαγγελματικό φωτογραφείο, μάλλον της Αλεξάνδρειας».

Αναζητώντας τα ίχνη του πορτρέτου

Ο Κ. Κούτρας κράτησε τη φωτογραφία στο δικηγορικό γραφείο του. «Δεν είχα καμιά διάθεση να τη βγάλω προς στα έξω, προτιμούσα να μην την αγγίξει κανείς», λέει. Μέχρι που τον Φεβρουάριο του 2007 τον επισκέφθηκε η γνωστή γλύπτρια Ασπασία Παπαδοπεράκη, δημιουργός, μεταξύ άλλων, της προτομής του ποιητή στο προξενείο της Αλεξάνδρειας και συγγραφέας της εξονυχιστικής μελέτης «Η μορφή του Καβάφη». Αποσβολωμένη μπροστά στη φωτογραφία και δίχως την παραμικρή αμφιβολία για την ταυτότητα του νεαρού άνδρα, η τελευταία ζήτησε από τον Κούτρα να της την παραχωρήσει προσωρινά, ώστε ν' ασχοληθεί κι η ίδια με την αξιολόγηση και τη μελλοντική προβολή της. Κάπως έτσι έφτασε και η μεγεθυμένη κόπια του πορτρέτου στο μουσείο της αλεξανδρινής οδού Λέψιους. Ομως, η Παπαδοπεράκη θεωρεί πως η φωτογράφιση δεν έγινε στην Αλεξάνδρεια, αλλά στην Κωνσταντινούπολη. «Διαφορετικά», λέει, «η φωτογραφία θα διασωζόταν στο αρχείο του ποιητή, δεν θα είχε παραπέσει».

Πράγματι, το 1882, μετά την εξέγερση στην Αλεξάνδρεια που κατέληξε στον βομβαρδισμό της πόλης από τον βρετανικό στόλο, η Χαρίκλεια Καβάφη και τα παιδιά της φεύγουν για την Κωνσταντινούπολη και φιλοξενούνται στο σπίτι του πατέρα της.

Εκεί αρχίζει να εκδηλώνεται κι ο ομοσεξουαλισμός του εικοσάχρονου τότε Κωνσταντίνου, όπως αναφέρουν η Μαρία Στασινοπούλου και ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος στο «Ο βίος και το έργο του Γ. Π. Καβάφη». Λέγεται, μάλιστα, ότι ο ίδιος έμενε σε δύο διαφορετικές συγγενικές οικογένειες που ζούσαν σε διαφορετικές γειτονιές και δεν είχαν αρμονικές σχέσεις μεταξύ τους, κι ότι εκμεταλλευόταν αυτήν την κατάσταση που του επέτρεπε να περνά δίχως έλεγχο έξω τις νύχτες του.

Φαίνεται πως ο Καβάφης επιθυμούσε τότε να γίνει πολιτικός ή δημοσιογράφος, αλλά ήδη από το 1884 αρχίζει να γράφει ποιήματα και πεζά, ενώ την ίδια χρονιά επιχειρεί να μεταφράσει ολόκληρο το «Πολύ κακό για το τίποτα» του Σέξπιρ. Χάρη στην αλληλογραφία που διατηρεί με φίλους από τη γενέτειρά του, ενημερώνεται για τις πολιτικές εξελίξεις, την επάνοδο των Ευρωπαίων στην Αίγυπτο και την εκ νέου άνθιση του εμπορίου, όπως και για τη δίψα για διασκέδαση που είχε ακολουθήσει μετά τον φόβο των βομβαρδισμών και των σφαγών. Ομως, στα δικά του γράμματα της εποχής, δεν λέει κουβέντα για τα προσωπικά του.

Ο Κ. Κούτρας και η Α. Παπαδοπεράκη αναμένουν τώρα τις επίσημες τοποθετήσεις των μελετητών. Οι επόμενες δικές τους κινήσεις, πάντως, δεν σχετίζονται με αυτό το «πολύ σημαντικό ντουκουμέντο», σύμφωνα και με τον Δ. Δασκαλόπουλο. Στόχος τους είναι η δημιουργία ενός συλλόγου που θα προωθήσει την ιδέα της αγοράς από το ελληνικό Δημόσιο του κτιρίου όπου στεγάζεται το Σπίτι του Καβάφη, συγκεντρώνοντας από ιδιώτες όσο το δυνατόν περισσότερα χρήματα γι' αυτόν τον σκοπό.

Πηγή: Ελευθεροτυπία, 1 Μαρτίου 2009, της Σταυρούλας Παπασπύρου
   
 
εισάγετε την κριτική σας
«Εχασα τον εαυτό μου»
νέο!
Ελευθεροτυπία, 1 Μαρτίου 2009, του Λουκά Κάτσικα

Ο Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν μοιάζει λίγο βραδυκίνητος το μεσημέρι της συνάντησής μας. Μ' ένα φλιτζάνι καφέ ανά χείρας βολεύεται σε μια πολυθρόνα και σε αφήνει διακριτικά να καταλάβεις ότι δεν του είναι εύκολο να δώσει εξηγήσεις για μια ταινία τόσο εγκεφαλική και κρυπτική, όσο η εκκεντρική δημιουργία του Τσάρλι Κάουφμαν, που θα δούμε σε λίγες μέρες και στην Αθήνα.

Υποδυόμενος ένα θεατρικό σκηνοθέτη που αγωνίζεται να βάλει σε μια τάξη την οικογενειακή ζωή και τις φοβίες του, την ίδια στιγμή που επιχειρεί να μεταφέρει στο σανίδι ένα μεγαλειώδες αυτοβιογραφικό έργο, ο Χόφμαν παραδέχεται ότι, στην πορεία των γυρισμάτων, χρειάστηκε και ο ίδιος να αποκρυπτογραφήσει πολλές από τις σημασίες που προσπάθησε να χωρέσει ο Κάουφμαν στο «Η συνεκδοχή της Νέας Υόρκης».

«Είναι φυσιολογικό για τον οποιονδήποτε να αφήσει πίσω του την ταινία φορτωμένος ερωτήματα», πιστεύει ο ηθοποιός. «Η "Συνεκδοχή" είναι ένα από εκείνα τα φιλμ που χρειάζεται να ξαναδείς ακόμη μία ή δύο φορές».

- Ο μεσήλικας άντρας που υποδύεστε στην ταινία κατατρύχεται από ένα διαρκές δημιουργικό άγχος. Αντιλαμβάνεστε στη δική σας καθημερινότητα ένα τέτοιο άγχος;

«Υπάρχει ένας φόβος που είναι οικείος σε όλους τους ηθοποιούς. Είναι ο φόβος του τι σου επιφυλάσσει το μέλλον όταν η καριέρα σου βρίσκεται σε ευνοϊκό σημείο και όλα πηγαίνουν καλά. Σε πιάνει άγχος μήπως η τύχη σταματήσει ξαφνικά να σου χαμογελά και χρειαστεί να αγωνιάς για το επόμενο επαγγελματικό σου βήμα. Οταν ήμουν νεότερος και περισσότερο παρορμητικός, πρέπει να πω ότι δεν άφηνα περιθώρια στον εαυτό μου για τέτοιες σκέψεις. Μεγαλώνοντας, δεν μπορείς να αρνηθείς μια κάποια ανασφάλεια...».

- Σε δηλώσεις σας που έχω διαβάσει στο παρελθόν συγκρίνετε τη διαδικασία της υποκριτικής με κάτι αγχώδες και δύσκολο, όμοιο ίσως με την εμπειρία που βιώνει ο ήρωάς σας στην ταινία με τη διαδικασία της σκηνοθεσίας. Εξακολουθείτε να αισθάνεστε έτσι;

«Ναι, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η ηθοποιία δεν αποτελεί για μένα μια απολαυστική εμπειρία. Από τη στιγμή, όμως, που σου δίνεται ένα κομμάτι τέχνης απέναντι στο οποίο αγωνίζεσαι να αντεπεξέλθεις, η δουλειά σου απαιτεί πλήρη δέσμευση».

- Οι περισσότεροι συνάδελφοί σας θεωρούν ένα Οσκαρ ως αποκορύφωμα της καριέρας τους...

«Δεν θα αποκαλούσα το Οσκαρ που μου δόθηκε για το "Τρούμαν Καπότε" ως την αιχμή της καριέρας μου. Είμαι ασφαλώς ευγνώμων που το απέκτησα, όπως είμαι ευγνώμων για οτιδήποτε βοηθά να ανοίξουν κάποιες παραπάνω πόρτες για σένα ή να σε εμπιστευτούν μερικοί επιπλέον άνθρωποι. Υπάρχει, όμως, κάτι σημαντικό, που θεωρώ ότι έχασα οριστικά από τη στιγμή που βραβεύτηκα κι αυτό είναι η ανωνυμία μου. Περπατάς στο δρόμο και διαπιστώνεις ξαφνικά ότι ολοένα και περισσότερα βλέμματα καρφώνονται επάνω σου. Πηγαίνεις για φαγητό σε κάποιο εστιατόριο και από το απέναντι τραπέζι αντιλαμβάνεσαι να σε κοιτάζουν επίμονα, σαν να πιστεύουν ότι τους χρωστάς κάτι. Χωρίς να μου φαίνονται δυσάρεστες τέτοιες εκδηλώσεις -ευτυχώς οι περισσότεροι άνθρωποι είναι πολύ ευγενείς μαζί μου-, δεν παύουν να μου προκαλούν εντύπωση».

- Δεν είναι μέρος της δουλειάς σας το να είναι κανείς διάσημος;

«Φυσικά. Απλώς μοιάζει λίγο αλλόκοτο να γίνεσαι από τη μια μέρα στη άλλη ο άνθρωπος τον οποίο όλοι αναγνωρίζουν. Νομίζω ότι μέρος της δουλειάς που έχεις ως ηθοποιός είναι το να μην αφήνεις τον κόσμο να γνωρίζει πολλά πράγματα για σένα. Οταν κανείς δεν γνωρίζει τι κάνεις στην πραγματική σου ζωή, με ποια γυναίκα βγήκες, αν παντρεύτηκες ή χώρισες, τότε παραμένεις ένα άγραφο χαρτί πάνω στο οποίο μπορεί καθένας θεατής να γράψει οτιδήποτε επιθυμεί. Τα πράγματα που μαθαίνει ο κόσμος για την καθημερινότητά σου είναι αναπόφευκτο να τα προβάλλει και στους ρόλους που ερμηνεύεις. Τόσο που, από ένα σημείο και έπειτα, παύεις να είσαι ο χαρακτήρας που ενσαρκώνεις».

- Οταν ολοκληρώνετε μια ταινία, πόσο δύσκολο είναι να αφήσετε οριστικά πίσω σας τον χαρακτήρα που υποδυθήκατε σε αυτήν;

«Μου είναι πολύ εύκολο. Οταν ξεμπερδεύω με κάτι, το θεωρώ λήξαν. Προχωρώ ακάθεκτος στο επόμενο πράγμα, σαν να μην συνέβη τίποτα πριν. Είναι ακριβώς όπως συμβαίνει στη ζωή. Προχωρείς και κοιτάζεις ελάχιστα πίσω».

Πηγή: Ελευθεροτυπία, 1 Μαρτίου 2009, του Λουκά Κάτσικα
   
 
εισάγετε την κριτική σας
Ο Ιάπωνας Αγιος Σεβαστιανός
νέο!
Το Βήμα, 1 Μαρτίου 2009, της Λώρη Κέζα

Η ζωή και το έργο του γνωστότερου πεζογράφου της Ιαπωνίας, το όνομα του οποίου σημαίνει «χιόνι». Το αποφασιστικό ταξίδι του στην Ελλάδα το 1952, η ομοφυλοφιλία, η γοητεία της στρατιωτικής πειθαρχίας και η αυτοκτονία

Οταν, το 1952, ο Γιούκιο Μισίμα ταξίδεψε στην Ελλάδα διατύπωσε το εξής θεώρημα για την Κλασική εποχή: «Τα αρχαία χρόνια δεν είχε υπάρξει πνευματικότητα (μια παράδοξη φυσική συνέπεια του χριστιανισμού), υπήρχε όμως ισορροπία ανάμεσα στο σώμα και στο πνεύμα. Είχε σταθεί εξαιρετικά εύκολο για τους αρχαίους Ελληνες να χάσουν την ισορροπία τους και η ίδια η προσπάθεια που απαιτούνταν για τη διατήρηση της ευστάθειας τους είχε βοηθήσει να δημιουργήσουν το κάλλος.

Η τραγωδία, στην οποία οι θεοί τιμωρούσαν ανεξαιρέτως την αλαζονεία, είχε ως στόχο να κατανοήσουν οι άνθρωποι πώς να διατηρούν μια ισορροπία». Γνωρίζουμε το πεδίο στο οποίο αναφέρεται ο Μισίμα αλλά μάλλον δεν είναι ευκρινές αυτό που θέλει να πει.

Τούτο ίσως προκύπτει από τις μεταφραστικές αποστάσεις (όλα τα βιβλία του έχουν αποδοθεί από ενδιάμεση γλώσσα στα ελληνικά). Ισως πάλι να υπάρχουν δυσκολίες στη συνάντηση δύο διαφορετικών τρόπων σκέψης. Πάντως ο ίδιος, όταν ξαναδιάβασε την παράγραφο, σημείωσε: «Η ερμηνεία μου ενδεχομένως να ήταν λανθασμένη, αυτή όμως ήταν η Ελλάδα την οποία χρειαζόμουν».

Η κατανόηση του ιαπωνικού τρόπου σκέψης είναι δύσκολο εγχείρημα. Στη βιογραφία Γιούκιο Μισίμα.Η ζωή και ο θάνατός του υπάρχει έμπειρος ξεναγός. Ο Χένρυ Σκοτ Στόουκς, έμπειρος δημοσιογράφος (γενν. 1938), έζησε επί μακρόν στην Ιαπωνία και εργάστηκε ως ανταποκριτής σε εφημερίδες όπως «Τhe Νew Υork Τimes»,«Τhe Financial Τimes» και «Τhe London Τimes». Ζει στο Τόκιο. Γνώριζε προσωπικά τον Μισίμα, ο οποίος καλλιεργούσε συστηματικά τις σχέσεις του με τον ξένο Τύπο, έχοντας το πλεονέκτημα της γνώσης των αγγλικών. Ο Χένρυ Σκοτ Στόουκς ακολούθησε τον ιάπωνα συγγραφέα σε στρατιωτικές ασκήσεις στο όρος Φούτζι και ήταν παρών στην ομιλία που προηγήθηκε της αυτοκτονίας. Επιπλέον είναι γνώστης του έργου του Μισίμα (που αριθμεί περί τους 100 τίτλους) αλλά στη βιογραφία χρησιμοποιεί τμήματα από λίγα βιβλία, εκείνα που θεωρεί τα καλύτερα. Για τον βιογράφο δεν υπάρχουν δυσκολίες καθώς ο Μισίμα ήταν πρόσωπο που ήθελε να δημοσιοποιεί το καθετί για την ύπαρξή του. Τα αυτοβιογραφικά κείμενα είναι και πολλά και αποκαλυπτικά.

Οικογενειακή παράδοση

Ο Μισίμα, γεννημένος με το όνομα Κιμιτάκε Χιραόκα στις 14 Ιανου αρίου 1925, προοριζόταν, από τον πατέρα του, για θέση κρατικού λειτουργού. Αυτό απαιτούσε η οικογενειακή παράδοση. Εκείνος, όμως, από τότε που θυμάται τον εαυτό του, έφτιαχνε ιστορίες και από την παιδική ηλικία άρχισε να γράφει. Δημοσίευε από τα μαθητικά χρόνια. Σίγουρα στη διαμόρφωση του ταλέντου του συνέβαλε η αυταρχική γιαγιά του, η οποία τον άρπαξε από τη μάνα του από 19 ημερών για να τον μεγαλώσει εκείνη. Παρ΄ ότι μόνο ένας όροφος τον χώριζε από τους γονείς και τα αδέλφια του, δεν κατάφερε να ξεφύγει ποτέ από το νοσηρό κλίμα των πρώτων χρόνων. Ζούσε με μια άρρωστη γριά, η οποία δεν άνοιγε τα παράθυρα, και κοιμόταν δίπλα της ως την αρχή της εφηβείας του με τη διαρκή εντολή να μην κάνει φασαρία, να μην τρέχει, γενικώς να μην είναι παιδί. Οταν η κατάσταση της υγείας της έφθασε στο απροχώρητο, επέστρεψε στους δικούς του και δεν είναι παράξενο που ερωτεύτηκε τη νιότη και την ομορφιά της μάνας του. Ως διά μαγείας, μακριά από τη σκοτεινιά της γιαγιάς, έπαψε να είναι φιλάσθενος. Παρέμεινε ένας καχεκτικός έφηβος, κάτι που τονιζόταν από τις συναναστροφές του: έκανε πάντα παρέα με μεγαλύτερα αγόρια, από τον κύκλο του λογοτεχνικού περιοδικού του σχολείου. Τον αποδέχονταν γιατί θαύμαζαν τα κείμενά του.

Παρ΄ ότι ο Γιούκιο Μισίμα συναναστρεφόταν τους λογίους του σχολείου, το μάτι του έπεφτε στον πιο γυμνασμένο, το αγόρι που είχε τις καλύτερες επιδόσεις στο μονόζυγο. Το γυμνασμένο σώμα τού έγινε εμμονή και στη δεκαετία του ΄50 είχε πλέον καταφέρει να έχει μια αξιοθαύμαστη κορμοστασιά χάρη στο μπόντι μπίλντινγκ, το οποίο δεν άφησε ποτέ. Ακόμη και στα ταξίδια του έβρισκε τον τρόπο να κρατά δυνατό το σώμα του. Στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του Εξομολογήσεις μιας μάσκας μιλάει ευθαρσώς για τη σεξουαλική έλξη για τον συμμαθητή του. Στα δεκατέσσερα ανυπομονούσε να ζεστάνει ο καιρός: «Σίγουρα το καλοκαίρι, σκέφτηκα, θα φέρει μαζί του την ευκαιρία να δω το γυμνό του σώμα. Επίσης έτρεφα ενδόμυχα μία ακόμη πιο ντροπαλή επιθυμία. Και αυτή ήταν να δω το “μεγάλο πράμα” του». Ο ερωτισμός του Γιούκιο Μισίμα είχε μια βίαιη και άρρωστη πλευρά: του άρεσε η πρόσμειξη εικόνων θανάτου, βίας, αίματος και σεξ. Δεν είναι τυχαίο, όπως αναφέρει ο ίδιος, ότι αυνανίστηκε πρώτη φορά κοιτάζοντας τον Αγιο Σεβαστιανό, ζωγραφισμένο από τον Γκουίντο Ρένι. Είκοσι πέντε χρόνια αργότερα πόζαρε για έναν φωτογράφο ως Αγιος Σεβαστιανός.

Μυστική ταυτότητα Ο Μισίμα δημοσίευσε το πρώτο του έργο το 1941, σε ηλικία 16 ετών: «Το Ηanazakari no Μori (Ολάνθιστο δάσος) δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο περιοδικό “Βungei Βunka”, την επιμέλεια του οποίου είχε ο δάσκαλός του Σομίζου. Με το Ηanazakari no Μori άνθησε για πρώτη φορά το ταλέντο του Μισίμα. Φανέρωνε χαρίσματα στη γλώσσα- έγραφε σε πλούσια, ρομαντικά ιαπωνικά-, κάτι το οποίο κατέπληξε τους μεγαλυτέρους του. Ο Ζενμέι Χασούντα, καθηγητής γυμνασίου και φίλος του Σιμίζου, σχολίασε: Ο συγγραφέας του Ηanazakari no Μori είναι πολύ νεαρός. Επιθυμούμε να κρατήσουμε μυστική για λίγο την ταυτότητά του... Ο νεαρός συγγραφέας είναι το ευλογημένο τέκνο της αρχαίας ιστορίας». Αμέσως ο έφηβος αποφάσισε να διαλέξει ένα ψευδώνυμο. Μισίμα είναι η πόλη που έχει την καλύτερη θέα στο χιονισμένο Φίτζι και βρίσκεται ανάμεσα στο όρος και στη θάλασσα. Το «Γιούκιο» επινοήθηκε από τη λέξη «χιόνι», «γιούκιο». Ο πατέρας του, ο οποίος δεν έπαψε ποτέ να τον μέμφεται για τη λογοτεχνική σταδιοδρομία, είπε κάποτε ότι το ψευδώνυμο προέκυψε από το χαζολόγημα στον τηλεφωνικό κατάλογο.

Ο Γιούκιο Μισίμα έδειχνε πάντοτε τα γραπτά του στη μητέρα του. Ηταν η πρώτη αναγνώστρια και μάλιστα τα πρώτα χρόνια καθόταν δίπλα του - μέχρι που έφυγε για το δικό του σπίτι. Εκείνη την εποχή στην Ιαπωνία συνηθιζόταν να παντρεύονται στα 20. Ο Μισίμα στα 33 του παρέμενε ανύπαντρος και, αν αποφάσισε να προχωρήσει σε γάμο, ήταν για να δώσει χαρά στη μητέρα του, στην οποία διέγνωσαν εσφαλμένα καρκίνο το 1958. Διάλεξε την κόρη ενός ζωγράφου, τη Γιόκο Σιγκουγιάμα, η οποία ήταν τέσσερα χρόνια νεότερη και πέντε πόντους κοντύτερη (1,55 μ.). Απέκτησαν δύο παιδιά. Στον γάμο είχε ζητήσει από τον Γιασουνάρι Καουαμπάτα να είναι ο baishaku-nin (κουμπάρος της σιντοϊστικής τελετής). Ο εξαιρετικός συγγραφέας ήταν ο προστάτης του νεαρού συγγραφέα από τα πρώτα του βήματα. Είχε γράψει όταν κυκλοφόρησαν οι Εξομολογήσεις μιας μάσκας: «Το ώριμο ταλέντο του Μισίμα με έχει καταπλήξει. Την ίδια στιγμή όμως αυτό είναι που με ενοχλεί. Η πρωτοτυπία του δεν είναι εύκολα κατανοητή. Ορισμένοι, κρίνοντας από το έργο, μπορεί να νομίζουν ότι ο Μισίμα είναι άτρωτος. Αλλοι θα καταλάβουν ότι έχει βαθιές πληγές». Μία από τις πληγές που απέκτησε αργότερα ήταν ότι ο Καουαμπάτα προτιμήθηκε από τη Σουηδική Ακαδημία, ενώ ο παγκόσμιος Τύπος συστηματικά έγραφε ότι το Νομπέλ θα το πάρει ο Μισίμα.

Το αντι-ζέν σπίτι

Με τον γάμο του ο Μισίμα αποφάσισε να χτίσει ένα «αντι-ζέν σπίτι». Το διακόσμησε με αντίγραφα βικτωριανών επίπλων, ελαιογραφίες με κλασικά θέματα και βαριές κουρτίνες. Για τον κήπο κράτησε το καλύτερο: ένα τεράστιο άγαλμα του Απόλλωνα με την επιγραφή «Το ποταπό σύμβολό μου για τη λογική». Οι Ιάπωνες θεωρούσαν το σπίτι εντελώς κακόγουστο και οι ξένοι παράξενο. Με τον ίδιο προσωπικό τρόπο προσέγγιζε οτιδήποτε δυτικό. Το βιβλίο του Δίψα για έρωτα το έγραψε, λέει, επηρεασμένος από τον Φρανσουά Μοριάκ, ενώ έχει γράψει θεατρικό βασισμένο στη «Μήδεια» του Ευριπίδη. Εχει ενδιαφέρον να αναζητήσει κανείς την επίδραση. Πάντως είναι σαφές ότι ο Γιούκιο Μισίμα υπήρξε ο διασημότερος Ιάπωνας στον πλανήτη για δεκαετίες επειδή ταξίδευε πολύ και έκανε διαλέξεις και παρουσιάσεις στην Αμερική και στην Ευρώπη σε μια εποχή όπου όλοι οι υπόλοιποι ήταν κλεισμένοι στο καβούκι τους. Επίσης στον κατάλογο των βιβλίων του υπάρχουν πολλές επιλογές καλών βιβλίων (έγραφε δύο - τρία τον χρόνο και κάποια είναι αριστουργήματα).

Ο Γιούκιο Μισίμα, παρά την αγάπη του για τον δυτικό τρόπο ζωής, κάποια στιγμή αποφάσισε να γίνει υπερασπιστής της «ιαπωνικότητας», φθάνοντας μάλιστα στο σημείο να ιδρύσει τον προσωπικό στρατό του, τον Τατενοκάι. Την ημέρα που αυτοκτόνησε τους κάλεσε μαζί με αξιωματικούς του στρατού και έβγαλε έναν έξαλλο λόγο για την υπεράσπιση της πατρίδας. Ηταν το 1970. Ο ίδιος είχε ανακαλύψει τις αξίες της Απω Ανατολής, αλλά ο κόσμος ήταν μάλλον αδιάφορος. Αφού το πλήθος των αξιωματικών τον γιουχάισε, προχώρησε σε αυτό που είχε ήδη κανονίσει: σεπούκου (χαρακίρι). Ο ίδιος έσυρε το στιλέτο στην κοιλιά του και ο εραστής του τον αποκεφάλισε.

Πηγή: Το Βήμα, 1 Μαρτίου 2009, της Λώρη Κέζα
   
 
εισάγετε την κριτική σας
Η θυμωμένη επιστροφή του Μόρισεϊ
νέο!
Καθημερινή, 28.2.2009, του Σπύρου Γιαννακόπουλου

Στο νέο δίσκο του «Years of Refusal» ακολουθεί την ίδια συνταγή που τον έκανε σύμβολο μιας ολόκληρης γενιάς

Πρώτες στιγμές του «Years of Refusal», η κιθάρα μπαίνει αγριεμένη, τα τύμπανα ξεσπούν αμέσως, ο Morrissey με περίσσιο λυρισμό τραγουδάει «I’m Doing Very Well…» και από τα πρώτα λίγα λεπτά του δίσκου γίνεται αισθητή η διάθεση του Irish Blood, English Heart καλλιτέχνη να αποδώσει με φρέσκο ύφος έναν μοντέρνο δίσκο που να διατηρεί τις μνήμες του παρελθόντος χωρίς όμως να το αναμασά. Το «Years of Refusal» είναι το 10ο σόλο άλμπουμ του Morrissey που φαίνεται πως τον πνίγει το άδικο, πως ζει ξανά τα θυελλώδη του νιάτα και έχει όρεξη να φωνάξει.

Ο Μοζ ακολουθεί την ίδια, πολυμαγειρεμένη συνταγή στην οποία ορκίστηκαν οι φαν του και βάση της οποίας έγινε σύμβολο και παντιέρα.

Γρήγορες και σκληρές κιθάρες, δυνατά τύμπανα και σπαραχτικοί λυγμοί σε περιποιημένα, δραματικά στιχάκια, κάπως περισσότερη οργή και θυμός και βέβαια πολλή ζωντάνια και πάθος όπως τότε στην εποχή των Smiths που εμφανιζόταν επί σκηνής με γλαδιόλες στην πίσω τσέπη. Οι Smiths ήταν οι ουσιαστικά ο Στίβεν Πάτρικ Μόρισεϊ και ο Τζόνι Μαρ. Ο Morrissey στους στίχους και ο Marr στις κιθάρες ήταν ένα από τα πιο παραγωγικά δίδυμα που η μεταξύ τους χημεία είχε σαν αποτέλεσμα ένα μουσικό «μπαμ» που αποτέλεσε τη μαγιά για τη μετέπειτα άνθηση της βρετανικής κιθαριστικής ποπ ροκ.

Οι λογοτεχνικοί, ποιητικοί στίχοι του Morrissey έσφαζαν με το μπαμπάκι. Με χιούμορ, οξυδέρκεια και μια γερή δόση από τον ρομαντικό λυρισμό του Oscar Wilde, μία από τις μεγαλύτερες επιρροές του Morrissey, η κοινωνική αποξένωση, οι σκιαγραφήσεις ολέθριων σχέσεων, τα σπίτια σαν φυλακή, οι μοναχικές βραδιές σε μίζερα club και η αντιπάθεια για την ανιαρή ντίσκο μουσική αποτυπώνονταν στα τραγούδια των Smiths που ο Marr φρόντιζε να ντύσει με στυλάτες κιθάρες και ποπ ορέξεις.

Το 1983 κυκλοφόρησε το πρώτο single της μπάντας «Hand In Glove», ένα ερωτικό τραγούδι με έμμεσες αναφορές για την ομοφυλοφιλία που προκάλεσε αίσθηση στην underground σκηνή της Αγγλίας και το 1984 το ντεμπούτο άλμπουμ τους με τίτλο το όνομα της μπάντας. Οι στίχοι άγγιζαν τους νέους και οι περίτεχνες κιθαριστικές ενορχηστρώσεις της μπάντας κέρδισαν το κοινό που είχε αρχίσει να μπουχτίζει από τα συνθεσάιζερ των ’80s. Η πορεία των Smiths ήταν εκρηκτική αλλά μικρή. Η μπάντα κέρδιζε συνεχώς πιστούς και έγινε σύμβολο μιας γενιάς.

Η εναντίωση του Morrissey κατά της Θάτσερ, η επιμονή του για τη χορτοφαγία, η εμμονή του για τα δικαιώματα των ζώων (από εκεί ο τίτλος του δίσκου «meat is murder» του 1985) και η απορία του κόσμου για τις σεξουαλικές του προτιμήσεις, τράβηξε τα βλέμματα των ΜΜΕ πάνω του τα οποία φάνηκε να χειρίζεται με δεξιοτεχνία, θέτοντας ένα πέπλο μυστηρίου στο image του και πετυχαίνοντας δημοτικότητα για την μπάντα. Ομως οι σχέσεις Marr και Morrissey χάλασαν και το 1987, αφού ηχογράφησαν το «Stran-geways Here, Here We Come», τα κεφάλια Smiths πήραν διαζύγιο αφήνοντας όμως μια βαρυσήμαντη μουσική κληρονομιά στα χνάρια της οποίας πάτησε πολύ κόσμος (Blur, Oasis, Suede, Pulp κ.ά.)

Ο Morrissey συνεχίζει σόλο με το «Viva Hate» του 1988, τίτλος αναφορά στο διαζύγιο των Smiths. Τη δεκαετία του ’90, στον απόηχο των Smiths και της παλιάς του αίγλης, κερδίζει δημοτικότητα στην Αμερική και βγάζει καλούς δίσκους, με καλύτερή του στιγμή το «Yours Arsenal» του 1992.

Μετά όμως το «Maladjusted» του 1997 εξαφανίζεται για να επιστρέψει 7 χρόνια αργότερα σε νέο label και με ύφος βασιλιά που ήρθε να σηκώσει ξανά το σκήπτρο που του έλειψε και να κάτσει ξανά στον θρόνο που του ανήκει. Από το 2004 μέχρι σήμερα μετράει τρεις ενδιαφέροντες στούντιο δίσκους (συμπεριλαμβανομένου του «Years of Refusal»), έναν live δίσκο ηχογραφημένο στο Earl’s Court του Λονδίνου και το περσινό best of.

Η αρχή στο δημιουργικό κρεσέντο που βρίσκεται ο Morrissey τα τελευταία χρόνια ήταν το «You Are The Quarry» του 2004, όπου χωρίς πολλές φανφάρες και τυμπανοκρουσίες υπενθύμισε ότι δεν ξέχασε την τέχνη του και είναι ακόμη ικανός να κάνει καλή μουσική. Το 2006 στο «Ringleader of the Tornado» συνεχίζει το καλό του σερί, με έναν καλοδουλεμένο δίσκο όπου ο Tony Visconti, γνωστός για τη δουλειά του με τον David Bowie, συμμετείχε στην παραγωγή του και ο Ennio Morricone στην ενορχήστρωση του επικού «Dear God Please Help Me».

Περιοδεία το καλοκαίρι

Τώρα ο Morrissey αγριεύει. Στο καινούργιο «Years of Refusal» τρίζει τα δόντια του και σκληραίνει το ύφος του. Το καλοκαίρι που θα περιοδεύει προωθώντας τον δίσκο του θα έχει πατήσει τα 50, στο μικρόφωνο όμως θα φωνάζει σαν τα νέα εφήμερα συγκροτήματα, στην προσπάθεια (ίσως) να συμβαδίσει με την εποχή. Οπως και να ’χει, οι απανταχού πάρα πολλοί φαν του, θα καταναλώσουν μανιωδώς τα νέα του τραγούδια, θα αποστηθίσουν τους στίχους του, θα τρέξουν να βρεθούν πρώτη σειρά στις συναυλίες του και θα του πετούν γλαδιόλες. Γι’ αυτό που θυμίζει.

Πηγή: Καθημερινή, 28.2.2009, του Σπύρου Γιαννακόπουλου

   
 
εισάγετε την κριτική σας
Ιππότης - τραβεστί για την Γκιλέμ
νέο!
Ελευθεροτυπία, 23.2.09, Ν. Χατζηαντωνίου

Ο Γάλλος ιππότης Ντ' Εόν έζησε τον 18ο αιώνα. Εξαίρετος ξιφομάχος, υπηρέτησε ως διπλωμάτης και μυστικός πράκτορας του γαλλικού στρατού επί Λουδοβίκου 15ου. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής του με γυναικεία περιβολή. Επισήμως, ήταν η απαραίτητη μεταμφίεση ενός κατασκόπου, που τα λεπτά φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά του τού επέτρεπαν να περνάει για γυναίκα. Ανεπισήμως ο ιππότης Ντ' Εόν υπήρξε ένας συνειδητοποιημένος τραβεστί, με άδοξο τέλος: όταν το δικαστήριο διέταξε την ατιμωτική του αποστράτευση, πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του στο Λονδίνο, ως «αξιοθέατο» σε γυναικεία σαλόνια, εξασφαλίζοντας την επιβίωσή του με επιδείξεις ξιφομαχίας.

Η ζωή του Ντ' Εόν υπήρξε για καιρό, διαβάζουμε στον «Γκάρντιαν», εμμονή του Καναδού πρωτοποριακού σκηνοθέτη Ρομπέρ Λεπάζ -τον γνωρίσαμε στη Θεσσαλονίκη το 2007, όταν ήρθε για να παραλάβει το Ευρωπαϊκό Βραβείο Θεάτρου. Η Σιλβί Γκιλέμ εκστασιασμένη από τη δουλειά του στη λυρική αναπαράσταση της ζωής του Αντερσεν, του πρότεινε να συνεργαστούν, και η εμμονή του επανενεργοποιήθηκε.

Η τολμηρή παράσταση «Εοναγκάτα» επιχειρεί να ανιχνεύσει τις ομοιότητες της ζωής του Γάλλου ιππότη μ'αυτή των Ιαπώνων «Ονογκάτα», ανδρών ηθοποιών του «Καμπούκι» που ειδικεύονταν στους γυναικείους ρόλους. Είναι ένα μικτό θέαμα που συνδυάζει τον μοντέρνο χορό με το καμπούκι, το θέατρο και την ξιφομαχία. Κάνει πρεμιέρα την Πέμπτη στο «Sadler's Wells», στο Λονδίνο, με την καθοριστική συμβολή δύο ακόμα διάσημων δημιουργών: του χορογράφου και συνεργάτη της Γκιλέμ, Ράσελ Μάλιφαντ (τους είχαμε δει μαζί στο Ηρώδειο το 2006) και του σχεδιαστή μόδας Αλεξάντερ ΜακΚουίν, που ανέλαβε τα κοστούμια.

Ο Λεπάζ δεν περιορίζεται στη σκηνοθεσία. Μαζί με τον Μάλιφαντ και την Γκιλέμ ενσαρκώνουν διαδοχικά τον παράδοξο ιππότη. Ο χορογράφος, «που έχει μια απαλότητα», ανέλαβε τα νεανικά του χρόνια. Η Γκιλέμ, «δυνατή, αθλητική και με κάπως αρρενωπή ενέργεια», τον μεσήλικα ιππότη. Και ο Λεπάζ, τα τελευταία, τραγικά χρόνια της ζωής του.

Η συνεργασία τους υπήρξε ανοιχτή. Αν η Γκιλέμ ήθελε να μιλά, ο Λεπάζ να χορογραφεί κι ο Μάλιφαντ να ξιφομαχεί, ήταν ελεύθεροι να το κάνουν. Η προετοιμασία της παράστασης εξώθησε ωστόσο και τους τρεις στα όριά τους. Η τεχνική με την οποία είχε μάθει να δουλεύει ο ένας, προσέκρουε στις συνήθειες του άλλου. Το εγχείρημα κινδύνεψε να τιναχτεί στον αέρα. «Δεν μπορούσα να εμβαθύνω στο χορευτικό υλικό όσο θα ήθελα», λέει ο Μάλιφαντ. «Δεν ήξερα πώς να κατανοήσω τα πράγματα σωματικά. Οι χορευτές θέλουν όλα να τα δοκιμάζουν ξανά και ξανά. Εγώ επέμενα να προχωρήσουμε στην επόμενη σκηνή», συμπληρώνει ο Λεπάζ.

Και τότε έφτασαν τα κοστούμια του ΜακΚουίν ως από μηχανής θεοί υπέρ της... συμφιλίωσης και της οριστικής διαμόρφωσης του έργου. «Μ' ενδιέφερε η σκοτεινή πλευρά του μυαλού του, η μελαγχολία του, ειδικά από τη στιγμή που ο ιππότης γίνεται μαριονέτα για την ψυχαγωγία κυριών», εξηγεί ο ΜακΚουίν. Εφοδίασε τους τρεις πρωταγωνιστές με μια κοινή ολόσωμη φόρμα στο χρώμα του δέρματος -με ενίσχυση στους γοφούς για τον Μάλιφαντ και στην περιοχή της ήβης για την Γκιλέμ. Σχεδίασε, επίσης, πρωτότυπα κοστούμια με στοιχεία από την αυλή του Λουδοβίκου, το καμπούκι, αλλά κι από τον 21ο αιώνα. Περιλαμβάνουν από στρατιωτικά τζάκετ μέχρι κιμονό, αλλά και την καγκελωτή κατασκευή που έμπαινε κάτω από το κρινολίνο. Ο Μάλιφαντ και η Γκιλέμ συνηθισμένοι στα άνετα κοστούμια του χορού έπρεπε να μάθουν να κινούνται με αυτά, που είχαν αυτόνομη κίνηση και την ομορφιά γλυπτών.

Οταν ξεπέρασαν κι αυτό το πρόβλημα, όλα ήταν έτοιμα. Τώρα πια ο Μάλιφαντ μπορεί να εξυμνεί «την κοινή μας αισθητική», ο Λεπάζ να μιλά για «πληρότητα και ευδαιμονία» και η Γκιλέμ, που υποδέχεται το 44ο έτος της ηλικίας της, να επινοεί πάλι τον εαυτό της μέσω πιο θεατρικών μορφών θεάματος. *

Πηγή: Ελευθεροτυπία, 23.2.09, Ν. Χατζηαντωνίου

   
 
εισάγετε την κριτική σας
 
ΠΟΛΥΧΡΩΜΟΣ ΠΛΑΝΗΤΗΣ - COLOURFUL PLANET: Ε. Αντωνιάδου 6, Πεδίον Άρεως ΑΘΗΝΑ Τ.Κ. 10434 - Τηλ. 210 8826600, 8826605 Fax 210 8826898
Πίσω Πάνω

powered by Marinet
copyright © 2004
Marinet Web design and development