::: ΠΟΛΥΧΡΩΜΟΣ ΠΛΑΝΗΤΗΣ - COLOURFUL PLANET - ΕΚΔΟΣΕΙΣ - ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ::::::....
 
 
 
Εκδόσεις Πολύχρωμος Πλανήτης- Οι εκδόσεις μας
Gay Λογοτεχνία
Λεσβιακή Λογοτεχνία - Ποίηση
Τρανς Λογοτεχνία
LGBT Θέατρο - Κινηματογράφος - Τέχνες
LGBT Μελέτες- Δοκίμια
Λογοτεχνικά Χρονικά
Ποίηση
Αστυνομική λογοτεχνία
Photobooks
Κόμικ
Ημερολόγια
Περιοδικά
Οι Σελιδοδείκτες μας
Υπό Έκδοση
Βιβλιοπωλείο Πολύχρωμος Πλανήτης
Gay Λογοτεχνία
Gay Ποίηση
Gay Σεξουαλικότητα
Λεσβιακή Λογοτεχνία - Ποίηση
Transsexual Λογοτεχνία - Ποίηση
LGBT Θέατρο - Κινηματογράφος - Τέχνες
LGBT Δοκίμια - Βιογραφίες - Μαρτυρίες
Σεξουαλικότητα
BDSM Λογοτεχνία
Γενική Λογοτεχνία
Γκραβούρες
Παιδική λογοτεχνία
Συγγραφείς
Έλληνες Συγγραφείς
Ξένοι Συγγραφείς
Ξενόγλωσσα Βιβλία
Lesbian books
Gay Books
Transsexual Books
LGBT Books
Ταξιδιωτικοί Οδηγοί - Gay & Lesbian Guides
Spartacus Guides
Damron Guides(NEW)
Photobooks - Comics
Gmunder Gay Photobooks
Goliath Gay Photobooks
Art Books - Λευκώματα Τέχνης
Taschen Books
FotoFactory Gay Photobooks
Other Gay Photobooks
Lesbian Photobooks
Bel Ami Productions
Comic Gay Photobooks
Ralf Koenig Comics
Transsexual Photobooks
BDSM PHOTOBOOKS
Postcards
Ημερολόγια - Calendars 2011
Lesbian Calendars 2011
DVD
Gay DVD
Lesbian DVD
Transsexual DVD
Queer as Folk USA Series
Μουσικά DVD
Queer as Folk British Series
Six feet under - Γραφείο κηδειών Φίσερ
The L-Word
DVD Γενικού Ενδιαφέροντος
Comic DVD's
Gay Τηλεοπτικές Σειρές
Erotic Gay DVD
Bel Ami DVD's
K. Bjorn DVD's
RASCAL DVD's
Μουσικά CD
Ελληνική Μουσική
Soundtrack Ταινιών
Rainbow Είδη Δώρων
Σημαίες
Lesbian T-shirts
Βραχιόλια
Καρφίτσες
Mousepad
Αυτοκόλλητα
Πετσέτες
Ποτήρια - Κούπες
Βεντάλιες
Πορτοφόλια
Καπέλα
Ανοιχτήρια- Μπρελόκ
Rainbow κουκλάκια
ΛΕΣΒΙΑΚΕΣ ΚΑΡΤΕΣ
GAY ΚΑΡΤΕΣ
Φωτιστικά
Κηροπήγια
Άλατα-Καλλυντικά
ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ - ΤΥΠΟΣ
Λογοτεχνικά Περιοδικά
Ελληνικός LGBT Tύπος - Περιοδικά
Ξενόγλωσσος LGBT Tύπος - Περιοδικά
Ερωτικά Gay Περιοδικά
Πίνακες Ζωγραφικής
Gay Πίνακες
Λεσβιακοί Πίνακες
Αφιερώματα σε Gay, Λεσβίες, Transsexual Συγραφείς - Ποιητές - Καλλιτέχνες
Άλαν Χόλινγκχερστ
Πατρίτσια Χάισμιθ
Γουίλιαμ Μπάροουζ
R.W. Fassbinder
Λογοτεχνικός Διαγωνισμός
Διαγωνισμός Ποίησης 06-07
Διαγωνισμός Διηγήματος 2005
Λογοτεχνικές Εκδηλώσεις
Φωτογραφίες Εκδηλώσεων Πολύχρωμου Πλανήτη
Λογοτεχνικές Βραδιές
Συζητήσεις - Ομιλίες
Παρουσιάσεις νέων βιβλίων
LGBT Ειδήσεις - Δελτία Τύπου - Άρθρα
***HEADLINE NEWS***
Πολύχρωμες Ειδήσεις
LGBT ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΝΕΑ - ΤΕΧΝΕΣ
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
Δελτία Τύπου
Άρθρα
Τι έγραψε ο Τύπος για μας
Το σκίτσο της εβδομάδας
Clips - videos
Athens Pride 2007-Photos
Athens Pride 2008 - Videos
Τα LGBT σύμβολα
*** Σαν Σήμερα ***
LGBT People in History
Ιανουάριος
Φεβρουάριος
Μάρτιος
Απρίλιος
Μάιος
Ιούνιος
Ιούλιος
Αύγουστος
Σεπτέμβριος
Οκτώβριος
Νοέμβριος
Δεκέμβριος
Banners
Banners
 
Newsletter
Παρακαλούμε εισάγετε το e-mail σας αν θέλετε να καταχωρηθείτε στην λίστα αλληλογραφίας για να ενημερώνεστε μέσω e-mail για τις δραστηριότητές μας.
 
Νέες κυκλοφορίες >> LGBT Ξ›ΞŸΞ“ΞŸΞ€Ξ•Ξ§ΞΞ™ΞšΞ‘ ΝΕΑ - ΀ΕΧΝΕΣ
 
«Poetix» για την ποίηση
νέο!
Ελευθεροτυπία, 27.3.09, του Βασίλη Καλαμάρα

Ενα νέο εξαμηνιαίο περιοδικό αποκλειστικά για την ποίηση ζητεί την προσοχή των αναγνωστών.

Ονομάζεται «Poetix», που σημαίνει ποιητική και συναποτελείται από δύο λέξεις, poet και ix. Σύμφωνα με τον διευθυντή του, ποιητή Ντίνο Σιώτη, «σημαίνουν και συμβολίζουν τον άγνωστο ποιητή, ο οποίος κάπου εκεί έξω, μακριά από το αθηναϊκό κράτος της ποίησης, μακριά από το τετράγωνο Ομόνοια - Σύνταγμα - Κολωνάκι - Εξάρχεια, στη Δράμα ή στο Ζάγκρεμπ, στη Βαγδάτη ή στην Μπογκοτά, στο Τόκιο ή στη Νέα Υόρκη ακούει τον παλμό των πραγμάτων, αφουγκράζεται τον ρυθμό της Ιστορίας αλλά και της εποχής του, ακούει το σφυγμό της μνήμης και του αίματός του μεταπλάθοντάς τον σε ποίηση». Διευθύντρια σύνταξης είναι η φιλόλογος Ειρήνη Δάγλα-Πολίτη, την επιμέλεια έχει αναλάβει ο συγγραφέας Κυριάκος Αθανασιάδης και τον σχεδιασμό η Μαρία Ζαχαριουδάκη («Gutenberg»). Η ετήσια συνδρομή ανέρχεται σε 34 ευρώ (εσωτερικού) και 68 ευρώ (εξωτερικού).

Ο Ντίνος Σιώτης κατά την παρουσίαση του πρώτου τεύχους εκτίμησε ότι η ποίηση «είναι απαξιωμένη τις τελευταίες δεκαετίες από τα ΜΜΕ, όμως με λίγα και σωστά μέτρα μπορεί να επανέλθει στη δημόσια συζήτηση και να κερδίσει την αγάπη του κοινού».

Στη συνέχεια τόνισε ότι το νέο περιοδικό «καλωσορίζει την ανατρεπτική φύση της ποίησης και θα έχει πάντα χώρο για άγνωστους ποιητές δίπλα στις δοκιμασμένες φωνές». Στο πρώτο τεύχος συνεργάζονται οι Νάνος Βαλαωρίτης, Γιάννης Βαρβέρης, Νατάσα Χατζιδάκι, Σωτήρης Κακίσης, Χρίστος Ρουμελιωτάκης, Θανάσης Τριαρίδης, Γιάννης Ευσταθιάδης και Λιάνα Σακελλίου. Από τις ξένες φωνές ξεχωρίζουν οι ποιητές: ο σερβικής καταγωγής Αμερικανός Τσαρλς Σίμικ, ο Κροάτης Νταμίρ Σόνταν, ο Κουβανός Ρομπέρτο Φερνάνδες Ρεταμάρ, ο Αμερικανός Τσαρλς Ράιτ.

Πηγή: Ελευθεροτυπία, 27.3.09, του Βασίλη Καλαμάρα

   
 
εισάγετε την κριτική σας
Το φονικό δεν ήταν μόνο ένα...
νέο!
Ελευθεροτυπία, 28.3.09, του Δημήτρη Γκιώνη

«...Σκότωσαν τον Φεντερίκο/ με το γλυκοχάραμα/ Το απόσπασμα των φονιάδων/ δεν τόλμησε να τον κοιτάξει κατά πρόσωπο», έγραψε ο Αντόνιο Ματσάδο όταν έμαθε τη δολοφονία του φίλου και ομοτέχνου του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα (19 Αυγούστου 1936), σ' ένα εκτενές ποίημά του με τίτλο «Το φονικό». Δυόμισι χρόνια αργότερα τον ακολουθούσε στο θάνατο, θύμα επίσης του φασισμού -όπως και τόσοι άλλοι άλλωστε.

Εβδομήντα χρόνια από την επιβολή της δικτατορίας του Φράνκο (που κράτησε ώς το 1975), να μνημονεύσουμε τον μείζονα αυτόν Ισπανό ποιητή-επίσης 70 χρόνια από το θάνατό του- με αποσπάσματα από ένα ανέκδοτο κείμενο με τίτλο «Αντόνιο Ματσάδο: Ο εκφραστής του ισπανικού εθνικού διχασμού», που μας παραχώρησε η Μεξικανή ελληνίστρια συγγραφέας και μεταφράστρια Γουαδελούπε Φλόρες Λιέρα.

Ο διχασμός

«Η πτώση της Καταλονίας τον Ιανουάριο του 1939 σήμανε την ήττα της Β' Δημοκρατίας από τις δυνάμεις του εθνικιστικού πραξικοπήματος του στρατηγού Φράνκο. Τις επόμενες μέρες μισό εκατομμύριο κόσμος, το πρώτο κύμα των εξόριστων, εγκαταλείπουν άρον άρον τη χώρα με προορισμό τη Γαλλία. Ανάμεσά τους ο ποιητής Αντόνιο Ματσάδο, πιθανώς ο καλύτερος εκπρόσωπος της ισπανικής ποίησης τον εικοστό αιώνα.

Η πορεία του Ματσάδο και η τραγική διάσταση που σφράγισε το τέλος της ζωής του απεικονίζουν στο έπακρο τον εθνικό διχασμό που οδήγησε την Ισπανία στο σπαραγμό του εμφυλίου πολέμου.

Οταν ξέσπασε ο πόλεμος δεν δίστασε να ταχθεί με το μέρος των Δημοκρατικών. Με την κατάρρευση του μετώπου του Εβρου, που σήμανε την αρχή της ήττας των δημοκρατικών δυνάμεων και την επικράτηση των πραξικοπηματιών, πήρε το δρόμο της εξορίας. Στην απέναντι όχθη, πίσω στην Ισπανία, ο αδελφός του Μανουέλ, με τον οποίο είχε συνεργαστεί και συνυπογράψει πολλά θεατρικά έργα, είχε προσχωρήσει στις φασιστικές ορδές του Φράνκο, υπέρ των οποίων έγραφε διθυράμβους...

Ο Αντόνιο Ματσάδο γεννήθηκε στη Σεβίλη το 1875 και σπούδασε στην "Ελεύθερη Εκπαιδευτική Σχολή". Χάρη στο πρόγραμμα αυτού του επαναστατικού εκπαιδευτικού μοντέλου, έζησε στη Γαλλία, περιηγήθηκε την Ισπανία και απέκτησε εμπειρίες που διαμόρφωσαν την αρχική ποιητική του σκέψη, κάνοντάς τον να στραφεί στην παράδοση και στα χειροπιαστά προβλήματα της χώρας του. Ζούσε διδάσκοντας γαλλικά. Το 1927 ανακηρύχτηκε μέλος της Ισπανικής Ακαδημίας. Θεωρείται ο καλύτερος εκφραστής της περίφημης "γενιάς του '98", ανακαινιστής του ποιητικού λόγου και δάσκαλος της "γενιάς του '27".

Ζούσε στη Μαδρίτη όταν ξέσπασε ο εμφύλιος. Ακολουθώντας τη συμβουλή φίλων, διέφυγε στη Βαλένθια, απ' όπου έγραφε λόγους και μανιφέστα, αρθρογραφούσε και δημοσίευε ποιήματα σε έντυπα που υπερασπίζονταν τη δημοκρατία. Οταν η έδρα της δημοκρατικής κυβέρνησης μεταφέρθηκε στη Βαρκελώνη, την ακολούθησε. Με την κατάρρευση και της Καταλονίας αποφάσισε να ακολουθήσει το δρόμο της εξορίας.

Ο θάνατος

Τρεις μέρες πριν από την είσοδο των στρατευμάτων του Φράνκο στη Βαρκελώνη, ο Ματσάδο, κουβαλώντας στην πλάτη την υπέργηρη μάνα του, εγκατέλειψε την πόλη. Στα σύνορα με τη Γαλλία το χάος που είχε δημιουργηθεί από οχήματα και πρόσφυγες τους ανάγκασε να αφήσουν τις αποσκευές τους και να συνεχίσουν με τα πόδια, "ανάλαφροι χωρίς αποσκευές / σχεδόν γυμνοί, σαν τα παιδιά της θάλασσας", είχε πει σε ένα ποίημά του(...)

Με τη βοήθεια φίλων φτάνουν στην Κολιούρ. Τους οδηγούν σ' ένα ξενοδοχείο ασφυκτικά γεμάτο από πρόσφυγες. Με κλονισμένη την υγεία από τις σωματικές και ηθικές κακουχίες, βαριά άρρωστος από πνευμονία, χαροπάλεψε δυο μέρες, ώσπου πέθανε στις 22 Φεβρουαρίου 1939. Τρεις μέρες αργότερα τον ακολούθησε η μητέρα του.

Αναμφισβήτητα, ο διχασμός που σφράγισε τους αδελφούς Ματσάδο, που την κρίσιμη στιγμή ακολούθησουν αντίθετους δρόμους, καθρεφτίζει τον διχασμό της ίδιας της Ισπανίας μπροστά στις αλλαγές που προσπάθησε να εφαρμόσει η Β' Δημοκρατία. Ο πόλεμος ανάμεσα στις δυο Ισπανίες "...μιας Ισπανίας που πεθαίνει / και μιας Ισπανίας που χασμουριέται", με τα δικά του, πάλι, λόγια, του εκσυγχρονισμού από τη μια, και εκείνης του στρατού και της εκκλησίας από την άλλη, έληξε με την επικράτηση της δεύτερης (...).

Τον Ματσάδο, ποιητή "όλο αίστημα και αρμονία", είχε παρουσιάσει στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό ο Νίκος Καζαντζάκης, σε ανύποπτο χρόνο, τον Μάιο του 1933, από τις σελίδες του περιοδικού "Ο Κύκλος". Τα άρθρα που δημοσίευσε, με άλλους έντεκα ποιητές που ανακάλυψε, ανθολόγησε και μετέφρασε για πρώτη φορά στην ελληνική γλώσσα, αποτέλεσαν την «Ανθολογία Ισπανικής Λυρικής Ποίησής» του. Παρ' όλο που το υλικό αυτό συγκεντρώθηκε και οργανώθηκε για δίγλωσση έκδοση πριν από δύο χρόνια, για άγνωστους λόγους οι "Εκδόσεις Ελένης Ν. Καζαντζάκη" δεν έχουν προχωρήσει στην έκδοσή του». *

Πηγή: Ελευθεροτυπία, 28.3.09, του Δημήτρη Γκιώνη

   
 
εισάγετε την κριτική σας
«...προτιμούσε τη γυναίκα να κάθεται πάνω του»
νέο!
Τα Νέα, 28.3.09, Γιάννης Παπαθεοδώρου

Στην ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας κανένα άλλο κίνημα, ρεύμα ή «πρωτοπορία δεν έχει συνδεθεί τόσο πολύ με την έννοια της σεξουαλικότητας όσο ο υπερρεαλισμό. Το αρχείο του Αντρέ Μπρετόν – ανέκδοτο έως τώρα στα ελληνικά ξανανοίγει τη συζήτηση.

«Συνεχίζονται». Με αυτή τη φράση τέλειωνε η δημοσίευση των δύο πρώτων «ερευνών» γύρω από τη σεξουαλικότητα στο περιοδικό La r volution surrealiste, (τχ. 11, 15 Μαρτίου 1928). Τη ματαιωμένη «συνέχεια» εκείνης της έρευνας μπορούμε να τη μάθουμε επιτέλους σήμερα με τη δημοσίευση των δώδεκα χειρογράφων «διαλόγων», που βρέθηκαν στο αρχείο του Αντρέ Μπρετόν. Πρόκειται για τα «πρακτικά» των συναντήσεων ανάμεσα σε μια γνωστή πλειάδα Γάλλων υπερρεαλιστών, στο διάστημα 1928-1932.

Τα ονόματά τους είναι πλέον μυθικά: Αντρέ Μπρετόν, Πολ Ελιάρ, Λουί Αραγκόν, Ζακ Πρεβέρ, Ιβ Τανγκί, Μαν Ρέι, Μαξ Ερνστ, Ζορζ Σαντούλ, Αντονέν Αρτό κ.ά. Στην όγδοη, ένατη και δωδέκατη συζήτηση (1930-1932) η ανδροκρατούμενη ώς τότε παρέα εμπλουτίζεται με τη συμμετοχή επτά γυναικών. Στις δώδεκα συναντήσεις που σώζονται, ο συνολικός αριθμός των συμμετεχόντων είναι γύρω στους σαράντα, με εναλλασσόμενα αλλά και πιο σταθερά πρόσωπα. Το μοντέλο της συζήτησης, πιστό στις αρχές του σουρεαλιστικού «αυτοματισμού», ακολουθεί φαινομενικά τον τύπο της ομαδικής ελεύθερης ανάπτυξης ερωτημάτων γύρω από τη σεξουαλικότητα, χωρίς να λείπουν, βέβαια, ελιγμοί, εγωκεντρικές στάσεις, αποσιωπήσεις, στρατηγικές απόκρυψης και αυτολογοκρισίας στον λόγο των πρωταγωνιστών.

Η διερεύνηση της σεξουαλικότητας για τους σουρεαλιστές δεν ήταν απλώς μια πηγή καλλιτεχνικής έμπνευσης ούτε μια άσκηση πάνω στον ερωτικό πειραματισμό των ατόμων. Πριν και πάνω απ΄ όλα, η σε ξουαλικότητα ήταν ο πυρήνας που ένωνε το νήμα της ζωής με το νόημα της τέχνης, την καλλιτεχνική έκφραση με τη δράση της πολιτικής, την αισθητική πρωτοπορία με την κοινωνική χειραφέτηση. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε πως, την ίδια περίπου περίοδο, η φροϋδική ψυχανάλυση είχε ήδη φέρει τη σεξουαλικότητα στο προσκήνιο της επιστημονικής συζήτησης, κλονίζοντας τα θεμέλια της αστικής ηθικής. Το σεξ ήταν ήδη κάτι πολύ παραπάνω από μια ερωτική δραστηριότητα: σηματοδοτούσε ένα νεωτερικό αίτημα για τη γνώση των ίδιων των κοινωνικών υποκειμένων.

Στα χρόνια του Μεσοπολέμου η σεξουαλικότητα έμπαινε σε ένα πεδίο παρατήρησης αντιστρέφοντας την παλαιότερη «ομολογία» της ενοχής. Μέσα από την καινούργια επιστημονική συλλογιστική, τα πάντα μπορούσαν πλέον να ειπωθούν «ελεύθερα» με την αναδρομή στις αναμνήσεις, τον συνειρμό, τη φαντασίωση, το όνειρο, την καλλιτεχνική δημιουργία.

Αν προσέξει κανείς τη διεξαγωγή της συζήτησης των σουρεαλιστών, θα διακρίνει αμέσως πως πίσω από το πιεστικό ερωτηματολόγιο των συζητήσεων κρύβεται ένας ολόκληρος κόσμος προτιμήσεων και απαγορεύσεων. Πότε έχασες την παρθενιά σου; Τι γνώμη έχεις για την ομοφυλοφιλία, ποιες είναι οι ερωτικές στάσεις που σε ικανοποιούν περισσότερο, τι πιστεύεις για την επιδειξιμανία, έχεις προσπαθήσει να πετύχεις ταυτόχρονο οργασμό με τη σύντροφό σου, επιτρέπεις στη γυναίκα να αγγίξει το όργανό σου όταν δεν είναι ορθωμένο, πλένεσαι πάντα αφού κάνεις έρωτα, θα μπορούσες να δεσμευτείς σε ένα αποκλειστικό πρόγραμμα πεολειξίας ή σοδομισμού; Οι απαντήσεις πάλι, είναι εξίσου ενδεικτικές: Ο Ρεϊμόν Κενό προτιμά τη «σκυλίσια στάση και το εξήντα εννέα», ο Αντρέ Μπρετόν «τη γυναίκα να κάθεται πάνω του», ο Λουί Αραγκόν ερεθίζεται «με τη σκέψη του γυναικείου οργασμού», ο Ιβ Τανγκί σκέφτεται ότι ο βιασμός είναι «πολύ καλός», η Σιμόν Βιόν αυνανίζεται διαβάζοντας βιβλία («ποτέ ερωτικού περιεχομένου»), o Μαρσέλ Ντιαμέλ προτιμάει να φιλάει «τα γυναικεία στήθη», ο Μπενζαμέν Περέ «τα αυτιά και τα στήθη», ενώ ο Ζακ Πρεβέρ «τον πισινό». Όλες οι σεξουαλικές πρακτικές και οι φαντασιώσεις (οργασμός, αυνανισμός, πεολειξία, ομαδικό σεξ, ομοφυλοφιλία, κτηνοβασία, σοδομισμός, φετιχισμός, αιμομιξία, παιδοφιλία, πορνεία, νεκροφιλία, βίτσια, διαστροφές κ.λπ.) εκτίθενται με τη μορφή μιας ταξινόμησης που παραπέμπει σε ένα μάλλον ανακριτικό «κατάλογο» ερωτήσεων, όπως το απαιτεί η νεωτερική γνώση της σεξουαλικότητας.

Πηγή: Τα Νέα, 28.3.09, Γιάννης Παπαθεοδώρου

   
 
εισάγετε την κριτική σας
Στίχοι σαν ημερολόγιο
νέο!
Ελευθεροτυπία, 19.3.08, της Κατερίνας Σχινά

Μαρίνα Τσβετάγιεβα
Μια ζωή μέσα στη φωτιά Εξομολογήσεις
παρουσίαση: Τσβετάν Τοντόροφ
μτφρ.: Μάρω Κάτσικα, Ανδριάννα Χαχλά
Βιβλιοπωλείον της Εστίας, εστία ιδεών, σ. 915, 39,31 ευρώ

Οχι, εδώ δεν έχουμε βιογραφία• έχουμε τη ζωή να κρυσταλλώνεται σε γραφή. Ζωή παλλόμενη σαν χορδή, ζωή ανοιχτή πληγή, ζεστή, ασπαίρουσα -ή αλλιώς «ρόδι που σπάει για την Περσεφόνη», όπως ο στίχος της. Η Μαρίνα Τσβετάγιεβα, «φλεγόμενη», καθώς τη θέλει ο Τσβετάν Τοντόροφ που υπογράφει τον εκτενή πρόλογο στις «Εξομολογήσεις» της, έζησε και έγραψε όντας «σε συνεχή επαφή με το απόλυτο». Κι έζησε την πιο δύσκολη ζωή: είδε τον άντρα της να εκτελείται την εποχή των μεγάλων σταλινικών εκκαθαρίσεων, τους φίλους και τους εραστές της να χάνονται, τα παιδιά της να πεθαίνουν. Γνώρισε την οδυνηρή μετάβαση από τη μεγαλοαστική συνθήκη της καλλιεργημένης της οικογένειας (ο πατέρας της ήταν καθηγητής Καλών Τεχνών στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας και ιδρυτής του Μουσείου Πούσκιν και η μητέρα της διακεκριμένη πιανίστρια) στη φοβερή ανέχεια των μετεπαναστατικών χρόνων, την ηθική, πνευματική και τέλος, φυσική εξόντωση που επιφύλαξε το ολοκληρωτικό καθεστώς σε τόσους Ρώσους ποιητές. Πώς θα μπορούσε να την αποφύγει; Εκείνη ήταν «μια ανεξάντλητη πηγή αίρεσης»• «ακόμη κι αν δεν υπάρχει η αίρεση, την εφευρίσκω», έγραψε. «Μέσα στην αταξία των επίγειων πραγμάτων, εγώ είμαι η αταξία των πραγμάτων». Η πυρίτιδα που υπονομεύει κάθε παγιωμένη μορφή, το εκρηκτικό που δυναμιτίζει κάθε βεβαιότητα.

Η Τσβετάγιεβα το ήξερε: δεν χωρούσε σε καμία μορφή, σε κανένα καλούπι. Τα μακροσκελή ποιητικά της δράματα, τα σύντομα στιχουργήματα, οι σελίδες επί σελίδων με στοχασμούς και περιγραφές της καθημερινής ζωής τον πρώτο καιρό του σοβιετικού πειράματος, αλλά και αργότερα, τις μέρες της αγωνίας και της απελπισίας -ένας ασθματικός λόγος γεμάτος παύλες, ρευστός, κατακερματισμένος, όπως και ο κόσμος της- μετεωρίζονται ανάμεσα στην ποίηση και την πρόζα, την κραυγή και τον ψίθυρο: «Οι στίχοι μου είναι ένα ημερολόγιο, η ποίησή μου μια ποίηση των κύριων ονομάτων». Ο ίδιος ο εαυτός της είναι μετέωρος: δεν χωράει στην καθημερινότητα, μια και η ποιήτρια αδυνατεί, όπως λέει ο Τοντόροφ, «να εγκαθιδρύσει μεταβατικά στάδια μεταξύ τού είναι και της ύπαρξης». Η Τσβετάγιεβα δεν μπορεί να συσχετίσει το καθημερινό με το υψηλό, δεν καταφέρνει να αντέξει, ομολογεί ανενδοίαστα (και, με το μέτρο του σοβιετικού καθεστώτος, «αντεπαναστατικά») την «κατηγορηματική αποστροφή» της για τη ζωή - από τα δεκαεννιά της κιόλας χρόνια, εξάλλου, σε επιστολή της προς τον ποιητή, κριτικό και ζωγράφο Μαξιμίλιαν Βολοσίν έχει καταγράψει τη «δυσπιστία της για την αληθινή ζωή». Ο μόνος τρόπος όπου μπορεί πραγματικά να κατοικήσει είναι η «Ψυχή» της, ενδιαίτημα εσωτερικότητας, πληρότητας, χαράς και οδύνης - «αρρώστια αθεράπευτη».

Αυτή η αυτογνωσία, αυτή η οξυδερκής αποτίμηση ενός «πυρπολημένου» εαυτού, συνιστά την ουσία της ποίησης και της ζωής της Τσβετάγιεβα. «Η τραγικότητά της δεν ήταν ακριβώς προϊόν της εμπειρίας», έγραψε ο νομπελίστας ποιητής Γιόζεφ Μπρόντσκι, μέγας θαυμαστής της. «Η εμπειρία της απλώς ανταποκρίθηκε σ' αυτήν, σαν ηχώ». Ποιήτρια των άκρων -όπου το άκρο δεν είναι τόσο το τέλος ενός κόσμου όσο η αρχή ενός άγνωστου- φωνή κουρντισμένη στο ψηλότερο ρεζίστρο, στο «ψηλότερο ντο της οκτάβας», καθώς έλεγε γι' αυτήν η άλλη μεγάλη σύγχρονή της, η Αννα Αχμάτοβα, η Τσβετάγιεβα μία μόνο μέριμνα φαίνεται να έχει: την αποβολή του επιφανειακού, τον εξοστρακισμό του προφανούς• μια μέριμνα που από μόνη της είναι η πρώτη κραυγή της ποίησης - η αρχή της επικυριαρχίας της ουσίας επί της ύπαρξης, η πηγή της τραγικής συνείδησης. «Φιλόσοφο της δυσφορίας» την αποκαλεί ο Μπρόντσκι: το έργο της δεν είναι μια απολογία οριακών καταστάσεων, όσο μιας ύπαρξης που ακροβατεί στο χείλος του γκρεμού.

Διαβάζοντας τις «Εξομολογήσεις» της Μαρίνας Τσβετάγιεβα στην ωραία μετάφραση της Μάρως Κάτσικα, αφουγκράζεται κανείς τον απελπισμένο μονόλογο μιας γυναίκας που μιλάει μόνη, γιατί δεν υπάρχει κανείς να την ακούσει. Ο ομιλητής στο έργο της είναι και ο ακροατής• ανεξάντλητος ο πρώτος, πρόθυμα ευήκοος ο δεύτερος. Ξεχειλίζει ο λόγος αυτής της ικανής για «αέναη συγκίνηση» γυναίκας, που δεν διστάζει να ξεδιπλώσει τις πιο άσχημες πλευρές της καθημερινότητας, ενώ ταυτόχρονα αίρεται πάνω απ' αυτές, διψασμένη για ομορφιά, δοσμένη στο όνειρο που «ποτέ δεν κάνει λάθος», πεινασμένη για αγάπη, για ταύτιση, για την ανέφικτη (πόση επίγνωση έχει αυτής της δυστυχίας!) συγχώνευση των εραστών: «Εσύ είναι εγώ + η δυνατότητα να αγαπήσω τον εαυτό μου». Αλλά στο τέλος του δρόμου δεν υπάρχει παρά η ερωτική διάψευση («Η φιλία στέκει, η αγάπη πλαγιάζει») και η αδυνατότητα να δοθείς ολοκληρωτικά σε πάθη αντικρουόμενα: «Η δημιουργία και η δυνατότητα να αγαπήσεις είναι ασυμβίβαστα. Ζεις είτε εδώ είτε εκεί».

Ταυτόχρονα, οι «Εξομολογήσεις» της Μαρίνας είναι μια σειρά διαδοχικών, οδυνηρών συναντήσεων με την Ιστορία. Από την προεπαναστατική και τη μετεπαναστατική Ρωσία, στη Γερμανία και στην Τσεχοσλοβακία, στη Γαλλία, στην ΕΣΣΔ, η Τσβετάγιεβα σέρνει ανάμεσα στους σταθμούς του αδιάκοπου φευγιού της το τραγικό της πεπρωμένο, μέχρι την τελειωτική της συντριβή. Δεν τη σηκώνει ο τόπος, η ιστορική στιγμή. Ηδη από τα 1932, αυτοεξόριστη στη Γαλλία, είχε γράψει «τροβαδούρος της Επανάστασης και επαναστατικός ποιητής δεν είναι το ίδιο», διαπιστώνοντας με αξιοθαύμαστη διαύγεια: «Η πολιτική εντολή (όποια κι αν είναι) προς έναν ποιητή, είναι εντολή σταλμένη σε λάθος παραλήπτη• δεν είναι εντολή του χρόνου, γιατί ο χρόνος επιτάσσει χωρίς μεσάζοντες. Είναι εντολή της επικαιρότητας, όχι εντολή της νεωτερικότητας». Κι έτσι, το 1941, εντέλως αθωράκιστη, «γδαρμένη ζωντανή», ανίκανη ν' αντέξει, όπως θα σημειώσει ο πολυαγαπημένος της γιος Μουρ, «τη λάσπη, την ασχήμια, τη βλακεία», θα κρεμαστεί σ' ένα αγροτόσπιτο της Γιελάμπουγκα, όπου είχε καταφέρει να εξασφαλίσει κατάλυμα κοντά σε μια κοινότητα Σοβιετικών συγγραφέων.

«Στενογράφος της ζωής» ήταν η φράση που θα 'θελε να χαραχτεί στον τάφο της η Μαρίνα Τσβετάγιεβα. Ομως στο κοιμητήρι τής Γιελάμπουγκα κανένα σημάδι δεν διακρίνει το μνημείο της - ούτε σταυρός ούτε επιτύμβια πλάκα. Η σορός της πετάχτηκε σε μια γωνιά, μετά την αυτοκτονία της• ο γιος της χάθηκε τρία χρόνια αργότερα, στον πόλεμο• ποιος να τη θυμηθεί όταν όλοι οι δικοί της είχαν φύγει; «Ο τρόπος που υποφέρουμε τον πόνο της ζωής μας - αυτή είναι η ελευθερία μας», είχε γράψει. Και αλλού, σ' ένα ποίημα: «Δεν είμαι εγώ αυτός που βάζουν στο χώμα. Οχι, δεν είμαι εγώ». Το έργο της Τσβετάγιεβα, εκεί όπου πραγματώνεται το απόλυτο που τόσο φλογερά λαχταρούσε, είναι το «εγώ» που αρνείται τον θάνατο. Ή καλύτερα, που τον επιζητούσε, ως μόνη οδό προς την αθανασία.

Πηγή: Ελευθεροτυπία, 19.3.08, της Κατερίνας Σχινά

   
 
εισάγετε την κριτική σας
Κωνσταντίνος Γιάνναρης. Στην κόψη των γεγονότων
νέο!
Athens Voice, 11/3/2009, του Δημήτρη Μαστρογιαννίτη

Βουτηγμένος στην προετοιμασία της καινούργιας του ταινίας, σκηνοθέτησε τη θεατρική παράσταση “Eldorado”. Από κοντά και η αφιερωμένη σε αυτόν έκθεση «Στην κόψη του ξυραφιού». Η Α.V. συνάντησε τον Κωνσταντίνο Γιάνναρη, που δεν μασάει τα λόγια του.

Για μένα είστε ένας εξ αγχιστείας συγγενής του Παζολίνι – σκηνοθέτης και gay είναι τα ευκόλως αναγνωρίσιμα. Ας πούμε, η εμμονή σας με τους μετανάστες. Η εγγύτητά σας είναι περισσότερο αισθητική – για να μην πω ερωτική;

- Υπάρχει αυτή η παράμετρος, αλλά το γεγονός πως γεννήθηκα στην Αυστραλία, ήρθα στην Ελλάδα, σπούδασα και δούλεψα στην Αγγλία, επέστρεψα πάλι Ελλάδα… μου έδωσε την ψυχοσύνθεση του μετανάστη.

Ο Παζολίνι είχε γράψει πως «στη σύγκρουση μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας τα λαϊκά παιδιά ήταν από την πλευρά των μπάτσων». Συμφωνείτε;

- Μα να κατηγορείς τον τελευταίο κρίκο της εξουσίας –αυτούς που έχεις κάθε δικαίωμα να τους πεις ανεκπαίδευτους, ρατσιστές κ.ά.– για όλα τα δεινά της ελληνικής κοινωνίας είναι γελοίο, όταν υπάρχει το γενικευμένο μπάχαλο. Όμως όταν δεν υπάρχει ένα συμβόλαιο μεταξύ του πολίτη και του κράτους, τι μπορείς να περιμένεις; Και δεν υπάρχει, γιατί δεν υφίσταται επίγνωση καθηκόντων, εκτός δικαιωμάτων, από καμία πλευρά.

Οπότε οδεύουμε…

- Στην επικράτηση της φασιστικής νοοτροπίας: ο άλλος πάντα ευθύνεται για τα δεινά μου και όσο θα φταίει ο άλλος, εγώ θα βρίσκω το δίκιο μου ασκώντας βία. Στον «Όμηρο», όμως, δείξατε πως η βία ήταν η έσχατη λύση, αφού ο «ήρωας» δεν μπορούσε διαφορετικά να βρει το δίκιο του.

- Αυτό δεν σημαίνει πως είμαι υπέρ της βίας, όταν κατέγραψα τον τρόπο που μεταμορφώθηκε αυτός ο άνθρωπος σε απαγωγέα-δολοφόνο – νομίζω πως με κάποιον τρόπο ήταν προφητική αυτή η ταινία για τα επεισόδια. Να επιστρέψουμε όμως στις θέσεις του Παζολίνι. Ο Παζολίνι είχε κουραστεί με όλη την κατάσταση στην Ιταλία στα τέλη της δεκαετίας του ’60, όταν ο συναισθηματισμός είχε εμπλακεί με τη βία. Αυτά τα κείμενά του στην “Corriere della Sera” είναι τόσο επίκαιρα όσο ποτέ –δες επίθεση στο Alter–, γιατί η τωρινή κατάσταση στην Ελλάδα θυμίζει πολύ εκείνη την εποχή στην Ιταλία. Ο Παζολίνι έγειρε την πλάστιγγα προς τους μισθοφόρους μπάτσους για να δείξει πως τα πράγματα δεν είναι άσπρο-μαύρο.

Οι μεταπτυχιακές σπουδές σας είχαν θέμα «Μεταπολεμικές ελληνοσοβιετικές σχέσεις». Πώς κρίνετε το σημερινό λόγο της Αριστεράς;

- Στην πραγματικότητα μιλάμε για κουφάρι της Αριστεράς. Ποτέ η Αριστερά στην Ελλάδα δεν συμπεριφέρθηκε ιδιαίτερα έξυπνα, τουλάχιστον σε επίπεδο στοχαστών. Τη γλίτωσαν μόνο αυτοί που έφυγαν έξω, όπως ο Καστοριάδης, ο Αξελός, με κάποιο τρόπο και ο Πουλαντζάς. Το ΚΚΕ μοιάζει με μια θρησκευτική σέχτα Πίστης παρά Ανάλυσης. Από την άλλη, ο Συνασπισμός δεν έχει αποφασίσει τι θέλει να είναι. Να κάνω επανάσταση κι αν ναι, τι επανάσταση να κάνω; Ολίγον παλαιοσταλινισμός, ολίγον ανανεωτισμός, γενικά ολίγον και καμιά ευθύνη.

Στα γεγονότα του Δεκεμβρίου σάς ήταν ξεκάθαρο με ποια πλευρά θα πάτε;

- Δυσκολεύτηκα. Χρειάστηκα χρόνο για να συνειδητοποιήσω τι σήμαινε η δολοφονία του παιδιού, αλλά τελικά κατέβηκα κι εγώ στους δρόμους. Νομίζω πως δεν ήμουν ο μόνος που δεν πήρε χαμπάρι τι συνέβη. Αυτή η τυφλή βία εξέπληξε ακόμη και τους αναρχικούς, που εξορίστηκαν από το Πολυτεχνείο για να μεταφερθούν στην ΑΣΟΕ. Βρέθηκα μέσα στο Πολυτεχνείο και αυτό που είδα ήταν όχλος. Ήθελα να καταγράψω τα γεγονότα με την κάμερά μου ώστε στο μέλλον, πιο νηφάλια, να δώσω τη δική μου εκδοχή. Αντιμετωπίστηκα ως ρουφιάνος, άσε το πρόβλημα με τα δακρυγόνα. Ωστόσο εκνευρίστηκα και με τους «προοδευτικούς» φίλους μου που λέγανε πως δεν ήταν με το μέρος των εξεγερμένων παιδιών, γιατί δεν είχαν πολιτικό πρόγραμμα. Συγνώμη, αλλά ποιος έχει στην Ελλάδα πολιτικό πρόγραμμα – για να μην πω στον κόσμο!

Προλογίζοντας μια ταινία σας στο πορνογραφικό φεστιβάλ είχατε δηλώσει πως μια τσόντα σάς ενδιαφέρει –εκτός από την καύλα– και για τον τρόπο που «αναπαριστά» τις σχέσεις εξουσίας. Αν δούμε τα γεγονότα ως πορνογράφημα, πώς θα μοιράζατε τους ρόλους;

- Η αστυνομία ως παθητικός νταβατζής και οι άλλοι να γαμιούνται και κυρίως να γαμούν την πόλη – μια πόλη που κανείς δεν αγαπά. Ίσως αυτή η πόλη δεν στέλνει πια μηνύματα για αγάπη. Να δούμε αυτό που έγινε με το πάρκο στην Πατησίων. Χρόνια έμενε εξαθλιωμένο και κανείς δεν είχε δείξει στο παρελθόν ενδιαφέρον, μέχρι που έσκασε μύτη ο «Ομέρ Πριόνης». Πόση υποκρισία! Περνάω καθημερινά από το πάρκο και βλέπω αναρχο-αριστερο-μπαμπούληδες «καβάλα να πάνε στην εκκλησία, καβάλα να προσκυνάνε». Θεωρούν αυτονόητο να έρχονται με τις μηχανάρες τους για να δηλώσουν την ευαισθησία τους. Ανάμεσά τους –ευτυχώς– κάποιοι έρχονται με ποδήλατα. Αυτοί, που έχουν πιο έμπρακτη οικολογική ευαισθησία, κάνουν πολύ λιγότερο θόρυβο από τους προηγούμενους.

Απορώ, όταν το παράδειγμα δίνει μια τόσο... ευαίσθητη και με όραμα για την πόλη εξουσία.

- Και κυρίως με φαντασία για την ανάπλαση των δημόσιων χώρων! Εδώ οι δημοτικές αρχές βγαίνουν από ανθρώπους που δεν μένουν καν στο εκλογικό τους διαμέρισμα, ψηφίζουν και επιστρέφουν στα προάστια. Ενώ αυτοί που μένουν δεν έχουν δικαίωμα στη λήψη αποφάσεων. Έλα, μετανάστη, στο κέντρο, μείνε εδώ, ζήσε όπως μπορείς –δεν με νοιάζει–, αλλά δεν έχεις κανένα δικαίωμα στον τρόπο που θα γίνει καλύτερη η ζωή σου.

Αισθάνεστε ετοιμοπόλεμος ή έχετε ενταχτεί σ’ ένα είδος «εναλλακτικού mainstream»;

- Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι οι καθημερινές κολακείες. Χρειάζεται δύναμη να τις αντιμετωπίσεις. Εγώ θέλω συνεχώς να πειραματίζομαι. Είναι η υπαρξιακή μου ανάγκη. Η ενασχόλησή μου τώρα με το θέατρο είναι σ’ αυτά τα πλαίσια, ανεξαρτήτως αν η τόσο κοντινή συνεργασία με τους ηθοποιούς με τρελαίνει… Γίνονται τόσο μικροπρεπείς, δήθεν λόγω ανασφάλειας. Μα, αγάπη μου, και ο εργάτης του Δήμου έχει ανασφάλεια μήπως και τρυπήσει κατά λάθος ένα σωλήνα που περνάει από κάτω, οπότε δεν είναι αυτό δικαιολογία για να ταλαιπωρείς τους πάντες.

Ένας Έλληνας καθηγητής στην Οξφόρδη μού έλεγε πως στην Αγγλία θεωρείστε μια εξαιρετική περίπτωση ταλέντου. Πιστεύετε πως η πορεία σας ήταν ανάλογη των δυνατοτήτων σας;

- Όχι, κάπου εγκλωβίστηκα λόγω οικογενειακών υποχρεώσεων… Μπορεί να μην κέρδισα το χρήμα και τη φήμη που θα αποκόμιζα αν πήγαινα στο Λος Άντζελες – δεν είχα την υπομονή να το κάνω, αλλά δεν μετάνιωσα γι’ αυτό. Εδώ απέκτησα την απόλυτη ανεξαρτησία. Εντάξει, ίσως περιόρισα τις φιλοδοξίες μου.

Όταν ζούσατε στην Αγγλία είχατε δίπλα σας ανθρώπους όπως ο Ντέρεκ Τζάρμαν. Δουλεύατε μαζί με τον Τζίμι Σόμερβιλ και τον Ισαάκ Τζούλιαν. Είχατε όραμα και άποψη. Υπερασπίζατε μια queer θέση. Σήμερα;

- Είναι παράδοξο που στην Ελλάδα τώρα ανθίζει όλη αυτή η queer αισθητική, με καθυστέρηση τόσων χρόνων. Αλλά είναι ωραίο που βλέπεις πλέον νέα παιδιά να διεκδικούν τη σεξουαλική τους ελευθερία, έχουν αυτοπεποίθηση, αγκαλιάζονται και φιλιούνται δημόσια – έστω κι αν αυτό συμβαίνει κυρίως στην περιοχή γύρω από τα gay μπαρ. Εμείς στηρίζαμε τότε πως η σεξουαλικότητα και η πολιτική δεν μπορεί να διαχωριστούν. Επιτέλους, πρέπει να έρθει η ώρα που τα κόμματα θα καταλάβουν πως δεν μπορούν να εξορίζουν το σώμα και τις ανάγκες του από την πολιτική.

Δίπλα σ’ αυτή την ελευθερία που περιγράψατε έχουμε και το επεισόδιο με το Δ.Σ. της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, που θεώρησε ανεπίτρεπτες τις ομοφυλοφιλικές νύξεις στο ανέβασμα της όπερας «Ρούσαλκα» και θέλησε να λογοκρίνει την παράσταση.

- Φασίστες του κερατά και ανεγκέφαλοι! Να πάνε να χορέψουν το χορό του Ζαλόγγου· να πάνε να πνιγούν, που θέλουν να θεωρούνται και ευαίσθητοι καλλιτέχνες ως μουσικοί!

Ο Ντένης Ζαχαρόπουλος στο σημείωμα της έκθεσης γράφει για τη «χαοτική εγκυκλοπαίδεια της ευαισθησίας και του καλλιτεχνικού ιδιώματός σας». Ακόμη υπάρχει χάος;

- Μεγάλο. Μάλλον το προσελκύω και δεν μ’ αρέσει αυτό. Όμως, τελικά, μπορεί και να με βοηθάει ν’ αντέχω στη σημερινή κατάσταση που ζούμε.

Info
• Η έκθεση «Στην κόψη του ματιού» με βίντεο, φωτογραφίες και ταινίες μικρού μήκους του Κων/νου Γιάνναρη παρουσιάζεται στο Μουσείο Αλεξ. Μυλωνά, Πλ. Αγίων Ασωμάτων 5, Θησείο (έως 22/3)
• Η θεατρική παράσταση “Eldorado”, σε σκηνοθεσία Κων/νου Γιάνναρη, ανέβηκε στο θέατρο Χώρα, Αμοργού 20, Κυψέλη, 210 8673.945

Πηγή: Athens Voice, 11/3/2009, του Δημήτρη Μαστρογιαννίτη

   
 
εισάγετε την κριτική σας
Λίγωμα αντί για χαμόγελο
νέο!
Ελευθεροτυπία, 12.3.09, της Ναταλί Χατζηαντωνίου

Φυσικά ψηφίζω Μισέλ Σερό και λιγότερο Νέιθαν Λέιν! Ο ρόλος του «Αλμπέν» ή «Αλμπερτ», που τα βράδια γίνεται «Ζαζά» στις κινηματογραφικές εκδοχές του «Κλουβιού με τις τρελές» υπήρξε από τους αγαπημένους μου. Ισως γιατί η συναισθηματική του «παλέτα» (απ' τη ματαιοδοξία έως την υστερία, απ' την αγωνία ν' αγαπηθεί έως το μητρικό ένστικτο) είναι πολύ οικεία, ανθρώπινη και όσο αστεία μπορεί να είναι μια συμπεριφορά στην οποία αναγνωρίζεις -έστω και μετ' επιτάσεως- το φύλο σου.

Η Ζαζά είναι μια υπερβολική, αλλά αξιολάτρευτη «γυναίκα», που απαιτεί, από όποιον άνδρα ηθοποιό την ερμηνεύει, τις λεπτότερες ερμηνευτικές αποχρώσεις. Το ίδιο ισχύει για όλο το έργο του Ζαν Πουαρέ: ενώ φλερτάρει ανελέητα με τα κιτς φτερά και πούπουλα του καμπαρέ, ταυτόχρονα, όμως, στο σινεμά τουλάχιστον, ισορροπεί. Εξασφαλίζει έξυπνα μέσα από την κωμωδία την πλήρη συνενοχή του θεατή με το πιο χαριτωμένο γκέι ζευγάρι στην ιστορία του θεάματος.

Ο Σταμάτης Φασουλής και ο Γιάννης Μπέζος έχουν μερικές απολαυστικές ερμηνευτικές στιγμές σε μια παράσταση που, όμως, μου φάνηκε μαξιμαλιστική και άνιση. Μπορεί να 'ναι ένα μιούζικαλ σε «φαντασμαγορική» και σπάνια για την Ελλάδα υπερπαραγωγή, όμως, ο καταιγισμός των σκηνικών και κοστουμιών, τα υπερβολικά ντραγκ-κουίν χορευτικά και η απουσία δράσης μέχρι το διάλειμμα ήταν αφάνταστα κουραστικά.

Επιπλέον, ο Φασουλής -σε μια βραδιά, που ήταν ωστόσο αβάν πρεμιέρ- έμοιαζε κάποιες στιγμές να φέρει βαρέως τον ρόλο του, να κάνει ένα βήμα πίσω από την πληθωρική προσωπικότητα του Αλμπέν-Ζαζά. Την ίδια στιγμή, με την έτερη ιδιότητα του σκηνοθέτη, έκανε ένα βήμα μπροστά στη χρήση των μέσων και, λιγότερο, των ηθοποιών. Μου έλλειψε η ισορροπία, που θα με έπειθε ότι πίσω από τον λαμπερό αλλά ψεύτικο κόσμο του καμπαρέ, υπάρχει μία, απολύτως επίκαιρη, ιστορία. Ακόμα και στα τραγούδια, κάτι έμοιαζε «ξεκούρδιστο». Κι έτσι, αντί να μου μείνει ως επίγευση το χαμόγελο, απέκτησα ένα λίγωμα από μια προσέγγιση τόσο φορτωμένη, που ξέχασα να συμπαθήσω τους ήρωες -μάλλον γιατί μου φάνηκαν απολήξεις ενός γιγαντιαίου, ζαχαρωμένου σκηνικού.

Πηγή: Ελευθεροτυπία, 12.3.09, της Ναταλί Χατζηαντωνίου

   
 
εισάγετε την κριτική σας
Τη νύχτα που ο Φερνάντο Πεσσόα συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη
νέο!
Καθημερινή, 12/3/2009, της Μαρίας Kατσουνάκη

Τη νύχτα που ο Φερνάντο Πεσσόα συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη δεν υπήρχαν αυτόπτες μάρτυρες. Ο, τι καταγράφει η κάμερα βασίζεται στο σενάριο του Στέλιου Χαραλαμπόπουλου, τη σκηνοθετική δεξιότητα και τη φιλολογική ευαισθησία του.

Το ντοκιμαντέρ (για την ακρίβεια, μείξη ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας) «ενώνει» στο κατάστρωμα του υπερωκεάνιου Saturnia, τον Οκτώβριο του 1929, τον «μεγαλύτερο Πορτογάλο ποιητή» και τον μέγα Αλεξανδρινό «ποιητή των μελλουσών γενεών». Το ταξίδι αυτό δεν αναφέρει κανείς από τις στρατιές των μελετητών τους.

Με ερευνητικό ζήλο ο σκηνοθέτης και οι συνεργάτες του ανακαλύπτουν έναν Ελληνα που δεν ζει πια, τον Βασίλη Καπόπουλο, ο οποίος, σύμφωνα με τα στοιχεία, είχε επαφή και με τους δύο λογοτέχνες. Ο ίδιος δεν είχε καμία σχέση με τον κόσμο των Γραμμάτων, οι απόγονοί του βοηθούν το συνεργείο να βρει ένα κοινό νήμα. Oμως, ο άξονας δεν είναι το ιστορικό εύρημα, αλλά η γόνιμη φαντασία (γιατί όχι φαντασίωση;) και η ανασύσταση μιας εποχής μέσα από χειρόγραφα, «μυρωδιές» από χαρτί και μελάνι, ήχους, εικόνες επικαίρων και δραματουργικά επεξεργασμένους διαλόγους.

Πολυγραφότατος ο ένας (σε 27.000 σελίδες υπολογίζεται το έργο του Πεσσόα), ολιγαρκής, απαιτητικός και δύστοκος ο άλλος (154 είναι όλα κι όλα τα ποιήματα που αναγνώριζε ο Καβάφης). Μελετητές και των δύο μιλούν από τη Λισσαβώνα, την Αλεξάνδρεια και την Αθήνα. Μια λεπταίσθητη όσο και εναργής ατμόσφαιρα κυκλώνει τον θεατή που θέλει να ακούσει, να στοχαστεί, να αφεθεί. Να μείνει για λίγο μόνος, ακολουθώντας διαδρομές ούτως ή άλλως μοναχικές, μονοπάτια αισθήσεων και αισθημάτων. Ησυχάζεις και μελαγχολείς, αποσύρεσαι για λίγο από έναν κόσμο εξοντωτικά εφήμερο για να μοιραστείς έναν λόγο ελλειπτικό, κωδικοποιημένο, εξόχως λιτό και ρυθμικό, που σκέφτεται παραπάνω από την εποχή του, από την εποχή μας.

Πηγή: Καθημερινή, 12/3/2009, της Μαρίας Kατσουνάκη

   
 
εισάγετε την κριτική σας
Οι μητέρες της πρωτοπορίας
νέο!
Ελευθεροτυπία,8.3.09, της Σταυρούλας Παπασπύρου

Δύο από τις σημαντικότερες λογοτεχνικές φωνές του 20ού αιώνα, η ρωσίδα ποιήτρια Μαρίνα Τσβετάγεβα και η Βρετανίδα συγγραφέας Βιρτζίνια Γουλφ, δύο γυναίκες που έδωσαν την ίδια χρονιά τέλος στη ζωή τους, «συναντιούνται» αυτές τις μέρες στις προθήκες χάρη σε δύο βιβλία: το «Μια ζωή μέσα στην φωτιά» με τις γραπτές εξομολογήσεις της Τσβετάγεβα την έκδοση των οποίων επιμελήθηκε ο βουλγαρικής καταγωγής φιλόσοφος και κριτικός Τσβετάν Τοντόροφ (μετ. Μ. Κατσίκα - Α. Χαχλά, εκδ. «Εστία»), και το «Ιδιοφυής και μόνη», μια βιογραφία της Γουλφ από τον γερμανό ιστορικό Βέρνερ Βάλντμαν (μετ. Μ. Μπαλάφα, εκδ. «Μελάνι»). Κι άλλες δύο γυναίκες, η Γερτρούδη Στάιν, μια ακόμη από τις σημαντικές εκπροσώπους του μοντερνισμού, μαζί με την επί σαράντα χρόνια σύντροφό της Αλις Τόκλας, πρωταγωνιστούν στο «Δυο ζωές» της αμερικανίδας δημοσιογράφου Τζάνετ Μάλκομ (μετ. Ρ. Χάτχουτ, εκδ. «Scripta»).

Τι είδους «διάλογος», άραγε, αναπτύχθηκε ανάμεσα στη ζωή και το έργο τους; Και πόσο καθοριστικός παράγοντας στάθηκε το φύλο τους στη διαδρομή τους;

* Η Μαρίνα Τσβετάγεβα, «η πιο Ρωσίδα απ' όλους μας στην τρομερή, μοναδικά ισχυρή της γλώσσα» σύμφωνα με τον Μπόρις Πάστερνακ, γεννήθηκε στη Μόσχα το 1892. Ο πατέρας της ήταν καθηγητής της Ιστορίας της Τέχνης και ιδρυτής του σημερινού Μουσείου Πούσκιν, και η μητέρα της ταλαντούχος πιανίστα. Με εκπλητική ευχέρεια λόγου, η νεαρή Μαρίνα δημοσίευσε την πρώτη της ποιητική συλλογή στα είκοσι, όταν η ρωσική καλλιτεχνική ζωή βρισκόταν στο απώγειό της, κι αφότου πέρασε από μιά φάση «καθαρού» ρομαντισμού, υιοθέτησε μιά στάση που θα διατηρούσε στο ακέραιο έκτοτε, ν' αναζητά δηλαδή την υπαρξιακή πληρότητα στο ποιητικό της έργο και στις προσωπικές της σχέσεις. Οπως σημείωνε χαρακτηριστικά το 1919, «τίποτα δεν ξεπερνά τη χαρά με την οποία παρατάω το τετράδιό μου για έναν άνθρωπο, παρά μόνο η χαρά με την οποία παρατάω έναν άνθρωπο για το τετράδιό μου»...

Ωστόσο, η μοίρα της δέθηκε άρρηκτα με την Οκτωβριανή Επανάσταση. Ο σύζυγός της, Σεργκέι Εφρόν, θα πολεμήσει τους Κόκκινους στο πλευρό των Λευκών, η δευτερότοκη κόρη της θα πεθάνει νήπιο από την πείνα, κι η ίδια θα φύγει για το εξωτερικό μαζί με τη μεγάλη της κόρη και τον μοναχογιό της. Ο Εφρόν -τον οποίο δεν θα εγκατείψει ποτέ, παρά τις κατά καιρούς περιπέτειές της, όχι αναγκαστικά σεξουαλικές, με άνδρες και γυναίκες- δεν θ' αντέξει για πολύ τον ξεριζωμό του. Προκειμένου να επιστρέψει στη Ρωσία θα γίνει πράκτορας των σοβιετικών μυστικών υπηρεσιών και θα χρεωθεί μια σειρά από δολοφονίες -ανάμεσά τους και του γιου του Τρότσκι- γεγονός που για την Τσβετάγεβα σήμαινε ακόμα μεγαλύτερη απομόνωση στους κύκλους των αυτοεξόριστων στο Παρίσι συμπατριωτών της...

Λίγο μετά την επιστροφή και της ίδιας στη Μόσχα, την περίοδο των σταλινικών εκκαθαρίσεων, ο άντρας της εκτελείται και η μεγάλη της κόρη οδηγείται στα σιβηρικά γκουλάγκ. Δεν τους ξαναείδε. Ως το 1941 που αυτοκτόνησε, έζησε μέσα στην απόλυτη ένδεια, χωρίς να καταφέρει να δημοσιεύσει ξανά ποιήματά της - η τελευταία της συλλογή είχε εκδοθεί το '28 στο Παρίσι.

Ολο αυτό το διάστημα, όμως, η Τσβετάγεβα δεν έπαψε να εξομολογείται είτε μέσω επιστολών είτε μέσα από τα μηνύματα που έκλεινε στα τετράδιά της.

Αυτές τις σημειώσεις έβαλε ο Τοντόροφ στη σειρά, θεωρώντας ότι αποτελούν το «πιο ολοκληρωμένο έργο της», την αυτοβιογραφία της. Απ' τη μεριά του μάλιστα συγκρίνει την προσωπικότητά της μ' εκείνη του Βαν Γκογκ. Με τη διαφορά ότι η Τσβετάγεβα αποδέχτηκε «τον προαιώνιο ρόλο των γυναικών να φροντίζουν τους άλλους» και «επέλεξε να γίνει μητέρα», με το ίδιο πάθος που την διακατείχε σε ό,τι έκανε στη ζωή της.

* Η Βιρτζίνια Γουλφ (1882-1941) δεν έκανε παιδιά. Υπήρξε όμως η «θετή μητέρα» μιας ολόκληρης γενιάς μοντέρνων λογοτεχνών, καθώς με το έργο της σηματοδότησε, όπως και ο Τζόις, την αφετηρία μιας καμπής στην αφηγηματική τεχνική, μιας γραφής που προσπαθεί ν' αποτυπώσει τη συνεχή ροή των ιδεών, των σκέψεων και των συναισθημάτων του ανθρώπου.

Μεγαλωμένη στον συμβατικό κόσμο της βικτωριανής εποχής και στην άκαμπτη διανόηση του Κέμπριτζ, η συγγραφέας της «Κυρίας Ντάλαγουεϊ» και των «Κυμάτων» έψαχνε επίμονα ένα δρόμο που θα της επέτρεπε να ζει ελεύθερα και αυτόνομα ως γυναίκα, χωρίς όμως η στάση της «να συνοδεύεται από την κραυγαλέα και ένθερμη καταπολέμηση των πατροπαράδοτων αντιλήψεων» σύμφωνα με τον Βέρνερ Βάλντμαν.

Στο «Ιδιοφυής και μόνη» ο τελευταίος υπογράφει μια σύντομη όσο και μεστή βιογραφία της Γουλφ. Δίνει το στίγμα του οικογενειακού και πνευματικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο ανατράφηκε ως δευτερότοκη κόρη του Λέσλι και της Τζούλια Στίβεν (οι καλλιεργημένοι γονείς της είχαν και οι δύο αποτυχημένους γάμους στο ενεργητικό τους) στέκεται στο σύμπλεγμα κατωτερότητας απ' το οποίο η Βιρτζίνια υπέφερε μπροστά στους μορφωμένους της φίλους (ως κορίτσι δεν είχε λάβει τυπική σχολική εκπαίδευση), μιλά για τους νευρικούς της κλονισμούς που άρχισαν να την ταλαιπωρούν ήδη από την εφηβεία (έπειτα από διαδοχικές απώλειες μελών της οικογένειάς της), όπως φυσικά μιλά και για τη συμμετοχή της στον περίφημο κύκλο διανοουμένων του Μπλούμσπερι και τον γάμο της με τον Λέοναρντ Γουλφ που τόσο της στάθηκε, παρεμβάλλοντας διαρκώς αποσπάσματα από τα ημερολόγιά της και από το συγγραφικό της έργο.

«Για έναν ψυχίατρο» σημειώνει ο Βάλντμαν, «τα έργα της Γουλφ μπορούν ν' αποτελέσουν πολύτιμο υλικό μελέτης για μια περίπτωση ψυχασθένειας». Ωστόσο, «τα βιβλία της μας δείχνουν πολύ περισσότερα: σε αυτά αποτυπώνεται η προσπάθεια μιας υπερευαίσθητης γυναίκας να εκφραστεί μέσα από την ένταση του υπαρξιακού της δράματος και ν' απεικονίσει τη μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου στη δίνη μιας κοινωνίας των μαζών. Το ότι στα μυθιστορήματά της κατάφερε να παρουσιάσει αυτή τη σύγχυση τόσο αριστοτεχνικά, είναι εκείνο που χαρακτηρίζει τη μεγαλοφυΐα της».

* Πώς δύο ηλικιωμένες εβραίες λεσβίες, η Γερτρούδη Στάιν και η Αλις Τόκλας, κατάφεραν να γλιτώσουν από τους ναζί στη διάρκεια του Β' Παγκόσμιου Πολέμου; Γιατί επέλεξαν να ζήσουν σε ένα αγρόκτημα κοντά στη Λυών, αντί να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, τις ΗΠΑ, ενώ είχαν τη δυνατότητα για κάτι τέτοιο; Και γιατί τα γραπτά της Στάιν παραμένουν δυσπρόσιτα ακόμα και σε μορφωμένους αναγνώστες, παρά τις απόπειρες ανάλυσής τους από πλήθος μελετητών;

Αυτά είναι τα ερωτήματα στα οποία επιχειρεί να δώσει απαντήσεις η Τζάνετ Τζάκσον στο «Δυο ζωές», βιβλίο που θα ξαφνιάσει όσους περιμένουν μια τυπική βιογραφία του παραπάνω θρυλικού ζεύγους ή πληροφορίες για το φημισμένο παρισινό σαλόνι της Στάιν, πόλο έλξης για πρωτοπόρους ζωγράφους και λογοτέχνες από τον Πικάσο και τον Ματίς ώς τον Χέμινγουέι.

Μια σχέση σαν πόλεμος

Αρθογράφος μεταξύ άλλων του «Νιου Γιόρκερ», η Τζάνετ Μάλκομ υποστηρίζει ότι ακόμη και τα πιο ερμητικά γραπτά της Στάιν είναι αυτοβιογραφικά κατά βάθος, αλλά για να τα ξεκλειδώσει κανείς χρειάζεται... λοστό, καθώς οι ακαδημαϊκοί μελετητές τους, δεν κατάφεραν να προσφέρουν ώς τώρα τα κατάλληλα εργαλεία γι' αυτό. Από τη μεριά της πάντως το επιχειρεί, αφιερώνοντας ένα ολόκληρο κεφάλαιο του βιβλίου της στην αποκωδικοποίηση του πιο δύσκολου απ' όλα τα έργα της Στάιν, της «Δημιουργίας των Αμερικανών».

Το πορτρέτο που προσφέρει η ίδια των δύο γυναικών, της «λεπτής, άσχημης, σφιγμένης, ξινισμένης» Αλις και της Γερτρούδης, η γοητεία της οποίας «ήταν τόσο έκδηλη όσο και το πάχος της», είναι αρκούντως ηλεκτρισμένο, ενώ κι οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι που βίωσαν μαζί, παραλληλίζονται με τον πόλεμο που μαινόταν ανάμεσά τους, έναν πόλεμο ενίοτε αδυσώπητο.

Οσο για το μυστήριο της ασυλίας τους από τις διώξεις των εβραίων, αυτή χρεώνεται από τη Μάλκομ στον στενό τους φίλο Μπερνάρ Φράι, σύμβουλο του στρατηγού Πετέν και υπεύθυνο γιά το θάνατο πολλών εβραίων επί γερμανικής κατοχής, μολονότι καμιά τους δεν αναγνώρισε την προστασία του. Ενδεχομένως όμως να μην ένιωσαν ποτέ απολύτως ασφαλείς. Ισως γι' αυτό, καταλήγει η Μάλκομ, να πήρε η Στάιν αποστάσεις από τις εβραϊκές της καταβολές.

Πηγή: Ελευθεροτυπία,8.3.09, της Σταυρούλας Παπασπύρου

   
 
εισάγετε την κριτική σας
Σημειώσεις μιας μεγαλοφυΐας
νέο!
Ελευθεροτυπία,8.3.09, του Χρήστου Σιάφκου

Σκέψεις του Λεονάρντο Ντα Βίντσι για τη ζωγραφική, την ανατομία και την αρχιτεκτονική, σ'ένα νέο βιβλίο που κυκλοφορεί σε λίγες μέρες

Ηταν νόθος, ομοφυλόφιλος και μεγαλοφυής. Και αν οι δύο πρώτες ιδιότητες λίγους θα ενοχλούσαν σήμερα, σίγουρα δεν συνέβαινε το ίδιο και στη Φλωρεντία γύρω στα 1467, όταν ο Λεονάρντο ντα Βίντσι ήταν πια δεκαπέντε χρόνων και άρχιζε τη μαθητεία του στο εργαστήρι του γλύπτη Αντρέα ντελ Βερόκιο.

Δέκα χρόνια αργότερα, στη Φλωρεντία των Μεδίκων, σε μια από τις λεοντοκεφαλές που είχαν ειδική υποδοχή για τοποθέτηση σημειωμάτων, τις οποίες διατηρούσαν οι αρχές για να συλλέγουν πληροφορίες, κάποιος έριξε ένα ανώνυμο σημείωμα κατηγορώντας ευθέως τον maestro για τις ερωτικές του προτιμήσεις. Ωστόσο, ο Λεονάρντο τη γλίτωσε, ίσως γιατί σ' ολόκληρη τη ζωή του φρόντιζε να φυλάει, αν όχι τα νώτα του, σίγουρα τις πλάτες του.

Ηταν ιδιαίτερα προσεκτικός και σε ό,τι αφορούσε τις εκκλησιαστικές αρχές, όπως φαίνεται μέσα από τα «Σημειωματάριά» του, που, με υπότιτλο «Οι εφευρέσεις, τα σχέδια και οι θεωρίες μιας ιδιοφυΐας», κυκλοφορούν σε λίγες μέρες από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο» σε μετάφραση του Πάνου Τομαρά και με εισαγωγή και επιμέλεια της Εμμα Ντίκενς. Σ' αυτά ακριβώς τα «Σημειωματάρια», τις καταγραφές δηλαδή επί παντός του επιστητού, αναδεικνύεται ο Λεονάρντο ζωγράφος, γλύπτης, αρχιτέκτονας, εφευρέτης, ανατόμος, βοτανολόγος, ζωολόγος, φυσικός επιστήμονας, γεωγράφος, σκηνογράφος και ενδυματολόγος. Και αποδεικνύεται ακόμα πως στην πολυτάραχη ζωή του που άρχισε σ' ένα χωριουδάκι, το Ανκιάνο, τρία περίπου χιλιόμετρα από το Βίντσι, για να συνεχιστεί στη Φλωρεντία και στο Μιλάνο κι ύστερα πάλι στο Μιλάνο και στη Φλωρεντία και στη Ρώμη και να τελειώσει στη Γαλλία, όλες του οι ιδιότητες εξυπηρέτησαν την εξής μία, τη ζωγραφική.

Ωραίος, δυνατός και υπέρκομψος, σοβαρός αλλά και λάτρης των ευφυολογημάτων (στα κείμενά του υπάρχουν και ανέκδοτα), χορτοφάγος διότι έτσι πίστευε ότι θα είχε καλύτερη υγεία, ο Λεονάρντο ξεκινά τα γραπτά του με την προειδοποίηση: «Κάποιος που δεν είναι μαθηματικός, ας μη διαβάσει τα στοιχεία της δουλειάς μου».

Τα έργα του αποτελούν εξίσωση ταλέντου και σκληρής δουλειάς που είχε να κάνει όχι μόνο με το σχέδιο και το χρώμα, αλλά και με τη σύγκλιση των επιστημών, γιατί «ο ζωγράφος που εργάζεται εμπειρικά, μόνο με το μάτι, χωρίς την παρέμβαση της λογικής, είναι σαν τον καθρέπτη που αντανακλά οτιδήποτε τοποθετείται εμπρός του, χωρίς να διαθέτει συνείδηση της ύπαρξής του».

* Ο Λεονάρντο ξεκινά τα περί ζωγραφικής μαθήματά του (που καταλαμβάνουν και τον σημαντικότερο όγκο των «Σημειωματαρίων») με την «Οραση» και τα δέκα της γνωρίσματα που στη συνέχεια θ' αναλύσει: σκοτάδι, φως, στερεότητα και χρώμα, μορφή και θέση, απόσταση και εγγύτητα, κίνηση και ακινησία. Δίνει παραδείγματα που βασίζονται σε ενδελεχή παρατήρηση, όπως: «Ανάμεσα σε αρκετά σώματα εξίσου μεγάλα σε μέγεθος και μακρινά, εκείνο που φωτίζεται περισσότερο θα φαντάζει στο μάτι πλησιέστερο και μεγαλύτερο». Δίνει και συμβουλές: «Αν ζωγραφίσεις κάποιο ένδυμα με σκούρο χρώμα, δεν υπάρχει ποικιλία στη φωτοσκίαση, ενώ με τα ανοιχτά χρώματα υπάρχουν πολλές διαβαθμίσεις».

* Στη συνέχεια ο αναγνώστης πέφτει από έκπληξη σε έκπληξη και μετατρέπει τον εαυτό του σε πειραματόζωο μετρήσεων. Σημειώνει ο ζωγράφος σε σχέση με τις αναλογίες του ανθρώπινου σώματος, ανάμεσα σε άλλα:

«Το μήκος της πατούσας είναι τόσο μεγαλύτερο από το μήκος της παλάμης όσο το πάχος του λεπτότερου σημείου του χεριού στον καρπό, κοιτάζοντας την εσωτερική πλευρά της παλάμης». Ή «Το μήκος της πατούσας χωρίς τα δάχτυλα ισούται με το διπλό μήκος της παλάμης χωρίς τα δάχτυλα». Και ακόμα: «Το μήκος της πατούσας από την άκρη των δαχτύλων μέχρι τη φτέρνα είναι το μισό από το μήκος του ποδιού από τη φτέρνα ώς το γόνατο, εκεί όπου το οστό της κνήμης ενώνεται με το οστό του μηρού».

* Αντλώντας και από την πείρα του ως ανατόμου, θέτει ερωτήσεις, όπως «Ποιοι μυώνες υποδιαιρούνται στα γηρατειά ή στα νιάτα, όταν αδυνατίζουν» και πάραυτα δίνει απαντήσεις. Τονίζει δε πως «ένας ζωγράφος απόλυτα εξοικειωμένος με όλες τις θέσεις και τις πιθανές κινήσεις των ανθρώπινων άκρων πρέπει να γνωρίζει απαραίτητα την ανατομία των νεύρων, των οστών, των μυώνων και των τενόντων».

* Επιφυλάσσει, όμως, και ηθικές συμβουλές στους νεότερους ομοτέχνους του: «Ο ζωγράφος πρέπει να αποφεύγει να συναναστρέφεται με όσους δεν έχουν σχέση με τις σπουδές του, πρέπει να αποτυπώνει καλά στο μυαλό του τα διάφορα αντικείμενα τα οποία συναντά διαδοχικά και να απαλλαγεί από άλλες έγνοιες». Επίσης, «δεν είναι αξιέπαινος ο ζωγράφος που ξέρει να κάνει καλά μόνο ένα πράγμα». Κι ακόμα, «οι γυναίκες θα πρέπει να αναπαρίστανται σε σεμνή στάση, με τα πόδια κλειστά, τα χέρια σταυρωμένα και το κεφάλι γερμένο ελαφρώς προς τη μια μεριά». «Τα παιδιά θα πρέπει να αναπαρίστανται με ζωντανές και νευρικές κινήσεις όταν είναι καθισμένα και σε σεμνή και συνεσταλμένη στάση όταν στέκονται όρθια».

* Για τη φύση της δουλειάς του, ο Λεονάρντο έγραψε: «Η ομορφιά παρέρχεται στους ανθρώπους, όχι όμως στην τέχνη». Και συγκρίνοντας την ποίηση με τη ζωγραφική, σημειώνει: «Το όνομα του ανθρώπου διαφέρει από χώρα σε χώρα, ενώ η μορφή του αλλάζει μόνο στο θάνατο».

* Προχωρεί στις σημειώσεις για τη γλυπτική και την αρχιτεκτονική και με μόνο ένα απόφθεγμα δίνει το μέτρο της ανθρώπινης πόλης: «Το πλάτος των δρόμων να είναι ίσο με το μέσο ύψος των σπιτιών» για να συνεχίσει ως ο απόλυτος γνώστης σε θέματα στατικότητας, κατασκευής θεμελίων, τοίχων, αψίδων κ.λπ.

* Φτάνοντας στην ανατομία σημειώνει πως για να αποκτήσει «βαθιά και απόλυτη γνώση» ανέταμε περισσότερα από δέκα πτώματα. Αλλά με τον τρόπο του αποτρέπει άλλους ζωγράφους να ασχοληθούν. Ισως τους αποτρέψει η αηδία, αλλά «ακόμα κι αν δεν σας αποτρέψει αυτό, ίσως σας αποτρέψει ο φόβος, καθώς θα πρέπει να περνάτε τη νύχτα συντροφιά με διαμελισμένα, γδαρμένα και αποκρουστικά πτώματα».

Συγκρίνοντας τον άνθρωπο με τα ζώα, προλαβαίνει τον Δαρβίνο, αφού η περιγραφή του περιλαμβάνει «τα πλάσματα εκείνα που ανήκουν σχεδόν στο ίδιο γένος με τους πιθήκους, τις μαϊμούδες και άλλα παρόμοια, τα οποία είναι πολλά».

* Το πόσο προσεκτικός είναι ώστε να μην τραβήξει την προσοχή της Εκκλησίας, φαίνεται όταν πραγματεύεται το θέμα της ψυχής: «Θα πρέπει ν' αφήσουμε περαιτέρω ορισμούς της ψυχής στη φαντασία των μοναχών, σ' εκείνους τους πατέρες των ανθρώπων που κατέχουν όλα τα μυστικά χάρη στη θεία φώτιση. Δεν αγγίζω τα ιερά κείμενα, γιατί εκεί βρίσκεται η υπέρτατη αλήθεια». Ομως τολμά να πει: «Η Γη δεν βρίσκεται στο κέντρο της τροχιάς του ήλιου, ούτε στο κέντρο του σύμπαντος (σ.σ.: το αντίθετο υποστήριζαν οι ιεράρχες) αλλά στο κέντρο των συμπληρωματικών της στοιχείων και ενωμένη με αυτά. Αν κάποιος στεκόταν στη σελήνη όταν εκείνη και ο ήλιος βρίσκονται από κάτω μας, θα έβλεπε τη Γη μας και το στοιχείο του νερού επάνω της όπως ακριβώς εμείς βλέπουμε τη Σελήνη, και τη Γη να τη φωτίζει όπως εκείνη φωτίζει εμάς».

* Για τις φυλές των ανθρώπων πιστεύει: «Η νύχτα αρέσει στους ανθρώπους που ζουν σε χώρες με θερμό κλίμα, επειδή τους αναζωογονεί, ενώ αποστρέφονται το φως, επειδή τους καίει την επιδερμίδα, γι' αυτό και όλοι τους έχουν το χρώμα της νύχτας, δηλαδή είναι μαύροι. Στις ψυχρές χώρες συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο».

* Το πάθος του για τις πολεμικές μηχανές είναι πασίγνωστο. Τις κατασκεύαζε για τους ηγεμόνες που δεν αρκούνταν στις άλλες τέχνες του. Ωστόσο, φύλαγε καλά κάποια από τα μυστικά του: «Με τη βοήθεια μιας συσκευής πολλοί άνθρωποι μπορούν να μείνουν για αρκετό διάστημα κάτω από το νερό. Δεν περιγράφω τη μέθοδό μου για να παραμείνω κάτω από το νερό, ούτε αναφέρω για πόσο διάστημα μπορώ να περάσω χωρίς να τραφώ. Δεν τα δημοσιεύω και δεν τα αποκαλύπτω όλα αυτά λόγω της πονηρής φύσης ορισμένων ανθρώπων, οι οποίοι θα τα εκμεταλλεύονταν για να σκοτώσουν άλλους, βυθίζοντας πλοία μαζί με το πλήρωμά τους!»

Τόσο παλιός αλλά και τόσο σύγχρονος, ο Λεονάρντο εξακολουθεί ν' αστράφτει σαν τέλεια κομμένο διαμάντι εδώ και πέντε αιώνες. *

Πηγή: Ελευθεροτυπία,8.3.09, του Χρήστου Σιάφκου

   
 
εισάγετε την κριτική σας
Μια σαπουνόπερα γίνεται καθρέφτης της Γαλλίας
νέο!
Τα Νέα, 4.3.09, Steven Εrlanger

Κάθε χώρα με τις ιδιαιτερότητές της. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, το απόλυτο κριτήριο επιτυχίας είναι να γίνεσαι γνωστός με τα αρχικά του ονόματός σου. Όταν λοιπόν οι συντελεστές της σειράς «Ρlus Βelle la Vie» άρχισαν να ακούν τους τηλεθεατές να αναφέρονται σε αυτήν ως ΡΒLV, κατάλαβαν πως είχαν πετύχει το ακατόρθωτο.

Για πολλά πράγματα μπορεί να υπερηφανευτεί η γαλλική τηλεοπτική κουλτούρα. Καλώς ή κακώς, όμως, οι σαπουνόπερες δεν ήταν ένα από αυτά. Ούτε παράδοση ούτε ιδιαίτερη αγάπη είχαν οι Γάλλοι σε αυτό το τηλεοπτικό είδος.

Μέχρι που ήρθε το «Ρlus Βelle la Vie» (σε ελεύθερη μετάφραση, «Τόσο γλυκιά η ζωή»), και μια σαπουνόπερα έγινε το δημοφιλέστερο πρόγραμμα της γαλλικής τηλεόρασης καθηλώνοντας κάθε βράδυ 13 εκατομμύρια τηλεθεατές, περίπου έναν στους πέντε Γάλλους. Η υπόθεση τυπική μιας σαπουνόπερας αλλά και πρωτότυπη ταυτόχρονα, τουλάχιστον για τη Γαλλία. Η σειρά παρακολουθεί την (μπερδεμένη) ζωή των κατοίκων του Μιστράλ, μιας φανταστικής συνοικίας της πολυπολιτισμικής και διεφθαρμένης Μασσαλίας, της δεύτερης μεγαλύτερης πόλης της χώρας. Πρωταγωνιστές: η οικογένεια Μαρσί, ιδιοκτήτρια του καφέ- μπαρ της πλατείας• η οικογένεια Νασρί από την Αλγερία• η οικογένεια Τορές από την Ισπανία• οι Λεσερμάν, η γηραιά αρχηγός των οποίων είναι επιζήσασα του Ολοκαυτώματος και κομμουνίστρια• οι πλούσιοι Φρεμόν με τις σκοτεινές επιχειρήσεις και τη λεσβία θυγατέρα• η οικογένεια Σομέτ, άρτι αφιχθείσα από το Παρίσι• οι Εστέβ με τον γιο που πήρε διαζύγιο, έχει μια κόρη και αγαπά έναν άνδρα• και οι Καστελίς που, όπως επισημαίνεται στην ιστοσελίδα της σειράς, «ζουν για να ξεχάσουν το παρελθόν».

Όπως στο Χόλιγουντ

Οι σχέσεις ανάμεσα σε αυτές τις οικογένειες- τσακωμοί, ερωτικά μπλεξίματα, επιχειρηματικές συναλλαγές, μικρές και μεγαλύτερες τραγωδίεςσοκάρουν τους Γάλλους ενώ ταυτόχρονα αναδεικνύουν με παιδευτικό τρόπο πολιτισμικές διαφορές και κοινωνικά ζητήματα όπως ο ρατσισμός, τα ναρκωτικά, η εφηβική εγκυμοσύνη, το Ισλάμ και η ομοφυλοφιλία, ακόμα και στην αστυνομία. Ο Πασκάλ Τομασινί, συμπαραγωγός της σειράς, είναι ιδιαίτερα υπερήφανος που το «Ρlus Βelle la Vie» έδειξε πριν από τέσσερα χρόνια το πρώτο φιλί μεταξύ ομοφυλόφιλων στη γαλλική τηλεόραση και κατάφερε να επιζήσει ύστερα από τον σάλο που προκάλεσε. Είναι επίσης υπερήφανος διότι η σειρά είναι η πρώτη στην ιστορία της γαλλικής τηλεόρασης που ήδη έχει ξεπεράσει τα 1.000 επεισόδια (11 Ιουλίου 2008). Μάλιστα δεν μπορεί να κρύψει την ικανοποίησή του που, ενώ μεταδίδεται πλέον καθημερινά στις 20:10, την ώρα δηλαδή που η παράδοση θέλει τους Γάλλους καθηλωμένους μπροστά στα βραδινά δελτία ειδήσεων, μόνο το δελτίο του ΤF1 την ξεπερνά σε θεαματικότητα.

Και να σκεφτεί κανείς πως όταν έκανε πρεμιέρα το 2004, η σειρά παραλίγο να ναυαγήσει. «Το σενάριο ήταν βαρετό», ομολογεί ο Τομασινί. «Από το 80ό επεισόδιο, λοιπόν, το πετάξαμε και ξεκινήσαμε από την αρχή, με πιο δημοφιλή θέματα και περισσότερο έγκλημα». Παίρνοντας παράδειγμα από το Χόλιγουντ, οι παραγωγοί προσέλαβαν συνολικά 20 (!) σεναριογράφους που ένωσαν τη φαντασία τους. Ο Μισέλ Μαφεσολί, καθηγητής κοινωνιολογίας στη Σορβόννη, συνδέει την επιτυχία της σειράς με θέματα της ελληνικής μυθολογίας: «Άνθρωποι ερωτεύονται και ξε-ερωτεύονται, ζουν και παρεκτρέπονται, τίποτα δεν ωραιοποιείται... Ξέρετε, η Γαλλία, ως χώρα του Διαφωτισμού, φοβόταν να δείξει το σκοτάδι. Είναι η πρώτη φορά που δεν διστάζουμε να τα δείξουμε όλα τούτα».

Πηγή: Τα Νέα, 4.3.09, Steven Εrlanger.

   
 
εισάγετε την κριτική σας
 
ΠΟΛΥΧΡΩΜΟΣ ΠΛΑΝΗΤΗΣ - COLOURFUL PLANET: Ε. Αντωνιάδου 6, Πεδίον Άρεως ΑΘΗΝΑ Τ.Κ. 10434 - Τηλ. 210 8826600, 8826605 Fax 210 8826898
Πίσω Πάνω

powered by Marinet
copyright © 2004
Marinet Web design and development